JESSICA PRATT: “Here In The Pitch”

ALBUM

Αν άλλες στη θέση της θα σκότωναν για έναν έστω αμυδρό παραλληλισμό με τη Joan Baez, τη Sibylle Baier, τη Joni Mitchell, η ξεχωριστή αυτή κυρία από το Los Angeles αισθάνεται πως την περιορίζουν σε μια μονοδιάστατη εκτίμηση με όλες αυτές τις αναγωγές. Μια από τις πιο υπολογίσιμες και καθιερωμένες πια τραγουδοποιούς και ερμηνεύτριες των τελευταίων χρόνων μας παραδίδει το τέταρτο λιτό και πολύτιμο έργο της.

Πέντε χρόνια μετά το “Quiet Signs” του 2019, η Pratt μοιάζει να δοκιμάζει να αιτιολογήσει αυτό τον άδικο για την ίδια περιορισμό σε μια σπουδαία ερμηνεύτρια ακουστικής folk. Ο συνήθης ύποπτος Al Carlson συνδράμει στις νέες της προοπτικές και φυσικά αναλαμβάνει να αποτυπώσει τα πάντα με την αναγκαία αναπλαστική ακρίβεια στο στούντιο. Δίπλα τους ο κημπορντίστας Matt McDermott, ο μπασίστας Spencer Zahn και ο ντράμερ Mauro Refosco χειρίζονται με χειρουργική ακρίβεια και γαλαζοαίματη ευγένεια τις προσθήκες τους.

Το “Here In The Pitch” είναι αναμφίβολα ένα διαφορετικό άλμπουμ, που δεν αναλώνεται στην μυστικιστική ίαση της ακουστικής της κιθάρας και των αφοπλιστικών της φωνητικών. Απλώνοντας μερικές από τις πιο περιπετειώδεις μουσικές της ως τώρα, πίσω από την αυτοκρατορική, αινιγματική της αυτοσυγκράτηση, μπορεί να απλωθεί από τη βέβαια παρηγοριά ως μια πανούργα, κακόβουλη ποιότητα που θα προσεγγίσει το πίσσα σκοτάδι του τίτλου. Η αφετηρία της έμπνευσης τοποθετείται στην εποχή των χίπις του Los Angeles, κάποιες εμβληματικές μορφές της σκοτεινής πλευράς του καλιφορνέζικου ονείρου, αντανακλώντας το ζοφερό τέλος μιας εποχής. Απέναντι στην έμφυτη ροή της να φαντάζεται και να προσδοκά τα χειρότερα, ήταν μια ενδιαφέρουσα πρόκληση να επικαλεστεί δημιουργικά στα δικά της στιγμιότυπα έναν χαρακτήρα που μπορεί να εμφυσήσει δύναμη.

Το όπλο της Pratt στις πρόσφατες ιστορίες της είναι η πτήση της ευρηματικής μέλισσας πάνω σε ανθισμένες μουσικές πολλών δεκαετιών που υποτάσσονται στρατηγικά στο όραμά της και το προσωπικό της άγγιγμα. Από τις φωνητικές τακτικές αιχμαλωσίας των Beach Boys στον αριστοκρατικό ρομαντισμό του Burt Bacharach, από την άμεση, εκτεθειμένη λιτότητα του Paul Simon στην βιβλική τρυφερότητα του Leonard Cohen, από την ψυχεδέλεια του Hollywood μέχρι την bossa nova, το σύντομο αλλά λεπτομερές άλμπουμ της επιφυλάσσει τη γοητεία των εκπλήξεων με την ίδια διακριτική διαφοροποίηση που οδηγεί τη φωνή της στα μονοπάτια των αφηγήσεων.

Έτσι αν κάποιος ανυποψίαστος κυκλωθεί από τη μυστηριώδη ελαφρότητα του εναρκτήριου “Life Is” θα αντλήσει μια σεβαστή δόση αυτής της εκλεκτικής ισορροπίας της ανάμεσα στο μυστικό ενός  απροσδιόριστου φόβου και την ώθηση της ζωής. Η μάλλον καταπραϋντική αγωνία του “Better Hate” καταλήγει απολαυστική, ενώ το σχεδόν στοιχειωμένο “Nowhere It Was” με την οδυνηρή ηχητική ερημιά του εκτρέπεται σε ένα σκοτεινό άκρο. Και δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο εφαρμοστό φινάλε από την αυτάρεσκη, σχεδόν θριαμβευτική έξοδο του “The Last Year”, με το jazzy πιάνο του Carlson να σφραγίζει μια απόσταση ασφαλείας από την τραγωδία, ξορκίζοντας τις σκιές, τις ανασφάλειες και τους φόβους που συναντήθηκαν στη διαδρομή, ακόμα και με αυτό τον γλυκόπικρο συμβιβασμό.

Στο πρώτο σχόλιο κάτω από το βίντεο του τραγουδιού στο Youtube, κάποιος έγραψε: “αυτή την Παρασκευή, κάλεσα όλους τους φίλους μου να ακούσουν τον νέο σου δίσκο. Θα ετοιμάσουμε δείπνο, θα πιούμε κρασί και θα ακούσουμε το άλμπουμ στο στούντιο μου με κεριά και καλά  ηχεία. Σε ευχαριστώ που δημιούργησες ένα τόσο όμορφο μέρος για να το μοιραστώ με τους φίλους μου”…

Αυτό είναι με λίγες λέξεις το “Here In The Pitch”.

Είδος: Folk, Dream Pop, Acoustic
Εταιρεία: Mexican Summer
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 3 Μάϊου 2024

Website
Facebook

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 989 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.