COHEED AND CAMBRIA: “Vaxis II A Window of the Waking Mind”

ALBUM

Οι Νεοϋορκέζοι progressive rockers αποτελούν αναμφισβήτητα το “μωρό” του τραγουδιστή, κιθαρίστα, κημπορντίστα, βασικού συνθέτη και στιχουργού, Claudio Sanchez. Η δεδομένη αγάπη του στα κόμικς και στην επιστημονική φαντασία ήταν παραπάνω από βέβαιο πως θα τον συντρόφευε στη δημιουργική διαδρομή του μέσα στη μουσική. Όλοι οι δίσκοι των Coheed And Cambria, με μοναδική εξαίρεση το “The Color Before The Sun” του 2015, είναι concept άλμπουμ που βασίζονται στο “The Amory Wars”, μια σειρά επιστημονικής φαντασίας που εμπνεύστηκε ο Sanchez, και έχει μεταφερθεί και σε έκδοση του αντίστοιχου κόμικς.

Σεβόμενοι απόλυτα την κατευθυντήρια δύναμη της ανάλογης ιστορίας, θα καταφύγουμε στη σύνοψή της, καθώς ένα ζευγάρι δραπετεύει από τις τυραννικές δυνάμεις μαζί με τη μυστηριώδη νέα τους προσθήκη. Η ορχηστρική επισημότητα του “The Embers Of Fire” θα μας τραβήξει εντυπωσιακά μέσα στα σκηνικά του Vaxis II. Όποιος έχει δοκιμάσει, έστω και δειγματοληπτικά, το μουσικό χωνί τους, ξέρει πως ο Claudio και η παρέα του έχουν ένα ενστικτώδες χάρισμα να πλαισιώνουν σοβαρά ή δυσάρεστα θέματα με μια εθιστική μουσική συνοδεία, που μέσα στον πλούτο των στοιχείων της έχει και ευκολία στην προσέγγιση. Όταν στο “Beautiful Losers” έρχεται το κάλεσμα στα όπλα για όλους τους παραμελημένους, τους παρίες, τους απόβλητους αυτού του κόσμου, ο ύμνος που σκαρώνει η μπάντα αποπλανεί σχεδόν τον ακροατή με την γοητεία του, τις ανθεμικές φωνητικές μελωδίες που απαιτούν επανάληψη, και το στιβαρό μουσικό υποστύλωμα.

Το “Comatose” το γνωρίσαμε στη διάρκεια της αναμονής του άλμπουμ, και δεν απορείς στιγμή που επιλέχθηκε σαν single, όταν δίνει με μαθηματική ακρίβεια τον χώρο στα pop χαρίσματα του γκρουπ να συνοδεύσουν ισότιμα το εκλεκτικό performing τους. Δεν αποτελεί άλλωστε καμιά έκπληξη μέσα στο ευρύχωρο μαγικό καπέλο, η ευελιξία τους να αλιεύουν στοιχεία από το groove του post hardcore, τη δελεαστική αφέλεια του emo, μια διαρκή εναλλακτικότητα, για να υπηρετήσουν τελικά το δικό τους οροπέδιο του progressive rock. Μπορεί να σου απλώνει τόσο εύκολα το χέρι σαν ήχος, έχει όμως να επιδείξει και ζηλευτό βάθος, συνολικά σαν φόρμουλα.

Η dance έξαρση του “A Disappearing Act” που για τα λίγα δευτερόλεπτα που σε χωρίζουν από τη φωνή του Sanchez, θα σε κάνουν να κοιτάξεις αν έβαλες κατά λάθος κάτι από New Order, ξέρει πως να συμφιλιωθεί, να συνυπάρξει, να χρωματίσει υπέροχα τις στιγμές του ρεφρέν και να γεμίσει την παλέτα τους πρόσθετες αποχρώσεις. Παρόμοιες περιπέτειες εναλλαγών με ηλεκτρονικά lo-fi στοιχεία να συνωμοτούν με τον συνήθη πυρήνα τους, συμβαίνουν και στο “Love Murder One”, ενώ ένα έξυπνο προωθητικό ριφ αρκεί να απλώσει το συναισθηματικό ταξίδι του “Blood” σε μια συγκινητική κορύφωση.

Το απογυμνωμένο “Our Love” είναι μια γενναία προσωπική υπόσχεση και δέσμευση, με την πολυτέλεια του ρομαντισμού στην ερμηνεία, και τις ακλόνητες γραμμές μιας φωνής που περιβάλλεται από ευγενικούς, προσεκτικούς ήχους. Όμως, τώρα πια, είμαστε έτοιμοι και μπροστά στο μεγάλο φινάλε. Η κορύφωση και η έξοδος της νέας περιπέτειας των Coheed And Cambria κρύβει τη καρδιά της στην τριλογία που κλείνει το άλμπουμ.

Ξεκινώντας από το “Ladders of Supremacy”, η ένταση είναι εμφανής, ο μουσικός οργασμός της μπάντας στριφογυρίζει δαιμονισμένα, χορεύοντας με διαφορετικούς ρυθμούς. Η θεατρικότητα στο ύφος αλλά και στο λαρύγγι του Sanchez μας τραβά στην επίμαχη τελευταία πράξη, τα ριφ τον κουβαλούν με ένταση, η διαδρομή είναι συγκλονιστική.

Το “Rise, Naianasha (Cut The Cord)” παίρνει τη σκυτάλη για να μας σπρώξει με την επιμονή των τελευταίων δυο επαναληπτικών λεπτών του στο ομότιτλο τραγούδι. Μέσα στα περισσότερα από οχτώ λεπτά του, φαντάζομαι το δημιουργικό θράσος αυτού του σχήματος, απλωμένο, σχεδόν τεντωμένο οριακά σε απαιτήσεις που λίγες φορές έβαλαν οι ίδιοι στους εαυτούς τους. Αυτό το ηλεκτρικό μιούζικαλ είναι ένα όργιο διαθέσεων, θεατρικών και μουσικών μεταστροφών που το ακολουθείς με αγωνία και τη συγκίνηση μικρού παιδιού: μοιάζει με εκείνη την απαγορευμένη γοητεία του φόβου που ένιωθες μικρός για πράγματα που δεν μπορούσες να απομυθοποιήσεις.

Το ορχηστρικό score ολοκληρώνει άλλο ένα κεφάλαιο αγωνιώδες και αφηγηματικό και ταυτόχρονα αφήνει απλόχερα την υπόσχεση για το επόμενο. Ο Claudio και οι συμπαίκτες του, μέσα από μια κλιμακωτή εμπειρία, μας οδηγούν μαεστρικά σε μια από τις ισχυρότερες μουσικές συγκινήσεις που θα βιώσουμε τη χρονιά αυτή. Συχνά αναρωτιέμαι πως γίνεται να είναι τόσο φτωχή η συγκομιδή της ανυπολόγιστης προσφοράς τους στην Ευρώπη και περισσότερο στη χώρα μας.

Μπροστά σε ακόμα μια στρατηγικά και σοφά παραταγμένη  μουσική αφήγηση, που με μια πλούσια ευρύτητα και μια ελκυστική συνθετική προσέγγιση, σου προσφέρει μια υπέροχη διαφυγή στη φαντασία, ήρθε μάλλον η ώρα να μάθεις τι είναι το “The Armory Wars”.

Είδος: Progressive Rock
Εταιρεία: Roadrunner records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 24 Ιουνίου 2022

Official site: https://www.coheedandcambria.com/
Facebook: https://www.facebook.com/coheedandcambria

95
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 176 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.