ROYAL HUNT: “Dystopia, Part II”

ALBUM

Το κλασικό μυθιστόρημα του Ray Bradbury “Fahrenheit 451” αποτελεί την αφετηρία και το θεμέλιο της ιστορίας που εξελίσσεται στους δυο τελευταίους δίσκους των Δανών –στην καταγωγή πια μόνο- Royal Hunt. Η σκοτεινή ιστορία διανθίζεται με εικόνες από τα τρέχοντα γεγονότα των τριών τελευταίων ετών, και ο σύγχρονος ακροατής δεν δυσκολεύεται να ταυτιστεί και να νιώσει την ιστορία περισσότερο κοντά σε όλα αυτά που βίωσε την περίοδο της πανδημίας.

Το δεύτερο και τελευταίο μέρος της ιστορίας ξεδιπλώνεται με δυο σύντομα οργανικά αποσπάσματα που ουσιαστικά λειτουργούν σαν εισαγωγή και επίλογος, και επτά τραγούδια ανάμεσά τους. Στην προσπάθεια να εμπλουτιστεί το υπάρχον υλικό, ο καπετάνιος Andre Andersen έχει επικαλεστεί και την βοήθεια αρκετών καλεσμένων μουσικών, με αρκετούς από αυτούς να έχουν περάσει από τις τάξεις του γκρουπ στο παρελθόν. Έτσι στις ενισχύσεις του πληρώματος συναντάμε τα ονόματα των Mats Leven, Mark Boals, Hedrik Brockman, Kenny Lubcke και Alexandra Andersen.

Με δεδομένη τη φύση του θέματος, υπάρχει μια ισχυρή πρόθεση να αναπαραχθεί μια πιο σκοτεινή, μυστηριώδης διάθεση. Η επιδίωξη αυτή αρχίζει να υψώνεται αισθητά μετά το “Thorn in my Heart” που διαδέχεται την εισαγωγή  “Midway (Resuption)”, και είναι ένα απόλυτα προσδοκώμενο τραγούδι που υπηρετεί όλα τα γνώριμα πρόσωπα του γκρουπ. Με τον ορμητικό του ρυθμό, σπρώχνεται από τις παραδοσιακές κόντρες των keyboards με τις κιθάρες και με τα πομπώδη φωνητικά του DC Cooper, κλειδώνει την πρώτη συμφωνική μεγαλοπρεπή εντύπωση.

Το mid tempo “The Key of Insanity” έρπει σε σκοτεινές γωνίες, τα νεοκλασικά του θέματα ακουμπούν περισσότερο μια διαφαινόμενη ένταση μαζί με τα αφηγηματικά μέρη πίσω από τη μουσική. Με παράπλευρη διάθεση έρχεται το “Live Another Day” με τα ρυθμικά του να εισχωρούν σαν έμβολα στο τραγούδι αλλά και τα γαλήνια μέρη του να ανταλλάσσουν μια περίεργη μελαγχολία μαζί τους. Με τα πολύπλευρα εννιά λεπτά του είναι αναμφίβολα μια από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ, και μια εξαιρετική παρουσία από τον Cooper.

Η φωνητική συμμαχία του τελευταίου με τους φιλοξενούμενους Mark Boals και Henrik Brockmann, δυναμώνει τις συγκινήσεις στο “One More Shot”, που συντηρεί τον έντονο κοφτό του ρυθμό και τυλίγεται με δραματικές φωνητικές μελωδίες με αρμονικές διαδοχές. Κοντά σε αυτά, η power ballad “Left in the Wind” ομορφαίνει και υποβάλλει τη διαδρομή. Υπάρχει και η οργανική απόπειρα που παρεμβαίνει ανάμεσά τους, το “The Purge”, ενώ το “Scream of Anger”, που ξεπερνά τα 14 λεπτά, είναι το κυρίως πιάτο του, με μοιρασμένες στιγμές, όμως κάποιες από αυτές καταπληκτικές.

Οι Royal Hunt έχουν από καιρό αποκλείσει την πιθανότητα των εκπλήξεων, όντας κατασταλαγμένοι στο ύφος και τον ήχο που τους χαρακτηρίζει, με πολύ μικρές διαφορές. Αφοσιωμένοι στη νεοκλασική τους προσέγγιση και επιχειρώντας με τα δικά τους όπλα να προσθέσουν μια κινηματογραφική, αφηγηματική υπόσταση στη μουσική που γράφουν, εξαρτώνται πια σχεδόν αποκλειστικά από τη δύναμη των συνθέσεων. Στη μεγαλύτερη διάρκεια του δίσκου μοιάζει να τα καταφέρνουν με πιο αισθητές μελωδίες από το πρώτο μέρος της ιστορίας, κάπου αλλού το ενδιαφέρον χλομιάζει, ίσως λόγω επαναληπτικών τακτικών και ήχων.

Φυσικά, όσοι αγαπούν τους Royal Hunt και βρίσκονται στο στοιχείο τους, δεν θα αφήσουν το παραμικρό ίχνος συγκίνησης ανεκμετάλλευτο. Ακόμα και με την ασφάλεια ενός δεδομένου περιβάλλοντος, έχουν τελικά να μετρήσουν περισσότερα θετικά από αδιάφορα. Οι υπόλοιποι δύσκολα θα επιμείνουν ή θα πειστούν να διακρίνουν…  

Είδος: Progressive/symphonic metal
Εταιρεία: Northpoint Productions
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 28 Οκτωβρίου 2022

Website: https://royalhunt.com/
Facebook: https://www.facebook.com/royalhunt/

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 982 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.