PORCUPINE TREE: “Closer/Continuation”

ALBUM

Μην είσαι ανόητος και πιστέψεις σε αυτές τις φτηνιάρικες αμπελοφιλοσοφίες του αστείου Κοέλιο για συνωμοσίες του σύμπαντος και άλλες αηδίες. Όσο και να το ήθελαν διακαώς οι απανταχού ταγμένοι οπαδοί του Wilson και των Porcupine Tree, μόνο ο ίδιος είναι σε θέση να ξέρει τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του, και ποιες ζυμώσεις θα καθορίσουν την επόμενη στροφή του.

Δεν μπορώ βέβαια να αντισταθώ στην πανούργα σκέψη πως ο “international popstar” βρίσκει μια ιδιαίτερη ικανοποίηση και ηδονή σε προκλητικά ηλεκτροσόκ που περιέχουν οι όροι “neo disco”, “techno prog” και “dance electronic” που συνόδευσαν το περιβόητο πρόσφατο προσωπικό του άλμπουμ, “The Future Bites”. Τη στιγμή λοιπόν που ο παραδοσιακός πιστός ακόλουθος του Wilson τον παρακολουθεί με έκπληξη να δραπετεύει από την κορνίζα, να ανησυχεί για τα νέα φρούτα που θα φέρει η επόμενη σπορά του, έρχεται άξαφνα η ανακοίνωση της πιο σίγουρης και συγκεκριμένης λύσης: δώδεκα χρόνια μετά το επιβλητικό αντίο στο Royal Albert Hall, οι Porcupine Tree επιστρέφουν.

Απόλυτη μυστικότητα και μεθοδικότητα έχτισαν αυτό το άλμπουμ του ελεύθερου χρόνου των δημιουργών του, το άλμπουμ που έμεινε έξω από χρονικές συμβάσεις και πιέσεις, το άλμπουμ που σχηματοποιήθηκε αθόρυβα, σαν φάντασμα στο μυαλό του τρομαγμένου. Με την απουσία του μπασίστα Colin Edwin να έχει μείνει χωρίς σχολιασμό, οι Wilson, Harrison και Barbieri, σμίλευσαν σαν εργατικές μέλισσες, αφήνοντας σε χαλαρούς ρυθμούς τη γύρη της λεπτομέρειας στα τραγούδια. Όποιος έχει, έστω και επιδερμικά, παρακολουθήσει σε κάποιο ντοκιμαντέρ τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει ο Wilson στο στούντιο, έχει μια υπολογίσιμη αφετηρία να υποθέσει την επιμέλεια και τον πλούτο που κρύβει αυτή η διαδρομή δεκαετίας.

Με τον διφορούμενο τίτλο ξεκαθαρίζεται το γεγονός πως δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση αν ο δίσκος είναι η επιστροφή ή απλά ένα καθυστερημένο φινάλε. Η βεβαιότητα που μπορεί να υποσχεθεί το funky μπάσο στην αφετηρία του “Harridan” είναι πως όλα τα επιμέρους εξαρτήματα της μηχανής τους είναι σε δράση: δεν θα βρεις υπερβατικές εκπλήξεις και άγνωστο έδαφος, αλλά τα 48 λεπτά του είναι βγαλμένα με τον πήχη βαλμένο στο ανάλογο για την αξία τους ύψος.

Η αναπόφευκτη συγγένεια με την progressive metal επιδερμίδα του “The Incident” και του “Fear of a Blank Planet”, υποδηλώνει πως θα συναντηθούν ξανά αυτά τα επιβλητικά ριφ που χαρακτήρισαν τη συγκεκριμένη περίοδο, αν και όχι σε τέτοια πυκνότητα. Όμως όταν συνάδουν με τις θεματικές στροφές του ανήσυχου νου του Wilson, μπορεί να γίνουν και πρωταγωνιστικά, όπως στο “Rats Return”, με το έντονα πολιτικό του χρώμα να αναδύεται από την αγωνία του Brexit και από πρωταγωνιστικές καρικατούρες του πλανήτη, σαν τον Trump και τον Boris Johnson. Πέρα από τις ελεγχόμενες δόσεις μετάλλου, δεν είναι πια μυστικό πως οι PT κατέχουν την πιο μαγική χοάνη να μεταφέρουν τις Floyd-ικές αντηχήσεις σε νέες τοποθεσίες νοσταλγίας και έκφρασης. Μαζί με τις ευρηματικές ψυχεδελικές δονήσεις, τους εξελιγμένους ρυθμούς του space rock, και τα ambient μαγικά χαλιά του Barbieri, που ακούγεται ανεξάντλητος σε ηχητικά ευρήματα, η λεπτομέρεια θριαμβεύει σε κάθε σύνθεση. Βέβαια τον πρώτο λόγο για τον θρίαμβο του αποτελέσματος έχουν οι σπουδαίες, εύστοχες και εκφραστικές φωνητικές μελωδίες που ανοίγουν το δρόμο στα τραγούδια. Αν πίσω από αυτό το σύνολο, προσθέσεις αυτή τη μεταφορική ικανότητα του Harrison, που παραμένει συγκλονιστικός, ο σκελετός των επτά τραγουδιών είναι δελεαστικός.

Μια ακόμα ένδειξη της δεινότητας να κουμπώνει το σχήμα ιδανικά την πορεία των τραγουδιών, είναι η αναβαθμισμένη εντύπωση που αφήνουν τα γνώριμα προωθητικά clips του δίσκου μέσα στη συνολική του διαδρομή των 48 λεπτών του. Ο ρόλος έχει αλλάξει αισθητά μακριά από την αυτόνομη έκθεση του δείγματος και η διαφορά στη βαρύτητα είναι αισθητή.

Οι δυο τελευταίες συνθέσεις του δίσκου είναι ιδιαίτερες για πολύ διαφορετικούς λόγους. Στο “Walk the Plank”ο δημιουργός θα λοξοκοιτάξει προς το ευρύ ambience του “The Future Bites”, αποφεύγοντας τις κιθάρες και αφήνοντας τους ιστούς του Barbieri να το διακοσμήσουν με έναν απόκοσμα μοντέρνο, στοιχειωμένο τρόπο. Το φινάλε του δίσκου, το επικό και χορταστικό “Chimera’s Wreck”, είχε τη θεματική αφετηρία του στην απώλεια του πατέρα του, αλλά ανοίγει τις διαστάσεις του και απλώνεται στην αλλαγή, το γήρας, την κληρονομιά, τη θνητότητα. Ανάλογα ξεδιπλώνεται και η μουσική, πολυπρόσωπη φύση του τραγουδιού σε δέκα λεπτά που μπορούν σχεδόν να καμωθούν πως περικλείουν όλα τα πρόσωπα της μπάντας.

Αν το να επεξεργάζεται τα απομεινάρια σου για πάνω από δεκαετία, είναι ο δρόμος σου να προσφέρεις κάτι νέο στη δισκογραφική λίστα, τότε ίσως έχουμε να κάνουμε με το οριστικό κλείσιμο της διαδρομής. Αν βέβαια, μπορείς μέσα από απομεινάρια να επιστρέφεις με τον τρόπο αυτό, τότε μέσα σε ένα πολυμήχανο και παραγωγικό μυαλό πολλά μπορούν να συμβούν.

Όπως τελικά και να έχει, να ξεκινάς ένα στην ουσία προσωπικό project παρωδία του Syd Barrett για την δική σου διασκέδαση πριν από κάποιες δεκαετίες, και να αλλάζεις μια για πάντα τον χάρτη του σύγχρονου προοδευτικού rock και της ψυχεδέλειας, είναι μια πολύ σοβαρή και καθόλου ευκαταφρόνητη κατάκτηση.

Είδος: Progressive Rock
Εταιρεία: Music For Nations
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 24 Ιουνίου 2022

Facebook: https://www.facebook.com/PorcupineTreeOfficial
Official Website: https://porcupinetree.com/

122
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 179 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.