THE DIVINE COMEDY: “Promenade”

ALBUM TRIBUTE

Βρισκόμαστε στο μακρινό 1993 και κρυφοκοιτάζουμε στον παράξενο κόσμο του περίεργου ταλαντούχου νεαρού μουσικού Neil Hannon. Με την σαφώς εσκεμμένη επιλογή ενός ονόματος όπως είναι η “Θεία Κωμωδία”, είναι ξεκάθαρη η αναφορά στον Δάντη Αλιγκέρι. Ο Neil είναι ένας διαφορετικός νέος, και οι παραπομπές αυτές δείχνουν την αλήθεια, δηλαδή έναν τύπο χαμένο στα βιβλία, που είχε συχνά μια περίεργη προσέγγιση ακόμα και σε κοινότυπα, φτηνά θέματα.

Οι αρχικοί του μουσικοί συνοδοιπόροι έχουν επιστρέψει στην Ιρλανδία, και ο Neil έχει ήδη αρχίσει να γράφει πια τραγούδια μόνος του. Κάπως έτσι προέκυψε η πρώτη σχηματοποιημένη απόπειρα του ύφους που τον σημάδεψε, με το άλμπουμ “Liberation”, που κυκλοφόρησε το 1993, με ιδιαίτερα πενιχρή εμπορική επιτυχία.

Πώς έβλεπαν όμως οι υπόλοιποι τον κύριο Hannon; Οι περιγραφές συμφωνούσαν όλες πως η μουσική του έγινε η βασική ενσάρκωση της κίνησης “επιστροφή στα βασικά”, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τη φινέτσα, τη δεξιοτεχνία και μια αναμορφωμένη έκφραση κλασικισμού που στάθηκε με θράσος απέναντι στα σύγχρονα ρεύματα. Άλλωστε, ο Hannon είχε μιλήσει συχνά για τη συγγραφή μιας συμφωνίας, κάποια στιγμή στη μουσική του διαδρομή. Είχε πει μάλιστα με αυτοσαρκασμό, πως όταν θα έφτανε στα 50 του χρόνια, δεν θα υπήρχε πια αμφιβολία πως θα μπορούσε επιτέλους να το κάνει.

Αντλώντας ένα ευρύ φάσμα επιρροών, που ξεκινούσαν από συνθέτες όπως οι Ravel, Stravinsky, περνούσαν από τον Michael Nyman, τον Philip Glass και τον Scott Walker, για να φτάσουν στους The Beach Boys και τους Electric Light Orchestra, ο Hannon έφερε τον δικό του κόσμο στη σύγχρονη μουσική ζωή. Με τη λογοτεχνία και τον ρομαντισμό από τη μια πλευρά, και τις λεπτομερείς ορχηστρικές του δομές από την άλλη, δεν παραλείπει να απελευθερώνει μια αδίστακτη, συχνά κυνική εξυπνάδα. Ντυμένος κομψά στο λινό του κοστούμι μπορεί να τραγουδά για την λαγνεία, την εκδίκηση και την αγάπη, με μια αλλόκοτη αξιοπρέπεια. Ο μπον βιβέρ Neil Hannon προσφέρει κομψά στο Νησί μια εκλεπτυσμένη ανάπαυλα από όλα τα τραχιά κύματα της rock κουλτούρας.

Οι γραφιάδες της μουσικής ταξινόμησης έχουν κατατάξει τους The Divine Comedy στην chamber pop, και όχι άδικα. Το “Promenade” ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 1993, και όπως και στο “Liberation”, ο Hannon κάθισε στην κονσόλα με συμπαραγωγό τον Darren Alison. Επιστρατεύτηκε ένα κουαρτέτο εγχόρδων, όπως και το όμποε του Joby Talbot, ο οποίος  τελικά ήρθε για να μείνει, καθώς συνέχισε με τον Hannon, ενορχηστρώνοντας μεγάλο μέρος της δουλειάς του στα επόμενα άλμπουμ και συμμετέχοντας στις περιοδείες. Τα έγχορδα, τα πνευστά, οι ακουστικές κιθάρες και το πιάνο σκιαγράφησαν τους δρόμους του άλμπουμ, που ήταν, σύμφωνα πάντα με τον ιδιότροπο δημιουργό του, “ένα concept άλμπουμ για δυο εραστές στη θάλασσα”, και περιγράφει μια πλήρη μέρα τους. Το στοιχείο του νερού είναι κάτι που ξεκάθαρα αναφέρεται στα τραγούδια “Bath”, “A Seafood Song”, “Geronimo”, “The Summerhouse”, “Neptune’s Daughter” και “Tonight We Fly”. Άλλωστε η ίδια η Βόρεια Θάλασσα είναι παρούσα στην αρχή του εναρκτήριου “Bath”, καθώς ο παραγωγός Darren Allison έκανε κάποιες υπαίθριες ηχογραφήσεις στο North Blyth και στο Druridge Bay, στο Northumberland. Κάποιοι θεοί της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας παρελάζουν στα τραγούδια, όπως ο Ερμής στο ‘Going Downhill Fast”, η Αφροδίτη στο “Bath”, και ο Ποσειδώνας στο “Neptune’s Daughter”. Το άλμπουμ συνεχίζει φυσικά τις λογοτεχνικές αναφορές, ενώ στο “The Booklovers” αναφέρεται μια λίστα με πάνω από εβδομήντα συγγραφείς. Πέρα από τους υπαινιγμούς του για την αδυναμία του στο Νέο Κύμα του γαλλικού σινεμά σε δυο τραγούδια, ο Hannon απελευθέρωσε και την εμμονή του στον Michael Nyman (με τον οποίο αργότερα συνεργάστηκε) στις παρόμοιες ενορχηστρώσεις των εγχόρδων. Ο ίδιος είχε πει πως κάποτε, πως αφού παρακολούθησε μια παράσταση του Nyman, πήγε στον συνθέτη, του έδωσε ένα αντίτυπο του “Promenade” και του είπε αστειευόμενος: “μπορείς να μου κάνεις μήνυση, αν θέλεις”.

Το “Promenade” ήταν χωρίς αμφιβολία ακόμα ένας καθρέφτης της εξέλιξης του Hannon. Δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία πως προερχόταν από την πηγή ενός φλεγματικού μυαλού που αποκτούσε σταδιακά το θράσος να νομιμοποιήσει τους δικούς του κανόνες έκφρασης. Άλλωστε χωρίς την δύναμη και την υποστήριξη μιας ανθεκτικής υπεροψίας δεν θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στα πελώρια mainstream κύματα, κουνώντας τις εκλεκτικές του ιδιοτροπίες, και κάποια τραγούδια που, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, γεννήθηκαν στον περίεργο κόσμο της σοφίτας. Ήταν ξεκάθαρο πως οι πρωταγωνιστές του γίνονταν όλο και πιο ευέλικτοι, πιο ετοιμόλογοι στις ιστορίες, και όλη αυτή η αριστοκρατική μοντέρνα ανάκληση του κλασικισμού έπαιζε ανάμεσα σε συγκρουόμενες διαθέσεις. Από την αφοσίωση στο μηδενισμό, από το ρομαντισμό στον κυνισμό, από την ελαφρότητα στη βαθιά θλίψη, το “Promenade” ήταν ένα ευγενικό, εγκεφαλικό, γλυκόπικρο έργο για ξεχωριστούς ακροατές, και διατηρούσε αυτή την αμφίσημη τροχιά μέχρι το μεγαλειώδες, υμνικό φινάλε του “Tonight We Fly”. Εκτός των άλλων, περιέχει και μια από τις ομορφότερες νοσταλγικές παγίδες που έχουν γραφτεί ποτέ, το απαράμιλλο “The Summerhouse”. Για μένα, εξακολουθεί να παραμένει μαζί με το ξαδερφάκι του “Liberation”, το αγαπημένο μου δημιουργικό του διάστημα. Ίσως έχει να κάνει με αυτή την έξυπνα χρησιμοποιημένη, στουντιακή λιτότητα που μου φέρνει στο μυαλό τα λόγια του πως είναι καλό να υπάρχουν χρονικά περιθώρια και όρια στο μπάτζετ γιατί αυτό εξασφαλίζει πως τα τραγούδια κάποτε αναγκαστικά θα τελειώσουν. Φτωχός Jacques Brel ή πιεσμένος Scott Walker, o Neil τα κατάφερε περίφημα.

Σίγουρα ο παράξενος φίλος μας κέρδισε αρκετούς νέους ακροατές με αυτό, αλλά η καταξίωση ήρθε λίγο μετά, δυο χρόνια αργότερα, με το  “Casanova” και σημαία του το πολύ πετυχημένο single “Something for the Weekend”. Το “Promenade” αναδείχθηκε από το περιοδικό “Q” κορυφαίο άλμπουμ του 1994, αλλά αυτό θα μπορούσε να είναι και ένας εκκεντρικός ελιγμός τους απέναντι στην τυποποιημένη κόντρα ανάμεσα στους Oasis και τους Blur.

Η μεγαλύτερη ικανοποίηση για τον ίδιο τον Hannon, ήρθε από το τοτέμ του, τον Scott Walker, στον οποίο συνήθιζε να στέλνει όλα του τα άλμπουμ, όταν του απάντησε πως του άρεσε ιδιαίτερα το “The Booklovers”.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 945 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.