MADRUGADA: “Chimes At Midnight”

ALBUM

14 ολόκληρα χρόνια πέρασαν από την τελευταία κυκλοφορία των θρυλικών Madrugada, το ομότιτλο “Madrugada” από το μακρινό 2008. Ως γνωστόν, το σχήμα διαλύθηκε και τα μέλη ακολούθησαν ξεχωριστές πορείες, με κάποιες από αυτές να είναι ιδιαίτερα ηχηρές, όπως του Sivert Høyem, τραγουδιστή / leader του σχήματος, κι αγαπημένου του ελληνικού κοινού. Η είδηση της επανένωσής τους, έφερε στις αρχές του έτους και την πολυπόθητη (αλλά και αναμενόμενη) για τους θιασώτες της μπάντας, κυκλοφορία του “Chimes At Midnight”, μιας full length δουλειάς, που τους επαναπροσδιορίζει στο μουσικό χάρτη και τους «επανασυστήνει» σε οπαδούς και εν δυνάμει θιασώτες τους.

Κι όταν λέμε «επανασυστήνει» το εννοούμε! Ακούγοντας αρκετές φορές το νέο αυτό τους πόνημα, η αίσθηση που μας αφήνει, συγκρίνοντας αναπόφευκτα με τα album της δεκαετίας της ακμής τους, είναι ότι ευθύς εξ’ αρχής ο Høyem και η παρέα του επεδίωξαν να αποτινάξουν το πειραματικό στοιχείο από τον ήχο τους και να κινηθούν σε πιο απλά – λυρικά μοτίβα, βγάζοντας από τον κάδρο κάποιες από τις εμφαντικές παρακαταθήκες που άφησε στο διάβα του ο πρόωρα χαμένος Robert Burås.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με τα «κιθαρο-κεντρικά» album του παρελθόντος το “Chimes At Midnight”, κινείται σε πιο χαλαρά νερά, δίχως εκρήξεις, δίχως βαριά και σκοτεινά riff (εναρμονισμένα με την ατμοσφαιρικότητα και την αξεπέραστη αφηγηματική ερμηνεία του Sivert), δίχως κιθαριστικά σόλο, αλλά πλέον, αναβαθμισμένο ρόλο έχουν τα κρουστά, το πιάνο και ο ερωτισμός που αναδύεται από πιο ανάλαφρες, ίσως και πιο αισιόδοξες συνθέσεις.

Βέβαια, εξυπακούεται πως τα sing-along φωνητικά έχουν εξέχοντα ρόλο, σε σημείο που εύκολα μπορείς να καταλήξεις ότι όλο το album είναι δομημένο γύρω από τη φωνή του τραγουδιστή της μπάντας, σε ορισμένα, δε, σημεία το συγκεκριμένο στοιχείο είναι πολύ έντονο. Σαφέστατα έχουμε να κάνουμε με έναν εμβληματικό ερμηνευτή, με απίστευτο φυσικό χάρισμα, εκπληκτικά τεχνικά προσόντα και την ικανότητα να μαγεύει πιάνοντας το μικρόφωνο, αλλά απουσιάζει το μέτρο κι ίσως επιδιώκεται μια υπέρ του δέοντος (κι αχρείαστη) προβολή.

Θα μπορούσα με τα βίας να ξεχωρίσω το “The World Could Be Falling Down” και το “Stabat Mater”, ως όμορφα τραγουδάκια, αλλά μέχρι εκεί. Καμιά σύνθεση, όμως, δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άξιος διάδοχος των πάλαι ποτέ ύμνων, ούτε καν να μας αποτυπωθεί για να έχουμε να πορευόμαστε. Αναιμική στιχουργική, αδιάφορη ενορχήστρωση (βασισμένη εν μέρη στα «παλιά», αλλά με μια υποτονικότητα και μια τετριμμένη / ατμοσφαιρικότητα), έναν προβλεπέ αισθησιασμό, που κλείνει το μάτι μόνο στις / στους ερωτευμένες /ους με το Νορβηγό ερμηνευτή.

Δίχως αμφιβολία, η παρούσα κυκλοφορία, έγινε μ΄ αφορμή την επανένωση του σχήματος και την επικείμενη περιοδεία τους (εμπορικοί λόγοι δηλαδή), με συνθέσεις που προφανώς δούλεψαν μαζί, αλλά φαίνεται ότι βγήκαν από τη φαρέτρα του Høyem, προσδοκώντας έτσι να συντηρήσουν το μύθο της μπάντας που μεσουράνησε πριν χρόνια και να φροντίσουν ταυτόχρονα για την υστεροφημία τους.

Αν ήθελε κάποιος να μυηθεί στον ήχο των Madrugada, ίσως θα έπρεπε να του κρύψουμε το συγκεκριμένο πόνημα, αφενός γιατί έχει απεμπολήσει / αποκηρύξει ένα σημαντικό κομμάτι του προηγούμενου χαρακτήρα τους κι αφετέρου γιατί μετά τη δεύτερη – τρίτη ακρόαση παύει να είναι και διασκεδαστικό, μάλλον βαρετό ακούγεται.

Δίχως καμία τάση παρελθοντολαγνείας, οι Madrugada δεν έχουν ταυτότητα Madrugada. Θα μπορούσαν να ονομαστούν αλλιώς, όπως έπραττε στις διάφορες δουλειές του ο Høyem (βλέπε Paradise), αλλά τα πρώην μέλη αποφάσισαν πως η περίοδος του παρατεταμένου θρήνου πέρασε και πλέον πρέπει να αλλάξουν ρότα ίσως και χαρακτήρα. Καπέλο τους!

Είδος: Alternative Rock
Δισκογραφική: Warner Music
Ημ. Κυκλοφορίας: 28 Ιανουαρίου 2022

Web-Site: https://madrugada.no/
Facebook: https://www.facebook.com/madrugada/
YouTube Channel: https://www.youtube.com/user/MadrugadaOfficial
Instagram: https://www.instagram.com/madrugadamusic/
Twitter: https://twitter.com/madrugadamusic

142
Avatar photo
About Παναγιώτης Σπυρόπουλος 18 Articles
Γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 70 και μεγάλωσε στα Δυτικά της Αθήνας, γαλουχημένος με ρεμπέτικα και λαϊκά από το σπίτι, κλασική / λόγια μουσική στα ωδεία, τον σκληρό ήχο μιας οργισμένης κι επαναστατημένης εφηβείας, τα blues σε μια περίοδο ανώριμης εξέλιξης και από progressive metal ηχοτοπία σε φάση περισυλλογής. Προσπαθεί να ισορροπήσει σ’ ένα αντεστραμμένο κόσμο, απαλλαγμένος από τη δικτατορία των πεποιθήσεων των άλλων. Η αισιοδοξία του ξεκινά από την ανάγνωση μιας απαισιόδοξης πραγματικότητας, μη έχοντας καταλήξει αν αγαπά τη ζωή περισσότερο από το ίδιο το νόημα της. Παιδί των καφέ του κέντρου και των προαστίων, φίλος της μοναχικότητας, οπαδός της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας και της δικαιοσύνης. Δε θα προσπαθήσει να ερμηνεύσει τη μουσική ή την τέχνη στους δημιουργούς της, αλλά να μοιραστεί τις εντυπώσεις που αποκόμισε μ’ ένα ευρύτερο κοινό.