MARILLION: “An Hour Before It’s Dark”

ALBUM

Τυλίγει τα χέρια της γύρω μου και με σκοτώνει με την αγάπη”…

Αφήνοντας αυτή την ελκυστικά επώδυνη γραμμή του “Murder Machines” πίσω μου, ανακαλώ το σημείο στο οποίο μας άφησαν με το προηγούμενο άλμπουμ, την ίδια στιγμή που εκρήξεις, ερείπια και καραβάνια προσφύγων εξακολουθούν να απαγάγουν τη ματιά μου. Ελάχιστη δικαίωση του προφητικού “Fuck Everyone And Run”, με το ανάγλυφό του, “F.E.A.R.” να βασιλεύει πιο εύκολα από ποτέ, οι πολιτικές ανιχνεύσεις των θεμάτων, οι ιστορίες των νέων οικονομικών βασιλιάδων του πλανήτη και τα παιχνίδια ισχύος ζωντανεύουν μπροστά μου.

Ξέρουμε καλά πια πως για να απομυζήσουμε με απόλυτη επιτυχία ένα άλμπουμ των Marillion, οφείλουμε να τραβήξουμε όλα τα παραπετάσματα, να ακουμπήσουμε τις λέξεις, να υποθέσουμε τις αφετηρίες, σπρώχνοντας τις αισθήσεις μας μακρύτερα από την προφανή απόλαυση των ήχων. Όσο και αν για κάποιον τυπικό εραστή των αριθμών, τα δεδομένα “40 χρόνια καριέρας” και “20 άλμπουμ”, μπορούν να ερεθίσουν την περιφρόνησή του, η οριστική αποτίμηση ξέπλυνε κάθε παρόμοια πρόθεση. Με έναν τίτλο που κρούει εμφανώς τον κώδωνα της τελευταίας ευκαιρίας πριν να είναι αργά, μοιάζει να επεκτείνει το μήνυμα στους ίδιους που αρέσκονται να φροντίζουν την κάθε προσφορά τους ως το άγνωστο και απροσδιόριστο τέλος.

Ο Hogarth με τον ρόλο του απόλυτου φροντιστή των λέξεων, ενός αξιώματος “ευχής και κατάρας” σύμφωνα με τον ίδιο, είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην αφήσει την πανίσχυρη επίδραση του θέματος της πανδημίας να υποδείξει στο μυαλό και τα χέρια του γραμμές των τραγουδιών. Δουλεύοντας βέβαια με τα γνώριμα προβλήματα της δυστοπικής αυτής πραγματικότητας και έχοντας τον ευπαθή Steve Rothery σε περιορισμό για πολλούς μήνες, ανακάλυψε πως αυτό ήταν αδύνατο. Δίπλα στον εφιάλτη της κλιματικής αλλαγής που μοιάζει να τον άφησε πίσω του πανούργα το προηγούμενο άλμπουμ, είδε την πανδημία να τρυπώνει με όλους τους τρόπους, όντας μέρος της απαραίτητης ειλικρίνειας που όφειλε να αναδείξει, αλλά και αναπόσπαστο μέρος της κλιματικής αλλαγής, με τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος.  Όσα όμως θαυμαστά και πιο προσωπικά μπορούν ευφυώς να συνοδεύσουν τη συμφιλίωση του H με την αντανάκλαση της πανδημίας, θα περιμένουν πρώτα.  Το ηχητικό drone του γκρουπ θα σμιλεύσει ένα από τα πιο εντυπωσιακά “openers” της καριέρας τους, εστιάζοντας στον πλανήτη μας, τη “μεγάλη μπάλα από βράχους και νερό”, σημαδεύοντας σταδιακά σε μια σειρά από “θαύματα θαυμάτων”, και εστιάζοντας επιτακτικά πάνω στον ένοχο άνθρωπο που εξολοθρεύθηκε οριστικά με “αιτία θανάτου, τη λαγνεία για πολυτέλεια”. 21 χρόνια μετά το “Don’t Hurt Yourself”, είμαστε πια ενώπιον του “Be Hard On Yourself”, καθώς ο εσωτερικός συναγερμός του δημιουργού διασχίζει την ευσυνείδητη πίκρα της πτώσης, σκαρφαλώνει στην οργή που προκαλεί ο πνευματικός ευνουχισμός και μοιάζει να βρίσκει μια προσωρινή λύτρωση στο φινάλε με την προτροπή του “You Can Learn” για τον κόσμο αυτό, ” βγες έξω και κάνε τον καλύτερο”… Βαριές, άμεσες λέξεις και καθαρό μήνυμα σε ένα συναρπαστικό τραγούδι με μια μορφολογία που όσο εύπλαστα εξελίσσεται, τόσο συμπαγής παραμένει… “Έχουμε μόλις μια ώρα πριν το σκοτάδι”.

Κόντρα στις μακριές σκιές των θεμάτων του, οι ίδιοι χαρακτηρίζουν τη μουσική του νέου δίσκου “uplifting”, και αντιλαμβάνομαι πως θεωρούν τη ροή των τραγουδιών πιο δεμένη και κοντινή, πιο άμεση και διαδοχική, πιο συγκεκριμένη και επιτακτική. Η ρυθμική συνέχεια του “Reprogram The Gene” στην ενότητα του “Invincible”, δίνει σχεδόν τη σκυτάλη στο δεύτερο μέρος του απολογητικού “Trouble-Free Life”, και διατηρεί μια φωτεινή pop ζωηρότητα ως το “A Cure For Us”, με τους πολύχρωμους στίχους του Η να μεταφέρονται από την ανδρογυνία στη συμφιλίωση με τον πλανήτη.

Η επίδειξη της εύστοχης αμεσότητας ανοίγει την πολυεπίπεδη ιστορία του “Murder Μachines”. Ζώντας στην εποχή της πιθανά φονικής αγκαλιάς αγαπημένων προσώπων, οι σκηνές της υποχρεωτικής απομόνωσης, της φυλάκισης των συναισθημάτων στη διάρκεια της πανδημίας αποκτούν και μια παραβολική σημασία. Όταν ο δολοφόνος δεν ήταν ο ιός, ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος με μια αγάπη άρρωστη που μπορούσε να σκοτώσει σε μια σχέση δηλητηριασμένη, μολυσμένη, επώδυνη και επικίνδυνη. Ένα υπέροχο, ισχυρό, περιεκτικό single με ένα ρεφρέν που γυρίζει στο κεφάλι και σταδιακά αποκαλύπτει την διπλή όψη του.

“Σε ευχαριστώ για τα λόγια της λαχτάρας, δεν έχει σημασία αν τα καταλάβαινα ή όχι”, απευθύνεται στον Leonard Cohen ο Η, στο συγκινητικό “The Crow And The Nightingale” που αποφεύγει την υπόλοιπη θεματολογία και αποδίδοντας φόρο τιμής στον μεγάλο τραγουδοποιό, στροβιλίζεται συναισθηματικά γύρω από τη μαγεία και το υπερβατικό σθένος της ποίησης. Αποφεύγοντας μια αφαιρετική προσέγγιση που ίσως θα ήταν αναμενόμενη για μια αφιέρωση στον Cohen, το γκρουπ αναδύει νέα ηχητικά στρώματα μετά τη λιτή αλλά συγκλονιστική έναρξη και με την προσθήκη χορωδίας και άρπας οδηγείται σε ένα ανατριχιαστικό σόλο του Rothery.

Επιστρέφοντας στα τραγούδια που χωρίζονται σε μικρότερες επιμέρους μουσικές ενότητες, το “Sierra Leone” είναι μια παράξενη ανθρώπινη ιστορία για τον καταναλωτισμό και την αξιοπρέπεια. Ένας φτωχός άνθρωπος βρίσκει ένα διαμάντι στο μέγεθος της γροθιάς του. Αρνείται πεισματικά να το πουλήσει και επιμένει να το κρατήσει σαν σύμβολο δύναμης που του δίνει επιτέλους την πολυτέλεια να πει ένα “όχι” στη ζωή του. Μια τρυφερή, ντελικάτη μουσική προσέγγιση με τον Η να φιλτράρει μοναδικά αυτή την ηρωική, χωρίς πρακτική ανταπόκριση επιλογή, αφήνοντας στο τέλος του τραγουδιού τον ήρωα να κοιτά μέσα από την πολύτιμη πέτρα του στο άπειρο.

Ο σχεδόν συνωμοτικός funky ρυθμός στο “Maintenance Drugs”, πρώτο κεφάλαιο του “Care” περιγράφει τη μάχη ενός φίλου του Η από το Conrado του Μεξικού με τους όγκους στη σπονδυλική στήλη του, την πορεία της χημειοθεραπείας και τα μηνύματα με τις χαμογελαστές selfie που έστελνε στον τραγουδιστή όταν τον ενημέρωνε για την πορεία. Η θνησιμότητα και η διαδικασία της συμφιλίωσης με το θάνατο είναι η ομπρέλα του “Care” και γίνεται περισσότερο αισθητή στα ανατριχιαστικά μέρη του “An Hour before It’s Dark” και “Every Cell”, ειδικά στο δεύτερο όταν παραμονεύει αυτή η ασύγκριτη δραματική δίνη τους που δεν αφήνει περιθώρια. Στην λυρική ευγνωμοσύνη του “Angels” που σφραγίζει αυτό το σημαντικό κεφάλαιο του γκρουπ, η επιστροφή των  ισχυρών αντανακλάσεων της πανδημίας σπρώχνει στον ουρανό ένα γλυκό ύμνο για τους κουρασμένους, άγρυπνους γιατρούς και νοσηλευτές του πλανήτη. Εκείνος ο στίχος του “Murder machines” που δεν γίνεται να βγει από το μυαλό μου, επιστρέφει κλείνοντας τον κύκλο του, έχοντας πια απολυμανθεί… “τύλιξε τα χέρια της γύρω μου”.

Δεν ξέρω πια αν ο Η νομιμοποιείται να πιστεύει πως έπρεπε να αλλάξουν όνομα με την έλευση του στη μπάντα, πίσω στο μακρινό πια 1989, ή αν οι υπόλοιποι άξιζαν αυτή τη διαρκή επιβεβαίωση πως οι Marillion δεν ήταν ο Fish. Είναι για μένα προσωπικά μια παλιά ιστορία, δυο κεφάλαια σπουδαία με ξεχωριστή σημασία, ζώντας όμως το σήμερα, είναι συναρπαστική η βαρύτητα της παρουσίας αυτών των πέντε ανθρώπων μαζί ακόμα. Όσο οι εραστές των ιδιωμάτων ανιχνεύουν αν αξίζουν τον χαρακτηρισμό prog, έχω όλη την πολυτέλεια να ανιχνεύσω την ισορροπημένη διαύγεια μιας ακόμα ηχογραφημένης κατάκτησης του Mike Hunter και των παιδιών. Η οργανική του ευστοχία ζωντανεύει αυτά τα στιγμιότυπα που αλληλοεπιδρούν, συμπληρώνοντας το πεδίο της διορατικής παρατηρητικότητας  των δημιουργών. Η μουσική τους μπομπίνα συνεχίζει να ελίσσεται και να μεταλλάσσεται γύρω από τη γνώριμη, πολύτιμη, ισχυρή αλλά και εύπλαστη εντύπωση που έχουν κατοχυρώσει αυτά τα σαράντα χρόνια. Τα θέματα είναι σοβαρά, επίκαιρα, σκιαγραφούνται με δυνατές ευδιάκριτες μουσικές γραμμές, με τόλμη, ειλικρίνεια, αμεσότητα, ζεστασιά και ευαισθησία, χωρίς το ψυχρό κήρυγμα μιας βαρετής προτομής.

Καθώς κάθε τελευταία ώρα πριν το σκοτάδι αυτές τις μέρες, πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται για τις σκέψεις του διπλανού μου, συνειδητοποιώ πως ο δίσκος αυτός έχει δημιουργήσει ήδη μια σύνδεση μαζί μου. Με αυτά τα τραγούδια που αληθινά σημαίνουν κάτι και κλωτσούν τα αισθήματα και τη σκέψη μου, και έχοντας μια μακάβρια προτίμηση γύρω από το θέμα της εφήμερης παρουσίας μας και της άγνοιας του πόσου χρόνου απομένει για τον καθένα μας, είμαι χαρούμενος που είναι ακόμα εδώ μαζί μας, σε αυτή  τη συγκυρία.

Τα έχουν ήδη καταφέρει, έχουν βγει έξω και τον έχουν κάνει καλύτερο…

Είδος: Progressive Rock
Εταιρεία: E.A.R. Music
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 4 Μαρτίου 2022

Official site: https://www.marillion.com/
Facebook: https://www.facebook.com/

531
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 179 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.