LALU: “Paint The Sky”

ALBUM

Αν ο Γάλλος συνθέτης, παραγωγός και κημπορντίστας  Vivien Lalu παραμένει άγνωστος σε ένα σεβαστό μέρος του prog rock κοινού, έχει περισσότερο να κάνει με την παράλληλη δράση του, συνθέτοντας πλήθος από scores για τη γαλλική τηλεόραση, και κάνοντας σημαντικές αλλά περιστασιακές συνεργασίες, όπως με τους μύθους Shadow Gallery στο άλμπουμ “Digital Ghosts”.

Από το 2005, που δραστηριοποίησε το δικό του σχήμα, κυκλοφόρησε το ντεμπούτο “Oniric Metal”, και το 2013 το “Atomic Ark”. Με αισθητή την στερητική πίεση όσων θαυμάζουν την μπαγκέτα του Γάλλου μουσικού, η επιστροφή έρχεται με την ομπρέλα της Frontiers και ένα απόλυτα ανανεωμένο line up. Ο Lalu δεν υπήρξε καθόλου φειδωλός αναζητώντας συμπαίκτες στη νέα του μουσική περιπέτεια, και η πρώτη σπουδαία προσθήκη για τον ίδιο που δηλώνει μόνιμος οπαδός του, είναι ο Damian Wilson στο μικρόφωνο. Πέρα όμως από τον ντράμερ Jelly Cardarelli, και τον μάστορα Joop Wolters που μονοπωλεί μπάσο και κιθάρα στο άλμπουμ, ο δίσκος έχει έναν αέρα “allstar game”, με σπουδαίες μορφές να εισβάλουν στο στούντιο. Το πρώτο όνομα που φέρνει ζάλη είναι αυτό του μεγάλου Steve Walsh, της αυθεντικής φωνής των Kansas, που συνεισφέρει τις δικές του φωνητικές γραμμές στο ομότιτλο. Συναντάμε επίσης τον Jordan Rudess, τον Simon Phillips, τον Gary Wehrkamp, τον Tony Franklin, τον Alessandro Del Vecchio και τον Jens Johansson.

Τι είναι όμως ικανός να προσθέσει σε ένα αισθητά συμπιεσμένο μουσικό ιδίωμα σήμερα ο ταλαντούχος γόνος των Noelle και Michel, μελών των 70’s Γάλλων progters Polene; Παίζοντας στα δάχτυλα τα χρωμοσώματα του είδους και με τη μεγάλη συνθετική και εκτελεστική του γκάμα, ο Vivien μεταφέρει τις αγαπημένες του επιδράσεις στο δικό του σύγχρονο πεδίο. Έχοντας κερδίσει, μέσα από τη δουλειά του, μια μοναδική ευκρίνεια που τον οδηγεί στην ουσία της σύνθεσης, χειρίζεται τα εργαλεία του είδους αυτού με εξυπνάδα αλλά και ψυχή. Δεν έχουμε να κάνουμε με ψυχρή στρατηγική που αποφεύγει την κούραση των γνωστών ελαττωμάτων του prog rock, αλλά με μια σοφή διαχείριση της ανάγκης του να εκφραστεί.

Με προφανή την αγάπη του στους Yes, κάτι που ανάβει το πράσινο φως στην είσοδο του άλμπουμ στο “Reser to Preset”, o Lalu επιστρατεύει όλη την pop art παραφυάδα των καλλιτεχνών του χώρου που στρογγύλεψαν τη μουσική τους στα 80’s, βασισμένοι περισσότερο στην παγίδα της μελωδίας και το επίμονο φινίρισμα του ήχου, και μας δίνει μια σειρά από ελκυστικές ηχητικές παγίδες. Μαζί όμως με το δελεαστικό άμεσο ακουστικό ερέθισμα, επενδύει και σε πανέξυπνο και χορταστικό performing από τους συμμετέχοντες. Ο πρώτος θρίαμβος έχει να κάνει με την παράσταση του Wilson που κομματιάζεται εφαρμοστά στις διαθέσεις των τραγουδιών και ταυτόχρονα εμπιστεύεται τη χροιά του, που επιπλέει και διαφοροποιεί ακόμα και τις πιο φωτεινές ως χαρούμενες “Yes” αρμονίες που ίσως θα ενοχλούσαν κάποιους με τη φωνή του Jon Anderson.

Ακολουθώντας συνθέσεις όπως τα “Won’t Rest…”, και “Emotionalised” είναι δύσκολο να μην σκεφτείς πως οι δομικοί λίθοι τους χρωστάνε πολλά στον Peter Gabriel των 80’s, σε μια απαιτητική art pop προσέγγιση. Βέβαια, με τόσους σπουδαίους επώνυμους μουσικούς ήταν αναπόφευκτο να υπάρχουν συναρπαστικά διαστήματα απαιτητικού fusion, που είναι ευγενικό και σέβεται τους ρυθμούς και τις ροές των τραγουδιών, κάνοντας τη διαφορά, όπως στο ομότιτλο που γαζώνεται από το ταλέντο των παιχτών.

Συνθέσεις όπως το “The Chosen Ones” προδίδουν πως το άλμπουμ χτίστηκε με την άνεση του χρόνου που φέρνει την αγνή έμπνευση, ενώ το σκοτεινό “Standing at the Gates of Hell” αναδύει μια μεταλλική υποβολή, περισσότερο με το ύφος του και όχι με τον ήχο του αλλά ξαφνιάζει ευχάριστα με τη fusion παρεκτροπή του. Προσωπικά καταθέτω τα αποθέματα εμμονής μου στο “We Are Strong”, που ακούγεται να κρεμά τις ιδανικές ενδείξεις του Γάλλου μουσικού σε μια απόλυτα, συγκινητική ισορροπία. Ακόμα και το εξόδιο της οργανικής απόδοσης του ομότιτλου τραγουδιού δεν προστίθεται σαν τυχαίο bonus, αλλά παίζει έναν όμορφο ρόλο επίλογου, αναδεικνύοντας την περιπετειώδη, jazzy/prog του πλευρά. Το συνολικό απόθεμα είναι δελεαστικό και για τον διαβασμένο ακροατή του progressive metal.

Με ένα άλμπουμ σοφό και έξυπνο μουσικά, ο Vivien προτρέπει την ανθρωπότητα να αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια και αποφασιστικότητα τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει. Αν η γενική ιδέα που κρύβει και ο τίτλος του άλμπουμ είναι η πιθανότητα πως μια μέρα ο άνθρωπος θα ανακαλύψει μια νέα Γη στο διάστημα, η αλήθεια είναι πως χωρίς πραγματική ενδοσκόπηση ένας νέος τόπος δεν πρόκειται να γίνει μόνος του ένας καλύτερος κόσμος. Και αν η εξέλιξη του δίσκου αναδύει ένα αισιόδοξο μήνυμα (“We Are Strong”), ο Γάλλος μουσικός δεν φοβάται να απαιτήσει την προσοχή ενός κοινού που για δεκαετίες έμαθε να αρέσκεται σε σκοτεινά και πεσιμιστικά concept. Και το αξίζει με το παραπάνω.

Είδος: Progressive Rock
Εταιρεία: Frontiers Music
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 21 Ιανουαρίου 2022

Official site: http://www.vivienlalu.com/
Facebook: https://www.facebook.com/laluprog

537
About Γιώργος Γεωργίου 169 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.