22-20’s: White Man Sings The Blues

TRIBUTES-ARTISTS

Η αγροτική περιοχή του Lincolnshire φημίζεται περισσότερο για τα λουκάνικα και όχι για τη μουσική του σκηνή, πόσο μάλλον για τις αντηχήσεις της φυσαρμόνικας και της αγέρωχης bluesy κιθάρας. Κάποιες φορές τα πράγματα όμως προορίζονται απλά να συμβούν. Έτσι δυο μικρά παιδιά, ο Glen και ο Martin, πέρασαν μια εφηβεία χωρίς πολλές εξόδους της Παρασκευής, με την απροσδιόριστη θλίψη της ηλικίας να τους σπρώχνει να ακούνε κλεισμένοι στα σπίτια τους δίσκους στην τύχη, μην έχοντας κανέναν να τους κατευθύνει σε συγκεκριμένες επιλογές. Το τελευταίο μπορεί να είναι και καλό τελικά.
Είχαν συναντηθεί στο σχολείο του Sleaford, γεφυρώνοντας τα 15 μίλια αγροτικής εξοχής που τους χώριζε, και το 1977, σε ηλικία μόλις 14 ετών αγοράζουν τις πρώτες τους κιθάρες από το μαγαζί του θείου του Martin. Η επίσκεψή του εκείνα τα Χριστούγεννα, έφερε και μια κατεύθυνση στο μουσικό χάος των μικρών φίλων, με τους blues δίσκους που τους πήγε για δώρο. Άρχισαν να εντρυφούν σε blues καλλιτέχνες όπως ο Muddy Waters και ο Buddy Guy, και αργότερα στους T. Rex, Bob Dylan και Rolling Stones.

Βρέθηκαν σύντομα, πολύ νέοι, απέναντι στο κοινό, παίζοντας σε μικρά, εργατικά blues club στον βορρά, παλιά τραγούδια του Muddy Waters και του Buddy Guys, και ανάλογο υλικό. Ένα κοινό που αποτελούνταν στη συντριπτική του πλειοψηφία από 50χρονους άντρες με μουστάκια, έβλεπε μάλλον πρώτη φορά κάποιους στην ηλικία τους να παίζουν τέτοια μουσική, και ήλπιζε πως καθώς θα μεγάλωναν, θα καθάριζαν τον ήχο τους και θα χαμήλωναν τους ενισχυτές. Οι αναμνήσεις εκείνων των ημερών είχαν κάτι από καμπαρέ, καθώς το κοινό συνήθιζε να ζητά από τον Martin να βάλει την κιθάρα του πίσω από το κεφάλι και να διαλέξει ένα όμορφο κορίτσι για να το ανεβάσει στη σκηνή, όταν με τέτοιο ακροατήριο ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα που θα έβρισκε αυτό το όμορφο κορίτσι.
Ήταν η σκληρή περίοδος όπου ο Martin Trimble με τον Glen Bartup, είχαν στρατολογήσει τον μπασίστα  Dave Wheeldon, έπρεπε να χρησιμοποιούν ντράμερ πολύ μεγαλύτερους από τους ίδιους τους οποίους έπρεπε να πληρώσουν για να κάνουν πρόβες, και ανάμεσα στις φωνές των 50άρηδων με τα περιβόητα καπέλα “χοιρινή πίτα” που γκρίνιαζαν πως αυτά δεν ήταν blues, άλλαζαν ονόματα από Crossfire σε Martin Trimble & Outside Help. Περνώντας τα σύνορα της χώρας, φιλοξενήθηκαν και σε blues festivals στο Βέλγιο, την Ολλανδία και τη Γερμανία. Κάπου εκεί έκλεισε ο πρώτος κύκλος δράσης τους.

Μόλις έφτασαν στα 19 τους χρόνια, οι δυο φίλοι άρχισαν να επικεντρώνονται περισσότερο στο δικό τους αυθεντικό υλικό, και ηχογράφησαν ένα demo με τέσσερα τραγούδια στο Mansfield του Nottinghamshire, ενώ το τραγούδι του Skip James, “22-20 Blues” έδωσε το όνομα που θα τους συνόδευε από εκείνη τη μέρα του Αυγούστου του 2002. Κατάφεραν να υπογράψουν ένα συμβόλαιο με την θυγατρική της ΕΜΙ, Heavenly Records, αφού έστειλαν το demo στο Heavenly Social του Nottingham, που άνηκε στην εταιρία και έπαιξαν επίσης support στον Wilko Johnson, υπό το βλέμα του ιδρυτή της, Jeff Barrett. Ο τελευταίος τους κέρδισε μέσα σε έναν πόλεμο περίπου 30 δισκογραφικών εταιριών, που ονομάστηκε “ο A & R αγώνας του αιώνα”, γιατί ήταν ο μόνος που δεν είχε πρόβλημα να τους βγάλει έξω για φαγητό, να τους ξεναγήσει στο γραφείο του και να καταλήξουν ακούγοντας soul δίσκους ως τις τρεις τα ξημερώματα.

Το συγκρότημα εγκαταστάθηκε στην Οξφόρδη και πέρα από την προσχώρηση του James Irving, που έδωσε ένα τέλος στο ζήτημα του ντράμερ, ενισχύθηκε και με τον Charly Coombes στα πλήκτρα, αδερφό των Gaz και Rob των Supergrass. Το single “Such A Fool” προηγήθηκε τον Απρίλιο του 2003, ενώ σε μια γενναία κίνηση ντεμπουτάρουν δισκογραφικά με το live EP “05/03”, θέλοντας να υπερτονίσουν την αναμφισβήτητη αυτοπεποίθηση των ζωντανών τους εμφανίσεων που τους βοήθησαν να κερδίσουν το συμβόλαιο με τη Heavenly.

Τον Σεπτέμβριο του 2004 το ομότιτλο άλμπουμ τους ανέλαβε να ξεκινήσει αυτό που από πολλούς επαινετικά ονομάστηκε σφετερισμός του αμερικανικού blues. Ο Brendan Lynch κάθισε στην κονσόλα για την παραγωγή, εξαργυρώνοντας την φήμη του για τη συνεργασία του με τους Primal Scream, καθώς ο Trimble είχε δηλώσει πως δεν ήθελαν ένα άλμπουμ που να παραπέμπει ηχητικά στα 60’s, όπως βέβαια και από την άλλη δεν ήθελαν να κάνουν και ένα rock ‘n’ roll άλμπουμ για τύπους που φορούν Converse και παίρνουν ναρκωτικά.

Κόντρα στο επιτηδευμένο dance/punk/indie κύμα που επικρατούσε τότε με πολλά προγραμματισμένα θέματα και κιθάρες με πολλά εφέ, οι 22-20’s είχαν τη φρεσκάδα του ακατέργαστου, οργανικού άμεσου ήχου και μια διακριτική πινελιά των παραδοσιακών πλήκτρων. Με περίσσιο θράσος αλλά και μια αυτόνομη γοητεία πέρασαν τον χαρακτηριστικό ζωντανό ήχο τους στο στούντιο, σε δέκα βροντερά και σκοτεινά τραγούδια για την αγάπη, τη λαγνεία, τους δαίμονες και τη σεξουαλική απογοήτευση. Με δεδομένη τη γέφυρα των Stones, περνούν τους πικραμένους άντρες του Muddy Waters στα οργισμένα τους τραγούδια, αποκαλύπτοντας τις βουντού μουσικές του Νησιού. Ένα αφοπλιστικό νοκ άουτ στον πρώτο γύρο, παραμόνευε στους δυναμίτες “Devil in Me” και “Such a Fool”. Το εκπληκτικό single/video του “Shoot Your Gun” αποτέλεσε σπουδαίο δόλωμα για ευρύτερα ακροατήρια, και η άκαρδη κυρία που γεννούσε την απορία πως έμαθε “to shoot without restraint” αγαπήθηκε παράφορα…

Ανοίγοντας για ονόματα όπως οι Supergrass, Oasis, The Black Crows και Kings Of Leon, περιόδευσαν στο Νησί και την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και στην Αμερική, την Αυστραλία και την Ιαπωνία. Η καλύτερη απάντηση σε μέρος του πικρόχολου αγγλικού τύπου που έσκαψε με υπερβάλλοντα ζήλο το άλμπουμ για μειονεκτήματα, ήταν ο θρίαμβός τους από το πέρασμα στο Nashville.

Τον Ιανουάριο του 2006, με το γκρουπ να βρίσκεται στη Νέα Υόρκη ετοιμάζοντας το επόμενο βήμα, οι μουσικές διαφωνίες έφεραν μια κρίση που αποδείχτηκε αξεπέραστη. Ο Trimble δημοσίευσε ένα αναλυτικό κείμενο στην ιστοσελίδα τους, υπονοώντας πως ο ίδιος δεν αισθάνεται άνετα με αυτό που οι άνθρωποι πιστεύουν πως εκπροσωπούν μουσικά, και πως υπάρχει μια σοβαρή δυσκολία να κινηθούν πέρα από το πρώτο τους στάδιο. Ο χωρισμός τη δεδομένη στιγμή ήταν αναπόφευκτος και όσο φιλικός και αν παρουσιάστηκε, ξεκίνησε από την εμμονή του Trimble να αλλάξει τη μουσική κατεύθυνση του γκρουπ, κόντρα στην απροθυμία των άλλων. Ο ίδιος έλεγε πως δεν το ενδιέφερε αν ο επόμενος δίσκος με το όνομά του πουλούσε μόνο ένα αντίτυπο, αρκεί να μην είχε τύψεις για τη μουσική του. Παρά την απομόνωσή του στη Νέα Υόρκη, αντίθετα με τους υπόλοιπους που γύρισαν στην Αγγλία, ο Trimble ενημέρωσε πως δούλευε πάνω σε νέο υλικό με τον Bartup, που δεν θα ήταν προσωπικό άλμπουμ.

Το 2008 κάνουν μια και μοναδική συναυλία επανασύνδεσης μετά από αίτημα της Heavenly Records, ενώ ταυτόχρονα αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο συνέχειας και νέας μουσικής. Κόντρα βέβαια σε όλα αυτά, όπως συνήθως γινόταν, κάνουν κάποιες εμφανίσεις με το ψευδώνυμο “Bitter Pills”. Ο Irving έχει επιστρέψει, ενώ στη θέση του δεύτερου κιθαρίστα εμφανίζεται ο Dan Hare, ένας παλιός σχολικός φίλος. Ο Charly Coombes εμφανίζεται μόνο στο τραγούδι “96 to 4”.

Χωρίς λοιπόν καμιά επίσημη ανακοίνωση το πρώτο single, Latest Heartbreak”, κυκλοφορεί σε ψηφιακή μορφή στα τέλη του 2009. Το άλμπουμ που φέρει τον τίτλο “Shake/Shiver/Moan” κάνει ντεμπούτο στην Ιαπωνία τον Μάϊο, και στην Αμερική τον Ιούνιο. Οι περισσότεροι που άκουσαν αρχικά το άλμπουμ χρησιμοποίησαν τη λέξη “unbluesy” για ένα συγκρότημα που πήρε το όνομά του από τραγούδι του Skip James. Ήταν βέβαια αναμενόμενος ένας ευρύτερος πλουραλισμός στις κατευθύνσεις μετά τις περιπέτειες στη διάρκεια της σύνθεσης του άλμπουμ. Πάνω στο παιχνιδιάρικο τρενάκι του υπήρχαν ακόμα οι βαθιές blues καταβολές του ντεμπούτου, αλλά οι διάδρομοι είχαν ανοίξει για εντυπώσεις που παρέπεμπαν στους The Beatles, The Byrds αλλά και τους πιο φρέσκους White Rabbits. Με βασικό άξονα τις εφηβικές αγάπες του αμερικανικού Νότου, οι μοχλοί του ψυχεδελικού αλλά και του σύγχρονου indie rock συναρμολογούσαν ένα άλμπουμ που είχε τον δικό του ιδιαίτερο χαρακτήρα και μια υπέροχη ροή. Μια αισθητή διαφορά είναι τα δεύτερα φωνητικά που συχνά συνοδεύουν τον Trimble. Ο ίδιος άλλωστε ομολόγησε πως άκουγαν μπάντες όπως οι Big Star και Teenage Fanclub, και η power pop έβαλε την κουταλιά της στο αποτέλεσμα. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο Courtyard, ένα μικρό στούντιο, με πολύ χαμηλό budget, σε μια κατάσταση μάλλον “οικογενειακή”, και ο παραγωγός Ian Davenport ήταν απλά ο μηχανικός ήχου και παραγωγός στο στούντιο.

Το άλμπουμ προωθήθηκε σθεναρά με μια εκτεταμένη περιοδεία στην Αμερική, ενώ το φθινόπωρο του 2010 πραγματοποίησαν την πρώτη τους περιοδεία στο Νησί μετά από απουσία πέντε χρόνων. Το “Latest Heartbreak Live EP” αποτυπώνει το ίχνος της μπάντας εκείνη την περίοδο.

Οι τρεις μουσικοί, εκτός του Hare, εγκαθίστανται στη Minneapolis, και αρχίζουν να συνθέτουν για το επόμενο άλμπουμ τους. Η συνεργασία στην κονσόλα με τον Davenport ήταν η έμπρακτη επιβεβαίωση πως ο ενθουσιασμός του Trimble για το αποτέλεσμα του δεύτερου άλμπουμ δεν ήταν απλά διπλωματικές δηλώσεις αλλά μια δεσμευτική πραγματικότητα. Η σύνθεση παρέμεινε σταθερή και το άλμπουμ κυκλοφόρησε τελικά τον Μάρτιο του 2012 από την ιαπωνική εταιρεία Yoshimoto R & C, με τον τίτλο “Got It If You Want It”. Λίγο μετά την κυκλοφορία του, ο Dan Hare αποχώρησε ενώ η επικείμενη κυκλοφορία του από την TBD Records στην Αμερική, δεν έγινε ποτέ.

Το άνοιγμα της παλέτας του “Shake/Shiver/Moan” συνεχίζει να καλλιεργείται μέσα από το φίλτρο τους. Για πολλούς η ικανότητα που έχουν αποκτήσει να γράφουν πιο χαρακτηριστικές μελωδίες πάνω στα σιδηροδρομικά τους υποστυλώματα, τους κάνει οικείους με έναν φτηνό τρόπο. Βέβαια, οι δύστροπες πένες της πατρίδας τους πάντα υπήρξαν υπερβολικά σκληροί μαζί τους, σαν να πλήρωσαν εκείνο το πρόωρο hype των περιζήτητων 18χρονων με τόκους. Ουσιαστικά, συνεχίζουν να περνούν μέσα από διακριτικές χαραμάδες την αγάπη τους για τους Beatles, τους Stones, τους MC5, αλλά και του U2 ή τους Jesus And Mary Chain. Το άλμπουμ είναι συμπαγές με τον δικό τους ευδιάκριτο τρόπο, ολοκληρωμένο με κάποιες από τις καλύτερες συνθέσεις τους, όπως τα “Pocketful of Fire”, “White Lines” και “Little Soldiers”, και είναι τελικά μάλλον η ψυχεδελική , blues αφοσίωσή τους που συνεχίζει να παραμονεύει και τους στερεί τον απόλυτο επαναπροσδιορισμό που ζητούν οι πιο μοντέρνοι ακροατές.
Το γκρουπ δεν βγήκε ποτέ στο δρόμο να προωθήσει τον δίσκο. Τον Νοέμβριο του 2012, ο Trimble ανακοίνωσε μια προσωρινή ανάπαυλα της ζωντανής δράσης, με αφορμή τη γέννηση της κόρης του. Και ενώ άφησε υποσχέσεις για νέα νέο άλμπουμ μέσα στον επόμενο χρόνο, μετά από παρατεταμένη σιωπή, τον Μάρτιο του 2014 ανακοινώθηκε η διάλυσή τους.

Ο Martin Trimble με τη γυναίκα του Katie άνοιξαν στη Minneapolis ένα κατάστημα με έπιπλα αντίκες από την Αγγλία. Ο Glen Bartup απασχολήθηκε στο τμήμα ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, και ο James Irving εξελίχθηκε σε κτηματομεσίτη στο Saint Paul της Minnesota.
Τα νερά ταράχτηκαν και πάλι, ως συνήθως χωρίς προειδοποίηση και μετά από χρόνια σιωπής. Στις 9 Δεκεμβρίου 2019 το προφίλ τους στο Facebook ενημερώθηκε με το λογότυπό τους, και στις 15 του ίδιου μήνα επιβεβαιώθηκε πως μια διαδικασία ηχογράφησης βρίσκεται σε εξέλιξη στα Superfly Studios στο Newark του Nottinghamshire.

Δεν υπάρχει καμιά βέβαιη πληροφορία για την τωρινή σύνθεση, εκτός από την παρουσία του session ντράμερ Wayne Proctor, καθώς ο Irving είναι ακόμα στην Αμερική. Όπως σε όλη τη διάρκεια αυτής της περίεργης και άνισης διαδρομής τους, όλα παραμένουν απρόβλεπτα για τα παιδιά από το Lincolnshire, που έπαιζαν στα 18 τους χρόνια headliners με εμφανίσεις που είχαν διάρκεια 17 λεπτά, προκάλεσαν τον περιβόητο πόλεμο των δισκογραφικών για να ενδώσουν τελικά στον πιο cool τύπο γι’ αυτούς, και είχαν την αυθάδεια να δηλώνουν πως μισούν το rock και οτιδήποτε με αυταπάτες μεγαλοπρέπειας, και σιχαίνονται τους Pink Floyd.

Δυο δεκαετίες αργότερα, εξακολουθούν να περιφρονούν επιδεικτικά τη διαχείριση του οποιουδήποτε ταλέντου τους, όπως φανερώνει και η λιτή εισαγωγή τους στο προφίλ του Facebook: “Not very good at social media…”

Facebook: https://www.facebook.com/2220s

550
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 169 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.