QUEENSRYCHE: “Empire”

ALBUM TRIBUTES

“Emerald City”, “Rain City”, “Jet City”, ή απλά η πρωτεύουσα του καφέ; Από όλες τις γνώριμες επικλήσεις του Seattle, αν πρέπει να βρεθεί το κατάλληλο κοστούμι για την εποχή του  “Empire”, η επιλογή “Jet City” είναι μονόδρομος. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο, πως μετά το πανοραμικό, παναμερικανικό μανιφέστο του “Operation: Mindcrime”, το προσωπικό παράθυρο του τέταρτου άλμπουμ των Queensryche χωρούσε τόσο πολύ Seattle, που κάθε τυπικό του στιγμιότυπο ήταν ευπρόσδεκτο.

Μια λυρική έναρξη του χρονογραφήματος του άλμπουμ θα ήταν η σκηνή από μια προβλήτα της πόλης, με τον Chris DeGarmo και τον Michael Wilton να παρασύρουν ταΐζοντας τους γλάρους για να αποτυπώσουν στο ψηφιακό τους recorder την ανάπλαση της κίνησης των ήχων τους. Πίσω όμως από την απρόσμενη επιτυχία του “Empire”, και την παγκόσμια καταξίωση, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές γωνίες.

Προχωρώντας λοιπόν λίγο στο χρόνο, βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη, τον Ιούλιο του 1990.  Ο Geoff Tate με τον Chris DeGarmo κάνουν μια σειρά συνεντεύξεων για το άλμπουμ, με τον τυποποιημένο ενθουσιασμό και τις λεπτομέρειες της πληροφορίας γύρω από τη νέα κυκλοφορία. Ο γνωστός, εκλιπών πια, δημοσιογράφος Malcolm Dome βρίσκεται εκεί να κάνει μια συνέντευξη για το περιοδικό “Raw”, μιλώντας και με τους δυο, ξεχωριστά. Ο DeGarmo ζητά από τον Malcolm να βρεθούν και το επόμενο πρωί για μια ανεπίσημη συζήτηση.

Αν ο έμπειρος δημοσιογράφος είχε ανιχνεύσει βιαστικά στο “Empire” μια τεράστια μεταστροφή των δεδομένων, την κατάρρευση του ψυχικού φράγματος που είχαν φροντίσει να έχουν στις προηγούμενες δουλειές τους με τις υποθετικές πλοκές, το ψυχικό ξεγύμνωμα του κιθαρίστα στην off the record κουβέντα τους, επιβεβαίωσε την υποψία του για το αποκαλυπτικό, σχεδόν τρομακτικό σκοτάδι που υπήρχε στην καρδιά του.

Γνωρίζοντας τώρα πια όλοι την ιστορία που περιγράφει το “Bridge” από το “Promised Land”, με την πληγή του για τη φυγή του πατέρα του, ανοίγεται στον Dome για πρώτη φορά και αναρωτιέται αν έφταιγε και αυτός σε κάτι, ξεδιπλώνοντας μια καλπάζουσα ανασφάλεια που επιτίθεται από το ένα κεφάλαιο στο άλλο. Εκείνη τη στιγμή ο δημοσιογράφος ακούει έκπληκτος την παράλληλη σημασία του “Best I Can”, με την αγωνία του κιθαρίστα για την πίεση από όλες αυτές τις κοινωνικές συμβάσεις να είσαι ο τέλειος πατέρας, ο ιδανικός οικογενειάρχης, ο απόλυτος σύζυγος. Η εναλλακτική αυτή πτυχή του νοήματος του τραγουδιού δεν θα αποκαλυφθεί σε καμιά συνέντευξη για το άλμπουμ. Ο DeGarmo θα αποπειραθεί τέσσερα χρόνια αργότερα να ξορκίσει τους δαίμονες, με το “Bridge”, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα του.

Οι εκπλήξεις για τον Dome συνεχίστηκαν εκείνο το πρωί, όταν ο κιθαρίστας ξεδίπλωσε όλη του την αγωνία  για το προσωπικό του μέλλον σαν μουσικός αλλά και για το μέλλον της μπάντας. Τυλίγοντας τις αποκαλύψεις του με την επεξήγηση πως νιώθει τα ίδια πράγματα κάθε φορά που ολοκληρώνουν ένα νέο δίσκο, αναρωτήθηκε αν έπρεπε πια να σταματήσουν, όντας απόλυτα στραγγισμένος και κουρασμένος, αν θα έπρεπε απλά να πάρει αύριο τις βαλίτσες του, να εξαφανιστεί και να κάνει κάπου μια νέα αρχή. Λίγο πριν τελειώσει η κουβέντα, θέλοντας μάλλον να εξομαλύνει τις εντυπώσεις, είπε στον Malcolm Dome πως ίσως όλα αυτά είναι ανοησίες, ένας ρόλος που πιθανά υποδύεται, ίσως μια πρόκληση για τον συνομιλητή του να ξεχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό. Ο δημοσιογράφος αποφάσισε να κρατήσει στο συρτάρι την περίεργη αυτή συνομιλία, και να δημοσιεύσει ένα σχετικό άρθρο πολλά χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2014, όταν αρκετό νερό είχε κυλήσει πια στο αυλάκι και οι δυο πρωταγωνιστές του γκρουπ, ο Tate και ο DeGarmo είχαν αφήσει το σχήμα. Ο τρόπος και η συνέπεια του σπουδαίου κιθαρίστα και συνθέτη, όταν αποφάσισε να αποτραβηχτεί οριστικά από τη μουσική βιομηχανία, δείχνουν πως εκείνη η κουβέντα είχε ισχυρές δόσεις αλήθειας.

“Protests in New York/Listen to the call of the wild/Brother, sisters carrying signs/Breathe deep before it’s too late/The sky is falling, burning your eyes.”

Πάρα πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τη συνέπεια των Queensryche να παραμείνουν ανήσυχοι, προοδευτικοί και επαναστατικοί, μετά το concept του “Operation: Mindcrime”. Οι παραπάνω γραμμές του “Resistance”, 32 χρόνια αργότερα, γίνονται τόσο επίκαιρες, που δίνουν το στίγμα της ευστοχίας και της διαχρονικότητας ενός άλμπουμ που συχνά παρερμηνεύτηκε με βάση τα περισσότερα από τρία εκατομμύρια αντίτυπα που πούλησε μόνο στην Αμερική.

Βέβαια, για να κρίνεις την σκοπιμότητα μιας δουλειάς, πρέπει να τη ζήσεις τον καιρό που κυκλοφορεί: στην πραγματικότητα, το πιο ασφαλές για το κουιντέτο από το Seattle θα ήταν να χτίσει πάνω στα θεμέλια του “Mindcrime”, θέτοντας συγγενικές συντεταγμένες με όλα αυτά που αύξησαν τους οπαδούς τους, μαζί με τη συνδρομή του MTV. Η απόφαση να κάνουν κάτι εντελώς διαφορετικό, θα μπορούσε να τους διαλύσει και να τους γυρίσει για πάντα στην αφάνεια. Ήταν όμως αυτή η δεδομένη αυτονομία και γενναιότητα των επιλογών τους, που κρατούσε το πηδάλιο, γυρίζοντας πάντα μια νέα σελίδα.

Δεν είναι μυστικό πως ο κινητήριος θεματικός μοχλός του “Mindcrime” ήταν ο Tate. Αντίθετα, στο “Empire”, μετά την κοινή συμφωνία να απομακρυνθούν από την concept θεματολογία, ο DeGarmo ήταν ο βασικός οδηγός της νέας διαδρομής. Ο βασικός στόχος ήταν να απογυμνώσει το νέο υλικό στα βασικά του στοιχεία και να φέρει στο προσκήνιο τη μελωδία. Η συγκεκριμένη ιδέα της αποδόμησης δεν μπορούσε φυσικά να θυσιάσει την πολυπλοκότητα  ή την εκκεντρικότητα του γκρουπ, αλλά ήθελαν να υπάρχουν όσο το δυνατόν λιγότερα τεχνητά στηρίγματα στα τραγούδια.

Συνεργάστηκαν ξανά με τον παραγωγό του “Mindcrime”, Peter Collins (ήδη γνωστό από τις περγαμηνές του με τους Rush), και τον μηχανικό ήχου James “Jimbo’ Barton ( Metallica και Enya, μεταξύ πολλών άλλων). Η εκτίμηση ήταν παραπάνω από αμοιβαία, καθώς οι πέντε μουσικοί συχνά αποθέωσαν ομόφωνα τους συνεργάτες τους στο στούντιο. Από την άλλη, ο Collins τους χαρακτήρισε “απίστευτα επαγγελματίες”, φτάνοντας πολλές φορές στο σημείο να τους ζητήσει να σταματήσουν για λίγο, κάτι που δεν είχε ξαναζήσει. Όμως, δεν μπορεί να υπάρξει κάτι περισσότερο κολακευτικό, από την εξομολόγηση του πολύπειρου παραγωγού, πως ήταν πραγματικά μοναδικοί στον τρόπο που δομούσαν τη δουλειά στις κιθάρες, κανείς δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί τους με αυτό.

Ο Barton φρόντισε να βυθίσει το “Empire” σε έναν πιο ζεστό τόνο από τον προκάτοχό του, με τις πολυεπίπεδες όμως διαστάσεις του ήχου να λειτουργούν αναπλαστικά σε πολλά τραγούδια, αφήνοντας τα όργανα να περιγράψουν στιγμιότυπα.

Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε την άνοιξη του 1990, σε δυο διαφορετικά στούντιο: στα “Vancouver Studios”, στο Vancouver του Καναδά, και στα “Triad Studios” στο Seattle. Μια έντονη μνήμη εκείνης της περιόδου ήταν η επίσκεψη του Alex Lifeson σε ένα δείπνο στο στούντιο. Αρχικά, κάποιος είχε την άβολη ιδέα να στήσουν το τραπέζι σε μια ηχομονωμένη αίθουσα, χωρίς τον παραμικρό θόρυβο, με τις λεπτομέρειες από το μάσημα της τροφής, την κατάποση του νερού και το κομμάτιασμα του φαγητού να τους εκνευρίζουν αφόρητα. Κάποια στιγμή, σταμάτησαν και ζήτησαν να μεταφέρουν ηχεία και να βάλουν μουσική…

  Ουσιαστικά, άλλη μια χρονοκάψουλα της αμερικανικής ιστορίας καταγράφηκε μέσα από τα τραγούδια του “Empire”. Συγκριτικά με τον κυνισμό του “Mindcrime”, οι ίδιοι το χαρακτήρισαν τότε ένα πιο θετικό άλμπουμ, έναν δίσκο προσωπικό, με περισσότερα “εγώ” μέσα, από το τρίτο πρόσωπο που κυριάρχησε στο προηγούμενο. Ο έλεγχος των όπλων, που είναι το κυρίαρχο και “επίσημο” θέμα του “Best I Can”, εξακολουθεί να είναι μια ανοιχτή πληγή που πληρώνεται τόσο συχνά, η κλιματική αλλαγή, που ήδη αναφέρθηκε στο “Resistance”, οι επιλογές και οι αποφάσεις των νέων, που μπορούν να σκλαβωθούν στο σχολείο τους για έναν μελλοντικό κατώτατο μισθό, ή να ακολουθήσουν το δρόμο με το εμπόριο του κρακ, κερδίζοντας 500 δολάρια την ημέρα, στο ομότιτλο “Empire”, ο ψεύτικος κόσμος των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της διασκέδασης στο “Anybody Listening?”, είναι επιλογές που μαρτυρούν ξεκάθαρα πως το “Empire” μπορεί να ήταν ΚΑΙ ένα άλμπουμ σχέσεων, δεν ήταν όμως σε καμιά περίπτωση το  “Πλοίο της Αγάπης”.

Το θέμα των αστέγων που έθιγε το “Della Brown”, με αφορμή μια άστεγη ηλικιωμένη γυναίκα που έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο για τις πρόβες, είχε και μια ξεχωριστή παράμετρο, την ιδέα πόσο προγραμματισμένες ήταν οι γυναίκες να πιστεύουν πως αυτό που τις κάνει ξεχωριστές, είναι η ομορφιά. Το πέρασμα του χρόνου άφησε την Della Brown μόνη και άοπλη. Στο “Silent Lucidity” οι γραμμές του επικεντρώνονται στα διαυγή όνειρα, τον έλεγχο των ονείρων, να έχεις επίγνωση πως ονειρεύεσαι. Τα όνειρα τείνουν να επαναλαμβάνονται, και πολύ συχνά αυτές οι ίδιες εικόνες χρησιμοποιούνται σε μορφές θεραπείας, για να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος τα όνειρά του. Ο μέσος άνθρωπος περνά στη ζωή του περίπου τεσσεράμισι χρόνια σε μια έντονη ψευδαίσθηση του υποσυνείδητου.

Ο Tate είχε πει πολύ εύστοχα πως δεν ξέρεις ότι έχεις γράψει ένα ραδιοφωνικό τραγούδι, μέχρι τη στιγμή που αυτό θα γίνει ραδιοφωνικό τραγούδι. Και αυτό απαντά με επάρκεια σε πολλές επικρίσεις, οι περισσότερες από αυτές όψιμες, πολλά χρόνια μετά την κυκλοφορία του δίσκου, που κρίνουν τις μουσικές επιλογές γνωρίζοντας ήδη το αποτέλεσμα στην αγορά. Είναι όμως εντελώς διαφορετική η αίσθηση του βιώματος ενός άλμπουμ στην εποχή της κυκλοφορίας του.

Η αισθητά διαφορετική προσέγγιση στον ήχο αποτελεί ένα μικρό σοκ για τον τυπικό λάτρη του “Mindcrime”, ήδη από το “Best I Can”, όταν τα synths, τα reverb και τα κοφτά ρυθμικά ριφ αγκαλιάζουν αισθητά τις συντεταγμένες των Rush και των Alan Parsons Project. Το μοναδικό “The Thin Line” παραμένει ένα από τα πιο γενναία τραγούδια τους, με τον αλλόκοτο ερωτισμό του, την τολμηρή μουσική του δομή, και μια βαθιά ερμηνεία από τον Tate. Το “Empire” που αποτέλεσε και σαν πρώτο single, τον προπομπό του άλμπουμ, αποτελεί μουσικά την ιδανική γέφυρα που ενώνει τόσο μουσικά όσο και θεματικά τα δυο άλμπουμ μεταξύ τους. Ο session κημπορντίστας της περιοδείας του “Rage For Order”, Randy Gane, είναι αυτός που έχει ηχογραφήσει το φωνητικό μήνυμα στην αρχή του τραγουδιού.

Ο υγρός ορίζοντας του “Della Brown” ακούγεται σαν ένα ομιχλώδες, λυρικό, ευαίσθητο, υπνωτικό μουσικό μονόπρακτο σε κάποια βροχερή προβλήτα του Seattle, μια υπέροχη, περιγραφική προσέγγιση του θέματος με ισορροπημένες φωνητικές μελωδίες που συνηγορούν με τα οργανικά μέρη, να κρατηθεί το αποτέλεσμα μακριά από το φτηνό δράμα… ένα από τα πιο ξεχωριστά τραγούδια τους. Είναι ενδεικτικό πως ο Tate έκανε ξεχωριστή προετοιμασία για την απόδοσή του.  Απέναντί του στο ίδιο ύψος, στέκεται πιθανά μόνο το “Anybody Listening?”, ένας ύμνος αγωνίας, μια φωνή στον ζητούμενο ουμανισμό, ένα πλήρες μουσικό έργο που υποτάσσει την στρατηγική του σοφία στην ανάγκη του συναισθήματος, στην ανάγκη της ελευθερίας της ψυχής, στην πρακτική ανάγκη της ανθρώπινης επικοινωνίας, στην προσπάθεια να δώσουμε προσοχή σε αυτά που μας λένε, να ακούσουμε πραγματικά τον άνθρωπο δίπλα μας.

Τα επίμαχα τραγούδια σχέσεων που συγκέντρωσαν τα πυρά των σκληροπυρηνικών ήταν στην πραγματικότητα αυτά που βασίστηκαν στον αμίμητο δομικό χειρισμό της συνεργασίας του DeGarmo με τον Wilton, αυτό που επισήμανε εντυπωσιασμένος ο Collins, και πράγματι τα singles “Jet City Woman” και “Another Rainy Night” είχαν υποδειγματική διαχείριση των ρυθμικών τους, με το πολύ όμορφο “Hand On Heart” να το θεωρώ εξαιρετικά υποτιμημένο. Αυτά τα τραγούδια είναι και οι λόγοι που θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ένα μέρος του δίσκου σαν τον χρυσό κανόνα να γράψει κανείς έξυπνα, απαιτητικά ραδιοφωνικά τραγούδια. Βέβαια, η μεγαλύτερη εμπορική έκπληξη ήρθε από το “Silent Lucidity”, που ήταν ένα γυμνό ακουστικό τραγούδι του DeGarmo στην αρχική του μορφή, και μετεξελίχθηκε με την ενορχήστρωση του Michael Kamen στη σύνθεση που έφτασε ως το Νο 9 του Billboard Hot 100, και στην κορυφή του Billboard Album Rock Tracks Chart.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 20 Αυγούστου 1990. Προηγήθηκε το ομότιτλο single που περιλάμβανε και τη διασκευή στο “Scarborough Fair” του Paul Simon, που είχε ηχογραφηθεί την εποχή του “Rage For Order”. Η ΕΜΙ έμοιαζε να ξέρει καλά τι έπρεπε να κάνει με αυτό που είχε. ‘Όλα ξεκίνησαν με το τραγούδι “Last Time In Paris” από το soundtrack της ταινίας “The Adventures Of Ford Fairlane”, και με την κυκλοφορία του δίσκου, χτυπούσαν με ένα single κάθε έξι εβδομάδες, και το αντίστοιχο βίντεο για το single. Μάλιστα, για το “Another Rainy Night” γυρίστηκαν δυο διαφορετικά βίντεο, με την εκδοχή της σκηνοθέτιδας Mary Lambert (Pet Cemetery, Madonna: Like a Prayer, και άλλα) που έμεινε στο περιθώριο σαν ανεπίσημη και εναλλακτική επιλογή να είναι σαφώς πιο εμπνευσμένη, περιπετειώδης και ενδιαφέρουσα.

Η εμπορική καταξίωση του γκρουπ με το τέταρτο άλμπουμ τους, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την περίφημη “Building Empires” περιοδεία τους, με 170 εμφανίσεις από τις 29 Οκτωβρίου του 1990 ως τις 3 Ιανουαρίου του 1992, στη διάρκεια της οποίας απέδωσαν ζωντανά ολόκληρο το “Operation: Mindcrime”.

Η EMI είχε ήδη αρχίσει να κάνει μεγαλόπνοα σχέδια, βλέποντας στους Queensryche τους U2 του metal, και περιμένοντας το “Empire- No 2”, σχετικά σύντομα και με ανάλογα αποτελέσματα. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα ολόκληρα χρόνια, και τα προσωπικά προβλήματα των μελών αλλά και το τίμημα της επιτυχίας, μεταφράστηκαν μουσικά με τόλμη και ειλικρίνεια σε κάτι που σίγουρα βρισκόταν πολύ μακριά από τις προσδοκίες της ΕΜΙ.

152
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 178 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.