URIAH HEEP: “The Magician’s Birthday”

ALBUM TRIBUTE

Το 1972 βρίσκει το κουιντέτο από το Λονδίνο μπροστά στη θεόρατη πρόκληση να επαναλάβει την επιτυχία του τέταρτου άλμπουμ του, του “Demons and Wizards”, που είχε κυκλοφορήσει μόλις έξι μήνες νωρίτερα. Με αιχμή του δόρατος το κλασικό “Easy Livin’”, καθιερώθηκε σαν το πιο πετυχημένο και δημοφιλές άλμπουμ τους, άπλωσε το όνομα της μπάντας σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα στη Βόρεια Αμερική.

Μπορεί στη σημερινή εποχή το εγχείρημα να φαντάζει παράτολμο, αλλά στη δεκαετία του ’70 το διάστημα μεταξύ των άλμπουμ ήταν συντομότερο. Στην περίπτωση μάλιστα των Uriah Heep, έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πιο πιεσμένα σχήματα από τη δισκογραφική τους εταιρεία, τη Bronze Records του μάνατζερ και παραγωγού τους Gerry Bron.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Ήδη από τη δημιουργία του “Demons and Wizards”, συμπληρώθηκε αυτή που αποκαλούν οι περισσότεροι η κλασική σύνθεση των Heep. Ο ερχομός του Νεοζηλανδού μπασίστα Gary Thain με το αμίμητο προσωπικό στιλ του, και η προσθήκη του κολοσσού Lee Kerslake στα τύμπανα (που είχε παίξει με τον Hensley στο πρόσφατο παρελθόν, θωράκισαν ένα περίτεχνο rhythm section. Σε συνδυασμό με την αστείρευτη δημιουργική και εκφραστική τριπλέτα των Hensley, Box, Byron, το γκρουπ φάνταζε παντοδύναμο και όλα είχαν μπει στη θέση τους.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν πως η φαντασία πήγαινε πολύ στους Heep, και αυτή η σφαίρα των ανάλογων θεμάτων που ντύθηκε καταπληκτικά από την αντίστοιχη εικαστική δουλειά του μεγάλου Roger Dean, ύψωσε το γκρουπ σε μια ξεχωριστή σφαίρα. Είναι αυτή η θεματική αλλά και χρονική συγκυρία που συνδέει αναπόφευκτα και δικαιολογημένα τα δυο άλμπουμ. Σε αυτό λοιπόν τον συσχετισμό το “The Magician’s Birthday” αντιμετωπίστηκε συχνά άδικα. Ουσιαστικά, ήταν κάτι που ξεκίνησε από τους ίδιους τους δημιουργούς του, και δεν είναι παράξενο, καθώς πολύ συχνά αυτοί που είναι τόσο μέσα σε κάτι το αντιμετωπίζουν και επηρεασμένοι από τις συνθήκες δημιουργίας του.

Το πρωταρχικό σχέδιο του άλμπουμ ήταν μια concept δημιουργία βασισμένη σε μια σύντομη ιστορία του Ken Hensley, η οποία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Η ιστορία είχε σαν θέμα έναν μάγο που σχεδίαζε να κάνει ένα περίεργο, εξωπραγματικό πάρτι για να γιορτάσει τα 500α του γενέθλια. Είχε σκοπό να καλέσει και τους αντιπάλους του στη γιορτή, όπου μια ορχήστρα από ορχιδέες θα είχε αναλάβει την ψυχαγωγία των καλεσμένων, και όλα θα τελείωναν με μια εντυπωσιακή επίδειξη από ξόρκια και μαγικά κόλπα που είχε μάθει στη διάρκεια της μισής του χιλιετίας. Από τη μια μεριά, υπήρχαν ενστάσεις και αντιρρήσεις από κάποιους, καθώς υπήρχε ο φόβος να θυμίζει μια rock όπερα, προκαλώντας πιθανά συγκρίσεις με το περίφημο “Tommy” των The Who. Από την άλλη, το συνεχές ψαλίδισμα του χρόνου για την επικείμενη κυκλοφορία του δίσκου, δεν άφηνε τα περιθώρια για να δουλέψουν με τον τρόπο που θα ήθελαν. Ο Hensley έχει πει συχνά πως ουσιαστικά έγραφαν κλέβοντας χρόνο ανάμεσα στις κουραστικές περιοδείες, και ο ίδιος εκτιμούσε πως αν είχαν ακόμα 2-3 εβδομάδες να εξετάσουν προσεκτικά όλο το υλικό, τα αποτελέσματα θα ήταν ακόμα καλύτερα. Ο ίδιος είχε πει συγκεκριμένα πως το άλμπουμ ήταν λιγότερο από το 60% αυτού που θα μπορούσε να είναι.

Το ομότιτλο δεκάλεπτο έπος απλώνεται εμφατικά στο φινάλε του άλμπουμ αποκαλύπτοντας μια υποψία της αρχικής πρόθεσης. Ήταν γραμμένο ολόκληρο από τον Hensley, αλλά προέκυψε η μυθική μονομαχία ανάμεσα στην κιθάρα του Box και τα ντραμς του Kerslake. Μόλις ηχογραφήθηκε, έγινε αναπόσπαστο μέρος του υπόλοιπου τραγουδιού, και ο Kerslake το παρουσίασε στον Bron σαν μια ηχητική αναπαράσταση της μονομαχίας μεταξύ του λευκού και του μαύρου μάγου. Παιγμένο με την πρώτη με απίστευτη ένταση και χαμόγελα στο στούντιο μεταξύ των δυο μουσικών αντιπάλων, άφησε τον Bron χωρίς άλλες ενστάσεις, ενώ και ο Hensley είπε πως τώρα πια το είχαν γράψει μαζί το τραγούδι, πιστώνοντας τη σύνθεση επίσης στον Lee και τον Mick.

Αφήνοντας μακριά τις βιωματικές επιδράσεις των μελών στην αξία του δίσκου, ο δίσκος παρουσιάζει για άλλη μια φορά την πληθωρική ικανότητα της μπάντας να ξεφυλλίζει κεφάλαια και να σε κλειδώνει σε νέες διαφορετικές ιστορίες. Πάντα υπήρχε μια αισθητή φιλοσοφική αύρα ακόμα και στα άλμπουμ όπου η διάθεση για απόδραση ήταν προφανής και ισχυρή. Δεν υπάρχει πιο εύστοχο παράδειγμα για αυτό, από το πρώτο single του άλμπουμ, το περιπλανώμενο “Blind Eye”, που αναφέρεται στην ανθρώπινη επιθυμία. Μια συντριπτική, σφοδρή δύναμη δεν μας οδηγεί τελικά πουθενά, και μας αφήνει να αναζητούμε συνέχεια νέα νοήματα και εμπειρίες. Έχοντας πλήρη επίγνωση των δικών του αδυναμιών, ο Hensley έγραψε ένα οικουμενικό τραγούδι ψάχνοντας τον ήλιο σαν αντίδοτο για το “τυφλό μάτι” της επιθυμίας, για να νιώσει πως είναι μάλλον άπιαστος.

Το εναρκτήριο “Sunrise” με την κλιμακωτή του κορύφωση θα αποτελούσε και το άνοιγμα των εμφανίσεων της περιοδείας του δίσκου. Όσο τους φάνηκε αρχικά παράτολμο σαν εγχείρημα, τόσο εντυπωσιάστηκαν όταν ηχογραφήθηκε. Το υποτιμημένο “Tales” μάλλον ξεδιπλώνει μερικές από τις πιο ανάγλυφες εικόνες, στοχάζεται κι αυτό νοσταλγικά πάνω στους κύκλους των ανθρώπινων ζωών, και κλείνει σε μια αγωνιώδη κορύφωση και προτροπή.  Υπήρξε στην πραγματικότητα ένα από τα τρία αρχικά τραγούδια της concept ιδέας του Hensley. Το απογυμνωμένα συγκλονιστικό “Rain”, άλλη μια σύνθεση του Hensley αποκλειστικά με πιάνο και φωνή, εμφανίστηκε και στο προσωπικό του άλμπουμ “Proud Words on a Dusty Shelf” που κυκλοφόρησε μόλις λίγους μήνες μετά. Ένα από τα πιο σκοτεινά και βαθιά τραγούδια που μοιάζει να συμπληρώνει μαζί με το “Rain” και το “Blind Eye”  το τρίπτυχο “επιθυμία-φιλία-αγάπη”,   το “Echoes in the Dark”, αποτελεί μάλλον την πιο δραματική σπηλιά του δίσκου, και εγκαταλείπει τον ήρωά του μετέωρο. Οι διασκεδαστές του “Magician’s”, “Spider Woman” και “Sweet Lorraine” διεύρυναν την βεντάλια των εντυπώσεων, δεν προσέγγισαν όμως την απήχηση που ανέμενε ο Bron.

Το γκρουπ θα συνέχιζε σε μια άλλη κατεύθυνση, μακριά από θέματα φαντασίας και τα εξώφυλλα του Roger Dean. Άλλωστε όλη εκείνη η εποχή ήταν γι’ αυτούς μια τρελή κούρσα. Είχαν ολοκληρώσει τη μίξη για το τελευταίο τραγούδι στο στούντιο στις 7:30 π. μ. και 4μιση ώρες αργότερα πετούσαν για τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια ακόμα συγκυρία όπου η επαγγελματική σκοπιμότητα περιόριζε το καλλιτεχνικό όραμα.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 934 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.