KYUSS: Πρωτοπόροι στην ουράνια κοιλάδα το 1994

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ- 28 ΙΟΥΝΙΟΥ

Το “Welcome to Sky Valley” (επίσης γνωστό ως “Sky Valley and Kyuss”) είναι το τρίτο στούντιο άλμπουμ του αμερικανικού stoner rock  συγκροτήματος Kyuss. Κυκλοφόρησε στις 28 Ιουνίου 1994 μέσω της Elektra και της Chameleon Records, αφήνοντας το δικό του ανεξίτηλο σημάδι στην ιστορία ενός ολόκληρου μουσικού ιδιώματος του metal.

Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στις αρχές του 1993 και προγραμματίστηκε να κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο του 1994. Έκαναν μια κρυφή προπαρουσίαση του ολοκληρωμένου άλμπουμ στο Foundations Forum 93 και συμπεριέλαβαν το τραγούδι “Demon Cleaner” στον sampler δίσκο.  Λόγω της μέτριας επιτυχίας του προηγούμενου άλμπουμ τους, οι Kyuss είχαν προωθηθεί από τη θυγατρική τους δισκογραφική “Dali” στην κύρια δισκογραφική “Chameleon”. Στις 11 Νοεμβρίου 1993 όμως,  η “Chameleon Records” έκλεισε ξαφνικά. Η συνεργάτης  Elektra πήρε γρήγορα το συγκρότημα και προγραμμάτισε το άλμπουμ να κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του 1994. Η κυκλοφορία του στη συνέχεια καθυστέρησε για άλλους τρεις μήνες μετά από αυτό, και τελικά κυκλοφόρησε σχεδόν ένα χρόνο μετά την αρχική ηχογράφηση.

Το “Welcome to Sky Valley” έχει περιγραφεί ως stoner rock και stoner metal. Αυτό είναι το πρώτο άλμπουμ των Kyuss στο οποίο συμμετείχε ο μπασίστας Scott Reeder, ο οποίος αντικατέστησε τον Nick Oliveri το 1992. Ήταν επίσης  το τελευταίο στο οποίο συμμετείχε το ιδρυτικό μέλος Brant Bjork. Το τραγούδι “N.O.” ηχογραφήθηκε αρχικά από τους Across the River, ένα συγκρότημα με επικεφαλής τον Mario Lalli και τον μπασίστα Reeder. Αφού ο Reeder άφησε τους Obsessed και εντάχθηκε στους Kyuss, ο Bjork πρότεινε να ηχογραφήσουν το “N.O.” ως φόρο τιμής στους Across the River.

Σε CD, το “Welcome to Sky Valley” κυκλοφόρησε αρχικά με τα δέκα συνολικά τραγούδια του που περιέχονται σε τρεις ενότητες, με ένα επιπλέον, τέταρτο κρυφό κομμάτι. Αργότερα επανακυκλοφόρησε και με τα δέκα κομμάτια ξεχωριστά. Ωστόσο, οι περισσότερες εκδόσεις του cd που πωλούνται στο εμπόριο περιέχουν τα τρία κομμάτια, μια επιλογή που έχει σκοπό να ενθαρρύνει τους ακροατές να το ακούσουν σαν ένα πλήρες άλμπουμ αντί σαν συλλογή ξεχωριστών τραγουδιών.

Το συγκρότημα Tool έχει παίξει ζωντανά το “Demon Cleaner” δύο φορές (αν και με μικρές αλλαγές στους στίχους), με τον μπασίστα Scott Reeder να συμμετέχει στη σκηνή κατά τη διάρκεια των εμφανίσεων στις  27 Μαρτίου 1998 στο Λος Άντζελες, Καλιφόρνια, στο The Hollywood Palladium, και 29 Μαρτίου 1998 , στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια, στο The Rimac Theatre. Το τραγούδι ακούγεται επίσης στα βιντεοπαιχνίδια Guitar Hero: Metallica και The Crew.

1974– Το “Caribou” είναι το όγδοο στούντιο άλμπουμ του Άγγλου μουσικού Elton John, που κυκλοφόρησε από την MCA. Ήταν το τέταρτο άλμπουμ του που βρέθηκε στα charts στις Ηνωμένες Πολιτείες και το τρίτο του στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο John τόνιζε πως το άλμπουμ  ηχογραφήθηκε γρήγορα τον Ιανουάριο του 1974, με μόνο περίπου εννέα ημέρες συνολικό χρόνο ηχογράφησης, επειδή αυτός και το συγκρότημα ήταν υπό τεράστια πίεση να ολοκληρώσουν το άλμπουμ και να ξεκινήσουν αμέσως μια ιαπωνική περιοδεία. Ο παραγωγός Gus Dudgeon πρόσθεσε επιπλέον δεύτερα φωνητικά, κόρνα και άλλα overdubs αφού ο John και το συγκρότημα είχαν τελειώσει τη δουλειά τους. Αργότερα ο ίδιος ο Dudgeon αποκάλεσε το άλμπουμ “ένα κομμάτι χάλια… ο ήχος είναι ο χειρότερος, τα τραγούδια δεν είναι πουθενά, , οι στίχοι δεν ήταν τόσο καλοί, τα φωνητικά δεν ήταν όλα εκεί, το παίξιμο δεν ήταν τέλειο και η παραγωγή είναι απλά χάλια”.

1982– Το “Pictures at Eleven” είναι το ντεμπούτο σόλο άλμπουμ του πρώην τραγουδιστή των Led Zeppelin, Robert Plant, που κυκλοφόρησε από την Swan Song. Ο ντράμερ των Genesis, Phil Collins, έπαιξε σε πέντε από τα οκτώ τραγούδια του άλμπουμ. Ο πρώην ντράμερ των Rainbow, Cozy Powell, ανέλαβε στα “Slow Dancer” και “Like I’ve Never Been Gone”.  Το “Pictures at Eleven” είναι το μόνο από τα σόλο άλμπουμ του Plant που κυκλοφορεί από τη δισκογραφική εταιρεία των Led Zeppelin, Swan Song. Μέχρι την επόμενη κυκλοφορία του Plant, το “The Principle of Moments” του 1983, η Swan Song είχε πάψει να λειτουργεί και ο Plant είχε ξεκινήσει τη δική του δισκογραφική με το όνομα “Es Paranza”, η οποία θα είχε και αυτή διανομή από την Atlantic Records. Η Rhino Entertainment κυκλοφόρησε μια remastered έκδοση του άλμπουμ, με bonus κομμάτια τον Μάρτιο του 2007.

1985– Το “Fly on the Wall” είναι το δέκατο στούντιο άλμπουμ του αυστραλιανού hard rock συγκροτήματος AC/DC, που κυκλοφόρησε από την Albert Productions και την Atlantic Records. Το άλμπουμ επανακυκλοφόρησε το 2003 ως μέρος της σειράς AC/DC Remasters.

Οι ηχογραφήσεις για το άλμπουμ πραγματοποιήθηκαν στα Mountain Studios στο Montreux της Ελβετίας στα τέλη Οκτωβρίου 1984. Ήταν το πρώτο άλμπουμ των AC/DC από την αυθεντική αυστραλιανή έκδοση του High Voltage που δεν περιελάμβανε τον ντράμερ Phil Rudd, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Simon Wright (αν και ο Wright εμφανίστηκε σε μουσικά βίντεο για τα κομμάτια του “Flick of the Switch”), όπως επίσης και το πρώτο άλμπουμ των AC/DC με όλα τα μέλη του συγκροτήματος να έχουν γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ήταν το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ όπου η παραγωγή έγινε από μέλη του συγκροτήματος. Αλλά σε αντίθεση με το προηγούμενο “Flick of the Switch” – όπου συμμετείχε το συγκρότημα στο σύνολό του – στο Fly on the Wall ανέλαβαν οι κιθαρίστες Angus και Malcolm Young, οι οποίοι ήλπιζαν να αποτυπώσουν την ωμότητα και την απλότητα της πρώιμης δουλειάς τους, όταν το glam metal με ποπ στοιχεία είχε γίνει δημοφιλές.

1988– Το “In God We Trust” είναι το τέταρτο στούντιο άλμπουμ του χριστιανικού metal συγκροτήματος Stryper, που κυκλοφόρησε από την Enigma Records. Το άλμπουμ έγινε χρυσό , πουλώντας πάνω από μισό εκατομμύριο αντίτυπα. Τρία singles κυκλοφόρησαν, και από αυτά, τα “Always There For You” και “I Believe in You”, βρέθηκαν στο Billboard Hot 100 chart φτάνοντας στο Νο. 71 και στο Νο. 88 αντίστοιχα. Το τρίτο single “Keep The Fire Burning” δεν τα κατάφερε εξίσου καλά. Το άλμπουμ έλαβε δύο βραβεία GMA Dove,  το “Hard Music Album” και το “Hard Rock Song” για το ομώνυμο κομμάτι.

2011– Το “Gold Cobra” είναι το πέμπτο στούντιο άλμπουμ του αμερικανικού rap rock συγκροτήματος Limp Bizkit. Κυκλοφόρησε από την Flip και την Interscope Records, είναι το πρώτο στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος μετά το “Results May Vary” του 2003 και το πρώτο του με την πλήρη αρχική σύνθεση μετά το “Chocolate Starfish and the Hot Dog Flavored Water” του 2000. Το “Gold Cobra” διαθέτει έναν εκλεκτικό και ποικίλο ήχο, αλλά είναι επίσης παρόμοιο σε στυλ με τα προηγούμενα άλμπουμ του συγκροτήματος. Το άλμπουμ, το οποίο περιλάμβανε το single “Shotgun” και έλαβε ανάμικτες κριτικές, πούλησε 27.000 αντίτυπα στην πρώτη εβδομάδα του στις Ηνωμένες Πολιτείες και έφτασε στο Νο. 16 του Billboard 200. Αυτό ήταν το τελευταίο τους άλμπουμ για μια δεκαετία, μέχρι που το συγκρότημα κυκλοφόρησε το “Still Sucks” το 2021.

154
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 178 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.