LYNCH MOB: “Babylon”

ALBUM

Το μελωδικό hard rock που ευδοκίμησε ιδιαίτερα στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, μονοπωλώντας συχνά τη ραδιοφωνική πρώτη γραμμή αλλά και τις θέσεις των charts, φημιζόταν πάντα για τις ίντριγκες και τις μοιραίες συγκρούσεις των πρωταγωνιστών του. Κάποιες ιστορίες κράτησαν περισσότερο και από την υστεροφημία των ίδιων των συγκροτημάτων. Σε αυτό τον κόσμο, δεν είναι περίεργο.

Άλλη μια εναλλακτική σύγκρουση στο οσκαρικό “Κράμερ εναντίον Κράμερ” είναι ο χωρισμός των Don Dokken και George Lynch, που αποτέλεσαν την διπλή μηχανή μουσικής παραγωγής των Dokken. Το σχήμα του Lynch μετά το χάσμα, προέκυψε ουσιαστικά από τα απομεινάρια των Dokken και περιλάμβανε στη σύνθεσή του τον ντράμερ τους Mick Brown. Από τότε βέβαια χύθηκε πολύ νερό στο αυλάκι, και σήμερα έχουμε να κάνουμε με το όγδοο στούντιο άλμπουμ της μπάντας.

Το “Babylon”, πριν από οτιδήποτε άλλο μας συστήνει τον νέο τραγουδιστή Gabriel Colon, και δεν πρόκειται να δεχτώ εκδηλώσεις έκπληξης. Έχω ήδη χάσει το λογαριασμό για τις εισόδους και εξώσεις του Αργεντινού Oni Logan, που έχει συνδέσει τόσα χρόνια την παρουσία του με το μικρόφωνο των Lynch Mob, για να μην απαριθμήσω τους υπόλοιπους αντικαταστάτες του. Ο Colon λοιπόν έχει μια ισχυρή φωνή, με όλη την απαραίτητη δόση αλητείας που συνοδεύεται από μια έρρινη αίσθηση, κάτι που μάλλον θα δελεάσει περισσότερο τους φίλους του Axl Rose.

Ο κύριος Lynch από την άλλη, ισορροπημένος στη γνωστή τακτική “το γκρουπ είναι οικογένεια”, έχει φροντίσει σε έναν δίκαιο ήχο, και είναι κάποιες στιγμές που οφείλεις να στήσεις προσεκτικά αυτί για να ανακαλύψεις όλα αυτά τα ακαριαία έξυπνα πράγματα που επικαλείται για να στολίσει τα τραγούδια. Μουσικά, όλοι ξέρουμε τι περιμένουμε, και πράγματι δεν υπάρχουν ιδιαίτερες εκπλήξεις στο υλικό. Είναι κάτι σαν ευχή και κατάρα των μουσικών αυτού του χώρου η αναμενόμενη περιχαράκωση στα κλισέ του είδους, και το ζητούμενο είναι πια η ποιότητα των τραγουδιών. Σε αυτό, για να είμαι ειλικρινής, εξακολουθώ να αισθάνομαι και μετά από περισσότερα ακούσματα πως το πρώτο μέρος του άλμπουμ υπερτερεί αισθητά της συνέχειας.

Το εναρκτήριο “Erase” είναι ένα εκρηκτικό, απόλυτα ικανοποιητικό άνοιγμα και έξυπνα ακολουθείται από τη ρυθμική τσαχπινιά του ελκυστικού “Time After Time”, που μένει αισθητά στη μνήμη. Το σχεδόν κλασικό metal “How You Fall” που ανεβάζει την αδρεναλίνη είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτο και δείχνει πως η γκάμα του Colon είναι ευρύτερη από αυτό που υποψιάζεται κανείς αρχικά. Το “Million Miles Away” είναι ένα πιο ντελικάτο άκουσμα, και δεν θα το χαρακτήριζα τυπικά μπαλάντα, αλλά ένα ιδιαίτερο ατμοσφαιρικό τραγούδι με όμορφα χρώματα. Μέχρι το εξαιρετικό φινάλε του ομότιτλου με τον εξωτικό του τόνο, το ενδιαφέρον πέφτει κάπως, καθώς τα τραγούδια μονοπωλούνται από το groove και μοιάζει να τους λείπει μια κουταλιά ευκολομνημόνευτης μελωδίας. Εκεί την παρτίδα σώζει η δουλειά του αφεντικού που παραμένει εξαιρετική.

Για έναν σπουδαίο χειριστή σαν τον Lynch πάντα αναρωτιέσαι αν χωρά σε συγκεκριμένο χώρο ή αδικεί τον εαυτό του, όμως μόνο ο ίδιος απαντά σε αυτό. Αφοσιωμένος στο hard rock του, που στρίβει από το επιμεταλλωμένο rock & roll μέχρι και το metal, μπορεί να μην φέρνει σεισμικές αλλαγές στη σύγχρονη σκηνή, αλλά γράφει και εκτελεί με περίσσεια αξιοπρέπεια.

Είδος: Hard Rock
Εταιρεία: Frontiers Music
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 20 Οκτωβρίου 2023

Facebook: https://www.facebook.com/LynchMobBand/

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 982 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.