URIAH HEEP (14/12/2022) Principal, Θεσσαλονίκη

LIVE REPORT

Ένα εντυπωσιακό βίντεο με ευχές από πολύ βαριά πεπόνια της παγκόσμιας, ευρύτερης rock κοινότητας ανοίγει αυτή την ξεχωριστή νύχτα μας με τους μυθικούς Uriah Heep, στα πλαίσια της εορταστικής περιοδείας τους για τα 50 χρόνια καριέρας, που είχε αναβληθεί λόγω της πανδημίας. Υπάρχει όμως μια πολύ μεγάλη απουσία στο μικρό αυτό φιλμάκι, αυτής της κυρίας Melissa Mills του περιοδικού Rolling Stone, η οποία κάνοντας τότε κριτική στο ντεμπούτο τους “Very ‘Eavy, Very ‘Umble” είχε γράψει εμφατικά και αλαζονικά πως “αν αυτό το γκρουπ τα καταφέρει, τότε θα πρέπει να αυτοκτονήσω…”

Νιώθοντας προνομιακοί επισκέπτες στη γιορτή τους, τυγχάνουμε μιας μεταχείρισης που μοιάζει με μια επίσημη, αριστοκρατική hard rock τελετή: η υποδοχή, το πρώτο πιάτο είναι ένα ακουστικό set, από τραγούδια όμως που ανήκουν έτσι κι αλλιώς στην ακουστική, ατμοσφαιρική φλέβα τους. Οι πέντε μουσικοί παρατάσσονται μπροστά μας καθισμένοι και η παρέλαση μιας σπάνιας ομορφιάς αρχίζει με το λυρικό “Circus”, έναν ευγενικό ύμνο για τη ματαιότητα στο κυνήγι της διασημότητας. Θα πρέπει βέβαια να συστήσω τη μορφή της μπάντας που έχουμε σήμερα μπροστά μας, και έχει τη δύσκολη αποστολή να μεταφέρει το πνεύμα τους στο χρόνο. Η κεφαλή και συνιδρυτής, ο μοναδικός Mick Box, είναι εκεί, αμετακίνητος, καταιγιστικός, χαμογελαστός, ευτυχισμένος. Οι δυο βασικοί του πυλώνες σήμερα, και από το 1986 πια, είναι ο τραγουδιστής Bernie Shaw, ο μακροβιότερος πίσω από το μικρόφωνο, και ο καταπληκτικός Phil Lanzon στα keyboards αλλά και με καταλυτική παρουσία στα δεύτερα φωνητικά. Στα τύμπανα από το 2007, αμετακίνητος ο θηριώδης Russell Gilbrook, με κάποια ονόματα-παράσημα στο βιογραφικό του που ζαλίζουν, όπως για παράδειγμα οι Alan Price, Tony Iommi, Van Morrison, John Farnham. Η σχετικά πιο πρόσφατη προσθήκη είναι αυτή του μπασίστα Dave Rimmer, που προσχώρησε στο σχήμα το 2013.

Κάποια από τα πιο απαιτητικά και υποβλητικά τραγούδια τους συμπλήρωσαν αυτό το πρώτο μέρος, όπως το ασύγκριτο “Tales” που μαζί με το “Rain” μας έφεραν κάποια από τη μοναδική μαγεία του “The Magician’s Birthday”. Το αντιπολεμικό “Come Away Melinda”, μια σύνθεση των The Weavers που αναμορφώθηκε από το αδαμάντινο άγγιγμα των Heep καθήλωσε το κοινό που είχε γεμίσει πια τον χώρο, ακόμα και στον εξώστη του. Η επιλογή του μάλλον παραμελημένου “Confession” συγκίνησε με την απολογητική του αύρα, καθώς υπήρξε και το τελευταίο τραγούδι στο τελευταίο άλμπουμ με τον μοναδικό David Byron, το “High and Mighty”. Στο πολύ πετυχημένο “Free Me” έγινε και η έναρξη της ουσιαστικής επικοινωνίας και συμμετοχής με το κοινό, όταν μας ζητήθηκε να τραγουδήσουμε και το κάναμε με χαρά μαζικά. Το ίδιο συνέβη, με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στο all time classic “Lady in Black”. Προηγήθηκε ένα εκπληκτικό medley από το “Demons and Wizards”, με τη σύνδεση των “The Wizard/Paradise/Circle of Hands” να γεννά μια εύστοχα πανοραμική αίσθηση. Όλα αυτά έγιναν με μια φρέσκια προσέγγιση που σεβόταν την καρδιά των τραγουδιών αλλά παράλληλα πρόσθετε μια ενδιαφέρουσα, ευγενική διαφοροποίηση. Πρωταγωνιστής αυτού υπήρξε αναμφισβήτητα ο Lanzon που ήταν καταπληκτικός σε όλη τη διάρκεια, έσυρε τα τραγούδια λίγο πιο μακριά και πλούτισε τη συνολική εντύπωση.

Μετά την αναγκαία ανάπαυλα  για να στηθούν όλα τα απαραίτητα ενός πλήρους, ηλεκτρικού σετ, ένα νοσταλγικό βίντεο με πλούσιο υλικό από κάθε περίοδο της διαδρομής τους, προβλήθηκε υπό τον ήχο του πανέμορφου “Dreams of Yesteryear” από το άλμπουμ “Living the Dream” του 2018. Το σετ που ακολούθησε ήταν αναμενόμενα προσαρμοσμένο στα δεδομένα μιας επετειακής περιοδείας, ρίχνοντας αναπόφευκτα το βάρος στη μαγική εποχή της δεκαετίας του ’70. Ο κυρίαρχος παράγοντας που ένωσε και τύλιξε αυτή τη διαδοχή σε ένα συμπαγές πακέτο ήταν ο εξαιρετικός ήχος, που άφησε όλα τα ηχοχρώματα των περιόδων να στηρίξουν τα αντίστοιχα τραγούδια, ήταν όμως ταυτόχρονα διαυγής, δυνατός και ολόφρεσκος. Κάποια σίγουρα χαρτιά έδωσαν ακριβώς αυτό που περίμενε κανείς, την αποθέωση της δικής τους διαχρονικότητας και την ζωντανή αξία αυτής της κληρονομιάς. Κεφάλαια με τον Byron υποστηρίχτηκαν υπέροχα από τον Bernie Shaw. Από όλα θα ξεχώριζα το “Rainbow Demon” που πραγματικά άπλωσε μια στοιχειωμένη ομίχλη στην αίθουσα, και πολύ κοντά του το “Stealin’”. Το “Sunrise” συγκίνησε και ξεσήκωσε, το “July Morning” απλώθηκε με το γνώριμο επικό, τερατώδες μέγεθός του, το “Sweet Lorraine” έστησε ένα μίνι πάρτι και το εκπληκτικό groovy τελείωμά του πραγματικά το απογείωσε. Επικά επιβλητικό πέρασε στην αρχή του σετ το “The Hanging Tree” από το πρώτο άλμπουμ με τον Lawton, το “Firefly”, ενώ το “Free ‘n’ Easy” μεταμορφώθηκε σχεδόν σε ένα speed metal χαστούκι.

Μια πολύ ξεχωριστή στιγμή ήταν η φορτισμένη εκτέλεση του “What Kind of God” από το άλμπουμ “Wake the Sleeper” του 2008, ένα από τα ομορφότερα τραγούδια της ύστερης περιόδου, με την πικρή του γοητεία να σέρνεται ανάμεσα στη θρησκεία και τον πόλεμο, ένα συγκινητικό, ουμανιστικό έπος που σήκωσε τη βραδιά πολύ ψηλότερα και κοίταξε κατάματα όλη τη βαριά κληρονομιά που είχε πίσω του. Το ραδιοφωνικό αλλά και πολύ αγαπημένο “Too Scared to Run” αποδόθηκε καταιγιστικά, κάνοντας το κοινό να τραγουδήσει. Η ιστορία που ακούστηκε για το “Abominog” και το εξώφυλλό του που είχε αναδειχθεί το δεύτερο χειρότερο της χρονιάς, έφερε αναμενόμενα την ερώτηση ποιο ήταν το πρώτο, με τον Shaw να μας αποκαλύπτει την πρωτιά του … Ozzy Osbourne.  

Το encore είχε τη βεβαιότητα μιας σφραγίδας πιστοποίησης με δυο από τα κλασικότερα των κλασικών, τα μυθικά “Gypsy” και “Easy Livin’” να απογειώνουν το “Principal” και να κλειδώνουν τη νύχτα σε μια δίκαια, τίμια και καθολική αποθέωση.

Πριν την έναρξη της συναυλίας είχα σταθεί στο χώρο που είχε στηθεί ένα μίνι μουσείο με διάφορα αντικείμενα και φωτογραφίες που διέσχιζαν αυτά τα 52 πια χρόνια διαδρομής. Ένας τύπος, ελαφρώς ζαλισμένος, στάθηκε και με ρώτησε “αν είμαι από το μαγαζί και αν ξέρω πόσο πωλούνται”. Μέσα στη χαριτωμένη αστοχία της ερώτησης κρύβεται η αλήθεια πως δεν γίνεται ποτέ να πάρουμε και να βάλουμε αρκετά από το μύθο των Heep στις ζωές μας, αλλά και η ασύγκριτη γοητεία μιας εποχής που συνεχίζει να νικά τις ώρες και τις μέρες, να κινεί τα νήματα, και να κάνει το σημερινό ήχο υπηρέτη μιας δύναμης που έρχεται από κάπου πολύ μακριά και βαθιά μέσα στο χρόνο.

Acoustic set:

  1. Circus
  2. Tales
  3. Free Me
  4. Come Away Melinda
  5. Confession
  6. Rain
  7. The Wizard/Paradise/Circle of Hands
  8. Lady in Black

Electric set:

  1. Against the Odds
  2. The Hanging Tree
  3. Traveller in Time
  4. Between Two Worlds
  5. Stealin’
  6. Rainbow Demon
  7. Too Scared to Run
  8. What Kind of God
  9. Sunrise
  10. Sweet Lorraine
  11. Free ‘n’ Easy
  12. July Morning

Encore:

  1. Gypsy
  2. Easy Livin’
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 753 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.