Editorial – Η ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΗ ΓΕΦΥΡΑ

EDITORIAL

Αν ήμουν αλχημιστής και κατάφερνα να παρασκευάσω ένα μαγικό καταπραϋντικό φάρμακο με καταλυτική επίδραση στον σωματικό αλλά και τον ψυχικό πόνο, θα του έδινα το όνομα “Εμπενέζερ Σκρούτζ”. Η όμορφη ιστορία του Τσαρλς Ντίκενς που στόχευε να ζεστάνει τις καρδιές των ανθρώπων σε μια πολύ δύσκολη εποχή απόλυτης εξαθλίωσης για την εργατική τάξη της Αγγλίας, είναι υπεύθυνη για αμέτρητες παιδικές εκρήξεις άκαπνης προσδοκίας και αισιοδοξίας  πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει.

Πολύ γρήγορα έπιασα τον εαυτό μου μεγαλώνοντας να δυσπιστεί μέσα σε αυτή τη γενική, σχεδόν πιεστική ευδαιμονία της σημαντικότερης γιορταστικής περιόδου του χρόνου, της εποχής με τη χρυσόσκονη, τα λαμπιόνια, τα άρματα στον ουρανό, τις μεγάλες υποσχέσεις και τις ευχές που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Μέσα σε τόσο μεγάλη παροδική, αλλά καταιγιστική θύελλα φιλανθρωπίας που πάντα έδερνε το κλίμα των ημερών, έβρισκα πίσω της αυτή την υποκριτική απόπειρα που βούιζε στο μυαλό μου με τη φράση “πάρε και εσύ κάτι, να μην μου χαλάσεις τη γιορτή”.

Υπάρχει όμως και αυτή η τρυφερότητα της ηλικίας που απλόχερα και με αφέλεια δίνει χώρο στην ελπίδα. Έτσι, όταν είδα για πρώτη φορά το βίντεο κλιπ του “Do They Know It’s Christmas?”, τον Δεκέμβριο του 1984, η ισχυρή πίστη μου στην αξία της φωνής του καλλιτέχνη ήταν αυτή που με έκανε για πρώτη φορά να συμπαθήσω, και να μαλακώσω απέναντι σε “μουσικούς εχθρούς” που έδειχναν τόσο πρόθυμοι να βοηθήσουν για να σταματήσει ο βιβλικός λιμός στην Αιθιοπία. Ο δημοσιογράφος του BBC, Michael Buerk, με τις συνεχείς αναφορές του και με την περιγραφή του για τον λιμό σαν το πιο κοντινό πράγμα της κόλασης επί γης, αφύπνισε πολλές συνειδήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, και αποτέλεσε το ερέθισμα για την πρωτοβουλία του Bob Geldof, που κατέληξε στο πασίγνωστο τραγούδι.

Θυμάμαι την ιστορία της νοσοκόμου Claire Bertschinger, που έπρεπε να επιλέξει σε ποια παιδιά θα διέθετε την περιορισμένη ποσότητα φαγητού στον σταθμό σίτισης, και ποια ήταν ήδη πολύ άρρωστα για να σωθούν. Είχε τη δύναμη της ζωής και του θανάτου στα χέρια της, απέκτησε τη μοίρα ενός θεού, κάτι που είναι δυσβάσταχτο για οποιονδήποτε.

Η απόπειρα συγκέντρωσε 8 εκατομμύρια στερλίνες σε ένα χρόνο. Η επιτυχία αυτή έφερε και άλλα φιλανθρωπικά singles, όπως το “We Are The World” του 1985, η αμερικανική απάντηση των καλλιτεχνών για στήριξη στην Αφρική, η συναυλία Live Aid την ίδια χρονιά, το “Hear ‘n Aid” με συμμετοχή heavy metal μουσικών το 1986. Το “Do They Know It’s Christmas?” ηχογραφήθηκε ξανά και επανακυκλοφόρησε το 1989, το 2004 και το 2014. Τα τραγούδια έμειναν, τα βίντεο είναι εκεί, το ίδιο και η πείνα.

Δεν ξέρω πια αν οι καλλιτέχνες νομιμοποιούνται, ποιώντας ήθος μέσα από την επαγγελματική διαδικασία, να διεκδικούν την προσωπική τους κάθαρση με κινήσεις φιλανθρωπίας, ξεπλένοντας έναν κόσμο που παίρνει ασπιρίνες για τους καρκίνους του. Η τέρψη των παραστάσεων, συναυλιών, προβολών εκθέσεων, καταλήγει σε μια ανάλογη εφήμερη τέρψη του ουρανίσκου που μας προσφέρει ακριβώς αυτό που εξακολουθεί να λείπει σήμερα από εκατομμύρια ανθρώπους. Όταν μάλιστα όλων των ειδών οι διασκεδαστές, από καλλιτέχνες μέχρι αθλητές, γίνονται κινούμενες μετοχές και με προκλητικά συμβόλαια ενισχύουν την παγκόσμια οικονομική εντροπία, οι φιλανθρωπικές τους σπίθες είναι αμελητέες. Η ωμή βία στις σκέψεις και τις πράξεις της πραγματικής ζωής μοιάζει να βγαίνει νικητής απέναντι σε κάθε στιγμιαία ανυψωτική ένσταση της τέχνης.

Το 1993 στο Σουδάν τραβήχτηκε η φωτογραφία που έγινε γνωστή με τον τίτλο “Ο γύπας και το κοριτσάκι” από τον φωτογράφο Kevin Carter. Ήταν η εικόνα ενός μικρού κοριτσιού πεσμένου στο έδαφος από την πείνα, ενώ ο γύπας παραμόνευε κοντά της. Ο Carter έδιωξε τον γύπα και λίγο αργότερα επιβιβάστηκε σε ένα μικρό αεροσκάφος του ΟΗΕ και έφυγε από το Σουδάν, σοκαρισμένος από την κατάσταση. Η φωτογραφία πουλήθηκε στους New York Times,  εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 26 Μαρτίου 1993, και διαδόθηκε παγκοσμίως. Εκατοντάδες άνθρωποι επικοινώνησαν με την εφημερίδα να ρωτήσουν για την τύχη του κοριτσιού. Σύμφωνα με τον Carter, συνήλθε αρκετά για να συνεχίσει τη διαδρομή του μετά την εκδίωξη του γύπα, αλλά ήταν άγνωστο αν κατάφερε να φτάσει στο κέντρο τροφίμων του ΟΗΕ. Τον Απρίλιο του 1994, η φωτογραφία κέρδισε το βραβείο Pulitzer. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2011, ο πατέρας του παιδιού αποκάλυψε πως το παιδί ήταν στην πραγματικότητα ένα αγόρι, με το όνομα Kong Nyong, και έτυχε φροντίδας από τον σταθμό επισιτιστικής βοήθειας του ΟΗΕ. Το αγόρι πέθανε το 2007 από πυρετό.

Στις 27 Ιουλίου 1994, ο Carter οδήγησε με το αυτοκίνητό του ως το Parkmore κοντά στο Field and Study Centre, μια περιοχή όπου έπαιζε όταν ήταν παιδί. Χρησιμοποιώντας ένα σωλήνα που εφάρμοσε στην εξάτμισή του, αυτοκτόνησε δηλητηριάζοντας τον εαυτό του με μονοξείδιο του άνθρακα σε ηλικία 33 ετών. Έζησε ως τότε απαθανατίζοντας πολύ σκληρές εικόνες δολοφονιών, εκτελέσεων, θυμάτων της πείνας, πιστεύοντας κάποια στιγμή πως η μαρτυρία όλων αυτών των κακών θα οδηγήσει στο τέλος σε κάτι καλό.

Όσο οι γραμμές από το σημείωμα της αυτοκτονίας του παραμένουν ανεξίτηλες , η γέφυρα για τον μαγικό κόσμο του Ντίκενς θα είναι αιώνια γκρεμισμένη:

“I’m really, really sorry. The pain of life overrides the joy to the point that joy does not exist. …depressed … without phone … money for rent … money for child support … money for debts … money!!! … I am haunted by the vivid memories of killings & corpses & anger & pain … of starving or wounded children, of trigger-happy madmen, often police, of killer executioners … I have gone to join Ken if I am that lucky.”

141
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 278 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.