QUEENSRYCHE: “Digital Noise Alliance”

ALBUM

Είναι αρκετός ένας τίτλος που σχηματίζει με τα αρχικά του γράμματα το ζητούμενο πια DNA του γκρουπ να τους κάνει να ξαναγίνουν η “thinking man’s metal band”; Είναι πραγματικός ο υπαινιγμός ή μια σύμπτωση που φανταζόμαστε όσοι διατηρήσαμε ένα μικρό περιθώριο ολικής επαναφοράς για τη σημερινή σύνθεση; Είναι ευεργετικό για τους ίδιους να έχουν καλλιεργήσει αυτή τη ζωντανή εικόνα μιας ομάδας που αποδίδει επί σκηνής το αυθεντικό διαχρονικό υλικό πιθανά καλύτερα από την πρωταρχική σύνθεση σήμερα;

Ατέρμονες συζητήσεις, αναλύσεις, συγκρίσεις, εκδοχές, ανατροπές, και πολλές εξελίξεις μακριά από τα αμιγώς μουσικά δρώμενα έχουν ταλανίσει επαναληπτικά αυτό που σήμερα ονομάζουμε Queensryche. Ξεκινώντας να μπαίνουμε στατιστικά στον φάκελο του “Digital Noise Alliance”, έχουμε βρεθεί πια στο τέταρτο άλμπουμ με τη φωνή του Todd La Torre. Μια άλλη ουσιαστική λεπτομέρεια είναι πως έχουμε το πρώτο άλμπουμ με τον Casey Grillo με κάθε επισημότητα πια στο drumset του γκρουπ, και για να μπαίνουμε στα ενδότερα, έναν Grillo καθόλα συνοδευτικό και καθόλου συναρπαστικό. Με την πρώτη φορά που διέτρεξα το άλμπουμ ως το φινάλε, αρχικά διερευνητικά και χωρίς να εστιάζω λεπτομερώς σε εξελίξεις και επιμέρους μυστικά, ένιωσα άμεσα να λείπει αυτό το ευφυές παιχνίδισμα του Scott Rockenfield, όπως μου έλειψε άλλωστε αισθητά και στο “The Verdict”. Μια προφανής φτώχεια υπενθυμίζει τόσο έντονα αυτή την ιδιαίτερη γραμμή ισορροπίας του Scott ανάμεσα στο εξεζητημένο και το υπερβολικό.

Πως πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσει κανείς το γκρουπ σήμερα; Δυο αυθεντικά μέλη πια, και ας μη γελιόμαστε, η συνθετική συνεισφορά του Jackson ήταν σχεδόν μηδενική με ελάχιστες εξαιρέσεις, χωρίς αυτό να μειώνει το δικό του ύφος που κούμπωνε υπέροχα με το drumming του Scott. Η πιο δίκαια απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι ακριβώς όπως επέλεξαν αυτοί να συνεχίσουν, δηλαδή με το τερατώδες όνομα από πάνω τους.

Έχοντας ήδη βιώσει μια διαδρομή εννέα χρόνων με τον La Torre, διαπιστώνει κανείς πως κάποια πράγματα γίνονται δεδομένα και αναμενόμενα. Ίσως αυτός να είναι ο κύριος λόγος που έπιασα τον εαυτό μου να μην νιώθει απολύτως τίποτα , μέχρι να φτάσω στο “Lost in Sorrow”, το τρίτο τραγούδι του άλμπουμ. Τα τυπικά, κλασικότροπα La Torre metal τραγούδια, με τα πολυφωνικά ρεφρέν και τις γέφυρες, αρχίζουν πια να με ποτίζουν με έκδηλη αδιαφορία. Μαζί με το παραπάνω κλισέ, αφουγκράζομαι ταυτόχρονα τον Michael Wilton, να κάνει έναν απίθανο αγώνα να σηκώσει το βάρος. Αλλά έχουμε χρόνο να πούμε γι’ αυτό.

Αυτό που τυλίγει όλα τα άλμπουμ με τον La Torre και αυτό που φυσικά επίσης τα συνδέει, είναι αυτή η έκδηλη απουσία θεματικής ενότητας και διαφοροποίησης από δίσκο σε δίσκο. Αυτό είναι θεωρητικά ένα δυστοπικό άλμπουμ που πραγματεύεται μυστικά και μοναχικές κρίσεις ανθρώπων, αλλά αυτή η διάθεση δεν αναπαράγεται και δεν αναδύεται συχνά, ίσως περιστασιακά στα δυνατά χαρτιά του άλμπουμ. Η σκιαγράφηση λοιπόν του θέματος είναι αδύναμη ή απούσα και ένα μεγάλο μέρος σε αυτό οφείλεται για μένα στις φωνητικές μελωδίες του τραγουδιστή, που είναι συχνά επαναλαμβανόμενες με το παρελθόν, απαθείς, στεγνές, αδιάφορες.

Λυπάμαι που θα αναγκαστώ να το γράψω αλλά η πρώτη σοβαρή αντίδραση στο “Lost in Sorrow” έρχεται πιθανώς λόγω του κοκτέιλ “Empire-Mindcrime” που παραμονεύει στην κατασκευή του. Εδώ, για να είμαι απόλυτα δίκαιος, ο La Torre είναι εκπληκτικός και το φινάλε πραγματικά ανατριχιαστικό. Και πάλι όμως δεν κατάφερα να αποφύγω τους συνειρμούς από το κλείσιμο του “The Mission”.

Μια διαφορά που διαπιστώνει κανείς, συγκριτικά ειδικά με το “The Verdict”, είναι πως πράγματι έχει γίνει δουλειά στα τραγούδια. Ακόμα και σε πιο συμβατικές συνθέσεις, όπως είναι για παράδειγμα το “Sicdeth”, που πιθανά δεν θα είχε ούτε την τύχη b’ side σε single του “The Warning”, έχει ένα εξεζητημένο break που το εμπλουτίζει αλλά μάλλον το εκτροχιάζει από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Και αυτό είναι ένα άλλο πρόβλημα σε αυτή την προσπάθεια του γκρουπ να στολίσει τις συνθέσεις περισσότερο, πως δεν αποφεύγει τελικά μάλλον μια ρηχή επιτήδευση. Δεν υπάρχει πιο εξόφθαλμο παράδειγμα από το τελευταίο μέρος του “Hold On”, όπου αυτή η prog ουρά του τραγουδιού ακούγεται απελπιστικά μόνη και αυτόνομη. Το ίδιο συμβαίνει και στο “Tormentum”, το μεγαλύτερο σε διάρκεια τραγούδι του δίσκου, όταν η διαδρομή του επικαλείται όλα τα πιθανά όπλα της εξέλιξης, ακουστικές υποβολές, εφέ  ήχων, μελωδικά leads και επιστροφή σε βαριά ριφ, χωρίς στην ουσία να δικαιολογείται όλος αυτός ο μακρύς δρόμος του.

Από την άλλη, η ένταση του “Behind the Walls” έχει πραγματικά ανάγλυφη την αγωνία και τη δύναμη, ο σκελετός του σε κλείνει ολόκληρο μέσα του και σε συνθλίβει σταδιακά, και τα φωνητικά σε γεμίζουν επιτέλους εντυπώσεις και χρώματα, ένα από τα κορυφαία τραγούδια της La Torre περιόδου. Με το ίδιο πάθος και απόλαυση θα επέστρεφα και στο “Forest”, μια ιδιαίτερη αχτίδα ευγενικής μελαγχολίας, ένα τραγούδι με τη σφραγίδα του κλασικού και μια μικρή αποκάλυψη στα πραγματικά ξεχωριστά φωνητικά του.

Και ήρθε η στιγμή να φτάσουμε στον ήρωα του άλμπουμ, αλλά και της πρόσφατης ιστορίας του γκρουπ, που είναι αναμφισβήτητα ο Wilton. Η δουλειά που κάνει είναι πραγματικά καταπληκτική, και είναι ουσιαστικά ο βασικός υπαίτιος για όσα ίχνη του άλλοτε κραταιού σχήματος υπάρχουν εδώ. Τα περισσότερα leads του είναι υπέροχα και λειτουργικά, δεν είναι καθόλου φλύαρος και αν είχε καταφέρει να συνδέσει δυο τρεις επιτηδεύσεις περισσότερο με τα αντίστοιχα τραγούδια, θα μιλούσαμε για έναν πραγματικό άθλο.

Αυτά όλα τα παραπάνω απευθύνονται στο νέο άλμπουμ των Queensryche.

Τώρα, ΑΝ το άλμπουμ αυτό έβγαινε με το όνομα Rising West για παράδειγμα ή κάποιο άλλο όνομα, θα είχαμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικό άλμπουμ σύγχρονου metal με κάποια επιμέρους πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, σπουδαίο παίξιμο, απίθανη δουλειά στις κιθάρες και σπουδαία φωνή. Η αυτονομία της συγκεκριμένης προσπάθειας και κυκλοφορίας σίγουρα εκτιμάται διαφορετικά έξω από τη σκιά του ονόματος.

Επειδή όμως είναι πολλά τα λεφτά, θα συνεχίσουμε όλοι στον ίδιο δρόμο, με τους δημιουργούς να αδικούν τόσο τη μεγάλη προσπάθεια που κάνουν, όσο και το βαρύ όνομα των Queensryche.

Είδος: Heavy Metal/Prog
Εταιρεία: Century Media Records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 7 Οκτωβρίου 2022

Website: http://www.queensrycheofficial.com/
Facebook: https://www.facebook.com/QueensrycheOfficial/

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 868 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.