HEIR APPARENT: “One Small Voice”

ALBUM TRIBUTES

Εξωσωματική εμπειρία: εμπειρία που περιλαμβάνει την αίσθηση της αιώρησης έξω από το σώμα και σε κάποιες περιπτώσεις, το αίσθημα της αντίληψης του σώματος από ένα σημείο έξω το σώμα (αυτοσκόπηση). […] Εξωσωματικές εμπειρίες μπορεί να προκληθούν μεταξύ άλλων από εγκεφαλικά τραύματα, αισθητηριακή στέρηση, επιθανάτιες εμπειρίες, διαχωριστικά και ψυχεδελικά φάρμακα, αφυδάτωση, ύπνο και ηλεκτρική διέγερση του εγκεφάλου. Μπορεί επίσης να προκληθεί εσκεμμένα από κάποιους. Ένας στους δέκα ανθρώπους είχαν τουλάχιστον μία φορά ή και αρκετές εξωσωματικές εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Κάπως έτσι εξηγείται επιστημονικά, μάλλον, η εμπειρία της πρώτης (και κάθε) ακρόασης του δεύτερου album των Heir Apparent, με τίτλο “One Small Voice”, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1989 και έμελλε να αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή λίγων (ίσως πανελάχιστων) ανθρώπων, όπως έκανε με τη δική μου. “Γιατί λίγων;”, θα με ρωτήσεις. Περίμενε, θα πάρεις την απάντησή σου – και θα περιλαμβάνει την λέξη “αδικία” αρκετές φορές μέσα στην εξομολόγησή μου.

Έφηβος και μάλιστα στην πρώτη τάξη του Λυκείου, ένα όμορφο μεσημέρι Σαββάτου του 1990 ξεκίνησα τη γνωστή διαδρομή μου προς τους χώρους προσευχής και λατρείας της εποχής (μου), δηλαδή τα δισκάδικα. Ο ποδαρόδρομος από τον Νέο Κόσμο ως την Αθηνάς πέρασε σε χρόνο dt με το walkman και τα ακουστικά στα αυτιά – άλλωστε καμία διαδρομή δεν κουράζει, όσο μεγάλη και αν είναι χιλιομετρικά, όταν η κατάληξή της είναι σε ναό βινυλίων, κασσετών και CD και το έπαθλό της, η εξάντληση χαρτζιλικίου/μισθού σε αυτόν.

Αυτή τη φορά, το focus της κατάθεσης ήταν οι Stryper, αλλά περίσσεψαν χρήματα για μια από εκείνες τις εμπνευσμένες ανακαλύψεις που το μόνο που σε ωθούσε σε αυτές, ήταν το εξώφυλλο και η αίσθηση που είχες όταν κρατούσες το αποθηκευτικό μέσο ήχου της επιλογής σου στα χέρια σου. Κάποιοι ήταν πιο τολμηροί, έπιαναν κουβέντα με τους δισκοπώλες και μερικές φορές ζητούσαν να βάλουν και λίγο από το album που τους είχε κινήσει την περιέργεια να παίξει στο χώρο – εγώ όχι. Ήθελα να νιώσω την έκπληξη στο σπίτι, μακριά από τον κόσμο και ας έκανα (ουκ ολίγες φορές) λάθος εκτίμηση. Η κασσέτα που δεν έφευγε από το βλέμμα μου όση ώρα ήμουν στο Δισκάδικο της Αθηνάς εκείνη τη φορά, ήταν το “One Small Voice” των Heir Apparent.

Ακατόρθωτο να πάρεις τα μάτια σου από ένα τέλειο χρωματικά και σχεδιαστικά artwork, υπό την επιμέλεια της Wendy Kramer (υπεύθυνη για τα γραφικά δίσκων των Candlemass, Lizzy Borden, Omen, Liege Lord και Helstar, μεταξύ άλλων), που απεικονίζει στο εξώφυλλο ένα μικρό παιδί να κάθεται στην κορυφή της Γης, μόνο και φοβισμένο, να κλαίει και να ουρλιάζει αφού τα πάντα γύρω του δείχνουν απειλητικά και επιθετικά, όπως τα δύο τεράστια, ματωμένα χέρια του ίδιου του πλανήτη, έτοιμα να το αρπάξουν. Ένα εξώφυλλο απόλυτα ισορροπημένο ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον υπερρεαλισμό, που σαν αυτό είδαμε αρκετά να φιγουράρουν στους δίσκους progressive rock και metal μπαντών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘90 αλλά και μετά – αλλά κανένα τόσο εκφραστικό, προφητικό και to the point.

Το εξώφυλλο δεν ήταν το μόνο που υποδείκνυε το σκοτάδι της ανθρωπότητας που ερχόταν (τώρα ξέρουμε όλοι καλά, έτσι δεν είναι;) αφού με το που αγόρασα την κασσέτα, γύρισα σπίτι τρέχοντας και πάτησα το play αφήνοντας στην άκρη τους Stryper για αργότερα:

“Just imagine peace where there was none before under virgin skies, just imagine children with hope again in their eyes – Just imagine people really caring and not just saying they do, just imagine nations really talking like me and you”

Ναι, το “One Small Voice” είχε την αμέριστη προσοχή μου οπτικά, ηχητικά και στιχουργικά από την πρώτη στιγμή, την πρώτη επαφή, τις πρώτες νότες του πρώτου τραγουδιού του.

Ο ιδρυτής των Heir Apparent, ο κιθαρίστας Terry Gorle, οραματίστηκε την μπάντα του από τα τέλη του 1983. Με τις δυσκολίες της εποχής αλλά και γενικότερα της ανεξάρτητης, νέας μπάντας που δεν είχε καταφέρει ακόμα συμβόλαιο με (μεγάλη) δισκογραφική εταιρεία, με τους ήχους των Queensrÿche και των Fates Warning στα αυτιά του, άλλαξε κάμποσες φορές μέλη, τα σχέδιά του ματαιώθηκαν ουκ ολίγες φορές, κυκλοφόρησε demos και ένα αριστουργηματικό album το 1986, με τίτλο “Graceful Inheritance” – ένα album που σίγουρα προορίζεται και αυτό για την στήλη “Gems” στο άμεσο μέλλον…

Με την επική Black Dragon Records από το Παρίσι (υπεύθυνη για ιστορικές κυκλοφορίες των Candlemass, Manilla Road, Chastain, Savage Grace, Liege Lord) να δίνει την ευκαιρία στην μπάντα από το Seattle να αποδείξει στην Ευρώπη ότι δεν είναι “απλώς άλλη μια μπάντα” με το συμβόλαιο που έκανε το “Graceful Inheritance” πραγματικότητα και με το album να μην έχει κυκλοφορήσει καν στην Αμερική, τους δίνεται η ευκαιρία να ανοίξουν μια συναυλία του David Lee Roth στο Seattle, το καλοκαίρι του 1988, στη θέση των Poison. Αυτή η ευκαιρία εξασφαλίζει στην μπάντα ένα δισκογραφικό συμβόλαιο με την Metal Blade Records και έτσι, ξεκινώντας την ίδια χρονιά να ηχογραφούν στα Triad Studios με τον Tom Hall στην ηχοληψία, δημιουργώντας το δεύτερο τους αριστούργημα, το “One Small Voice”.

Ο Terry Gorle κράτησε την απίστευτη σύνθεση της μπάντας σε κιθάρα/μπάσο/τύμπανα ίδια με αυτή του “Graceful Inheritance” και πολύ καλά έκανε: το rhythm section των Derek Peace (πόσες φορές γίναμε μάρτυρες στο να λύνει και να δένει κόμπο το μπάσο αυτός ο άνθρωπος) και Raymond Schwartz (χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Raymond Black, την δεκαετία του ‘80) είναι ύλη διδασκαλίας για τα σχολεία σε έναν τέλειο, αξιοκρατικό κόσμο (αλλά είπαμε, η λέξη “αδικία” αιωρείται πάνω από ολόκληρο το άρθρο, όπως άλλωστε και ολόκληρη την ανθρωπότητα). Από τα τέλη του 1986, μια σημαντική προσθήκη είχε γίνει στους HA, αφού πλέον ο Michael Jackson (όχι αυτός που άλλαζε χρώμα στο δέρμα και έκανε παρέα με παιδάκια) είχε αναλάβει τα πλήκτρα – και ουσιαστικά, πρωταγωνιστικό ρόλο στον ήχο του “One Small Voice”. Η αλλαγή που έκανε την μεγαλύτερη διαφορά όμως, ήταν αποχώρηση του Paul Davidson που είχε τραγουδήσει στο “Graceful…” και η αντικατάσταση αυτού από τον Steve Benito.

Ο Steve γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά εγώ προσωπικά πιστεύω πως μας ήρθε από άλλο γαλαξία. Θυμάστε για εκείνον τον τέλειο, αξιοκρατικό κόσμο στον οποίο δεν ζούμε, αλλά ονειρευόμαστε συχνά πυκνά; Σε εκείνον τον κόσμο λοιπόν, ο Steve θα έπρεπε να έχει τραγουδήσει σε πολλά albums ακόμα και όχι μόνο στο “One Small Voice” και σε λίγα demos και να βρίσκεται εκεί ψηλά, στην εξέδρα των επισήμων μαζί με τον Tate, τον Dio και τον Dickinson – αντί αυτού, τα ίχνη του χάνονται (μαζί με τους Heir Apparent), στην ανατολή των ‘90s και έκτοτε, αυτή η φωνάρα δεν έχει ακουστεί ξανά ούτε για δευτερόλεπτο ως guest σε κάποια άλλη μπάντα. Αδικία. Αδικία για μια ασύλληπτη φωνή που παίζει τεράστιο ρόλο στην εξωπραγματική, εξωσωματική εμπειρία του “One Small Voice”…

Τα πλήκτρα του Jackson μαζί με ρομποτικά samples, μας καλωσορίζουν στο “One Small Voice” και μας εισάγουν σε έναν φουτουριστικό, ηχητικά ψυχρό αλλά ταυτόχρονα ονειρικό κόσμο με το “Just Imagine” – και το αποτέλεσμα αυτού του progressive μελωδικού έπους είναι το ίδιο στα αυτιά του ακροατή που ακούει τους HA για πρώτη φορά, ή ήταν fan από την εποχή του “Graceful Inheritance”: σοκ και δέος για μουσική που δεν μοιάζει με καμία άλλη, ένας πραγματικά φρέσκος, προοδευτικός ήχος που το μόνο που είχε προηγηθεί αυτού και συναισθηματικά/συναισθησιακά ταιριάζει, είναι το “Rage For Order”.

Από εκεί και πέρα, τα 47 λεπτά του “One Small Voice” είναι ένα ταξίδι – εμπειρία ζωής: το “Crossing The Border” με ένα power/speed metal riff παιγμένο από τα πλήκτρα του Jackson, με τα φωνητικά του Benito στο θεό και τα κιθαριστικά μέρη του Gorle να σε ανατριχιάζουν. Το “Screaming” με το mid-tempo, πιο κλασσικό στο ύφος αλλά μελωδικότατο μέταλλό του και τα υπέροχα verses του. Το “Alone Again”, μια μπαλάντα κομμένη και ραμμένη για τη φωνάρα του Benito, αφού άλλωστε είναι δική του σύνθεση (μαζί με το “Screaming”).

Στο “Cacophony Of Anger” που ακολουθεί, ο όρος “οργασμός” ακούγεται φτωχός. Θεωρώ πως ατυχώς θα μπορούσε να προσπαθήσει κάποιος άλλος να παίξει τέτοιο σκοτεινό prog power χωρίς τα συστατικά του “One Small Voice”, δηλαδή αυτούς τους μουσικούς, αυτή τη φωνή, αυτό το όραμα. Το γέλιο στα μισά του τραγουδιού, κατά την διάρκεια της απαγγελίας “Bedaubed and besmirched, the panglos eventually concedes to the necrosis of hard realities, shrieking in anger -and then silent. Finding no other course, I laugh at the Sisyphean punchline at the end of another day…” μένει για πάντα χαραγμένο στο μυαλό – όπως και το υπόλοιπο album.

Με το ίδιο δέος, απολαμβάνω εδώ και 32 χρόνια την διασκευή του “The Sound Of Silence” των Simon & Garfunkel, που κλείνει την πρώτη πλευρά. Όταν διαλέγεις ένα από τα πλέον χιλιοδιασκευασμένα τραγούδια και το μετατρέπεις στον ορισμό της έννοιας “διασκευή”, κάτι κάνεις τέλεια, μαγικά και υπέροχα και αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανένας. Εδώ και τρεις δεκαετίες, όταν ακούω την λέξη “διασκευή”, αυτή είναι η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό, αυτόματα.

Το δεύτερο μέρος του “One Small Voice” είναι ακόμα πιο έντονο από το πρώτο. Η έναρξή της Β’ πλευράς με το “We, The People” έρχεται να το αποδείξει στο ύφος του “Just Imagine” με τα πλήκτρα του Jackson και φυσικά, την ερμηνεία του Benito, σε πρώτο ρόλο – ενώ ταυτόχρονα Peace και Black δίνουν μαθήματα ρυθμού και τα solos του Gorle είναι στο θεό. Οι προφητικοί στίχοι του για μια ακόμα φορά, δείχνουν στην κατεύθυνση που πλέον βρισκόμαστε: “In the name of progress we take more than we need, respect for life exchanged for corporate greed – chemical waste destroys our land and sea with no regard for the future of our world […] We, the people shape our destiny and the time is now to take care of the world, your world, my world, our world

Τα χαστούκια έρχονται απανωτά, καθώς την σκυτάλη παίρνει το πιο άμεσο και για πάντα χαραγμένο στην καρδιά “Young Forever”, ένας μεταλλικός ύμνος νοσταλγίας, αμέσως πριν ξεκινήσει η τριλογία που οριστικά σφραγίζει αυτό το έργο τέχνης: το ατμοσφαιρικότατο, απόλυτα μελαγχολικό “One Small Voice” όπου η τρομερή ερμηνεία του Benito σε κάνει όχι απλά να νιώθεις, αλλά να ζεις την απόγνωση της φωνής του πλανήτη, καπάκι τα πλήκτρα του Jackson που μας εισάγουν στο “Decorated” με το υπέροχο ξέσπασμά στα μισά του και τα τόσο συναισθηματικά solos του Gorle και φυσικά, το απόλυτο τέλος της “Φωνής”, ένα αληθινό μεταλλικό έπος ασύγκριτο από κάθε άποψη, το “The Fifth Season”, που είμαι σίγουρος πως ζήλεψαν (και συνεχίζουν να ζηλεύουν) πολλές (μα πολλές όμως) μπάντες τα τελευταία 33 χρόνια.

Δεν μπορώ να βρω τα λόγια να περιγράψω ακριβώς κάθε αίσθηση από την πρώτη και κάθε ακρόαση του “One Small Voice”, οπότε όσα έχω γράψει και όσα θα μπορούσα ακόμα να γράψω, μάλλον δεν θα αποδώσουν ποτέ δικαιοσύνη σε αυτό. Είναι και αυτό μια αδικία, σαν τις πολλές που διέπουν την πορεία μιας μπάντας πριν, αλλά και μετά από αυτό το δεύτερο αριστούργημά της, το οποίο αντι να οδηγήσει σε συμβόλαια για ακόμα περισσότερους δίσκους, τους έφερε μέσα από εντάσεις και προβλήματα στην λήθη. Μια συλλογή από demos δέκα χρόνια μετά και ένα τρίτο album σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, δίνουν τις απαραίτητες ανάσες στους ίδιους και σε fans, ώστε σήμερα να είναι μια ενεργή και πάλι μπάντα με άλλον τραγουδιστή και πληκτρά – αλλά αυτό, είναι μια άλλη ιστορία για κάποια άλλη στιγμή.

Αυτό που έχει σημασία σε αυτό το κείμενο, εδώ, τώρα, είναι πως το line-up, η έμπνευση, η εκτέλεση, η ερμηνεία, οι συνθέσεις, η σειρά των τραγουδιών, η εποχή, η στιγμή που το “One Small Voice” δημιουργήθηκε, το κάνουν ξεχωριστό και μοναδικό, διαφορετικό από κάθε άλλη κυκλοφορία των ίδιων των Heir Apparent, αλλά και από κάθε άλλο album που είχα ακούσει μέχρι τότε. Το ίδιο ισχύει και μερικές χιλιάδες ακροάσεις και τρεις δεκαετίες μετά. Μουσική που αντιστέκεται σε ταμπέλες, όρια και στο χρόνο. Ένα album που ακόμα και οι μπάντες της Α’ Εθνικής τότε, θα πούλαγαν τη ψυχή τους στον Lucifer για να έχουν γράψει και κυκλοφορήσει το 1/3 του. Το “One Small Voice” με έκανε καλύτερο άνθρωπο, σε μια εποχή που το είχα ανάγκη. Το “One Small Voice” είναι πολύτιμο. Το “One Small Voice” στέκεται μόνο του. Στέκεται εκεί, στην πιο καλά κρυμμένη θέση της καρδιάς και των αναμνήσεων αυτών των ελάχιστων που το ένιωσαν. Για πάντα.

There’s no one that can save us now, nothing can stop the end – not all your king’s horses, or all your amens

Είδος: Progressive Metal
Δισκογραφική: Metal Blade Records
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 1 Ιουνίου 1989

TRACKLIST:
Just Imagine
Crossing The Border
Screaming
Alone Again
Cacophony Of Anger
The Sound Of Silence
We, The People
Young Forever
One Small Voice
Decorated
The Fifth Season

Official website: https://www.heirapparent.com/

Πηγές:
Heir Apparent official website
Metal Blade Records official website
Encyclopaedia Metallum

146
Avatar photo
About Σπύρος Χονδρογιάννης 36 Articles
Γεννημένος στην Αθήνα την χρονιά που οι Rush κυκλοφόρησαν δύο albums, αλλά και που ο Alice Cooper μας καλωσόρισε στον εφιάλτη του, δεν πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να λατρέψει τους Sabbath του Dio και του Tony Martin, τους Fates Warning και τους Sanctuary, τους Candlemass και τους Crimson Glory. 15 χρόνια μετά, τον συνεπήρε η ποίηση των The Mission, Fields Of The Nephilim, And Also The Trees και Nosferatu, ενώ ο απόλυτος συνδυασμός μελωδίας και μαυρίλας του συστήθηκε με φρέσκους, τότε, ήχους των Paradise Lost, My Dying Bride, Anathema, Elend και Katatonia. Ολοκληρώθηκε μόλις ανακάλυψε την μαγεία του David Bowie, του Scott Walker, του Neil Hannon και του Jarvis Cocker αλλά και του J-Rock/Visual Kei πολύχρωμου κόσμου πριν πατήσει τα πρώτα -άντα του. ‘Οταν δεν ασχολείται με τα εξαναγκαστικά βιοποριστικά που ποσώς τον ενδιαφέρουν, κρατάει τα drum sticks του και νιώθει λίγο σαν τους ήρωες του, Neil Peart και Mark Zonder, ενώ ο υπόλοιπος ελεύθερος χρόνος του είναι και πάλι μουσική, μουσική, μουσική - και κινηματογράφος, καθώς τον σπούδασε, όπως και videogaming, γιατί το ιδανικό μέρος να ζει κανείς είναι ξεκάθαρα το Silent Hill, όλοι το ξέρουν αυτό.