DIR EN GREY: “Phalaris”

ALBUM

Είδα ένα όνειρο σήμερα. Βρισκόμουν λέει κλειδωμένος μέσα σε ένα μπρούντζινο ταύρο. Γυμνός, ακουμπούσα πάνω στο παγωμένο μέταλλο, έχοντας πάρει το σχήμα του αφού δεν είχα χώρο να γυρίσω – ούτε καν να κουνηθώ. Καθώς είμαι κλειστοφοβικός, δεν άργησα να αρχίσω να ουρλιάζω, όμως το αίμα μου πάγωσε μόλις αντιλήφθηκα πως οι κραυγές μου δεν ακουγόντουσαν ως φωνή απελπισίας και κλάμα έξω από το μεταλλικό κτήνος, αλλά ως βρυχηθμός μαινόμενου ταύρου, λες και ζωντάνευα το πλάσμα στου οποίου την κοιλιά βρισκόμουν.

Ξαφνικά, θυμήθηκα την ιστορία του μπρούντζινου ταύρου του Τύραννου Φάλαρη και μου κόπηκε η ανάσα σκεπτόμενος τι θα μπορούσε να μου συμβεί εκεί μέσα, αφού ο Φάλαρις χρησιμοποιούσε τον ταύρο ως όργανο βασανιστηρίων καίγοντας μέσα του ανθρώπους, οι οποίοι ούρλιαζαν και έκλαιγαν αλλά ο ο μηχανισμός του ταύρου μετέτρεπε τις κραυγές τους σε ήχους του αγριεμένου ζώου.

Το μέταλλο που με ακουμπούσε σχεδόν σε κάθε σημείο του σώματός μου δεν ήταν πια παγωμένο. Αφουγκράστηκα και σύντομα, το άκουσα να σιγοβράζει. Σταμάτησα να φωνάζω, γιατί εκείνος ο ήχος ήταν μαγικός. Πρώτα  τα πλήκτρα, μετά οι ακουστικές κιθάρες, μετά εκείνα τα βαριά riffs: ήμουν πλέον σίγουρος πως άκουγα Dir En Grey αλλά κάτι που δεν είχα ξανακούσει στη ζωή μου, κανένα από τα δέκα albums τους. Ήταν κάτι καινούργιο που απειλητικά ερχόταν ολοζώντανο καταπάνω μου, ειδικά όταν η υπέροχη, γλυκιά φωνή του Kyo μεταμορφώθηκε σε ένα κτήνος ακόμα πιο δυνατό από τον ταύρο.

Το μέταλλο άρχισε να καίει, αλλά δεν έδινα σημασία ούτε στον πόνο, ούτε στην μυρωδιά της καμένης σάρκας. Το μόνο που είχε νόημα πλέον, ήταν τα τραγούδια, οι μελωδίες, ο πόνος σε νότες που πλέον ερχόντουσαν το ένα μετά το άλλο. Στην αρχή το ασύλληπτο δεκάλεπτο “Schadenfreude” που και μόνο του θα μπορούσε να κάνει την ψυχή μου να ταξιδέψει μακριά από την μπρούντζινη φυλακή και τους φόβους μου. Αλλά όχι. Όχι ένα. Έντεκα στο σύνολο ιστορίες, έντεκα τραγούδια, έντεκα μουσικά κουτιά, σχεδόν μια ώρα δημιουργούσαν την αίσθηση ονείρου μέσα σε όνειρο.

Το “朧 (Oboro)” το θυμόμουν καλά, αφού είχε κυκλοφορήσει ως single από πέρυσι. Η απίστευτη αίσθηση που προκαλούν αυτά τα δύο πρώτα τραγούδια του νέου album, έρχεται ακόμα πιο έντονη και συγκινησιακά δυνατή στα δύο τελευταία του, το “御伽 (Otogi)” και το εννιάλεπτο “カムイ (Kamuy)”, ένα από τα ομορφότερα, τελειότερα έργα τέχνης που έχουν δημιουργήσει ποτέ οι Ιάπωνες. Όπως ξεκίνησε το “Phalaris”, έτσι τελείωσε, με απόλυτη συμμετρία διάρκειας, ήχων και συναισθημάτων. Στο ενδιάμεσο, ένα μεταφυσικό roller coaster από γλυκές μελωδίες και μαύρες νότες του θανάτου σε απόλυτη εναλλαγή, με το ένα έπος μετά το άλλο: “The Perfume Of Sins”, “13”, “響 (Hibiki)”.

Η σάρκα μου καιγόταν, ο μουσικός πυρετός με έκαιγε ολόκληρο και εγώ δεν σταμάτησα για ώρες να ακολουθώ τον λαβύρινθο του “Phalaris”: μετά από όσες περισσότερες ακροάσεις μπορούσα να απορροφήσω, συνειδητοποίησα με δέος πως δεν βρισκόμουν πλέον μέσα στον μπρούντζινο ταύρο, δεν ήμουν ποτέ εκεί από την ώρα που οι νότες των Kyo, Kaoru, Die, Shinya και Toshiya με άγγιξαν. Ο ταύρος βρισκόταν μέσα μου, ήταν οι δικές μου αισθήσεις και τα συναισθήματα που τον ξύπνησαν και τον ζωντάνεψαν, όπως το “Phalaris” εμένα.

Οι Dir En Grey επέστρεψαν με το πιο άρτιο, συγκλονιστικό, ισορροπημένο, ώριμο, συνειδητοποιημένο, ζωντανό album της εικοσιπενταετούς καριέρας τους και ο ταύρος του “Phalaris” τους λειτουργεί αντίστροφα από αυτόν του Τυράννου. Δεν βασανίζει, λυτρώνει. Και τους είμαι ευγνώμων για αυτό.

Δεν ξύπνησα ποτέ από αυτό το όνειρο, γιατί ποτέ δεν κοιμήθηκα για να το δω. Όταν απολαμβάνεις τέτοια μουσική άλλωστε, τίποτα δεν είναι πιο ονειρεμένο από την πραγματικότητα.

Είδος: J-Rock / J-Metal / Avant-garde Metal / Progressive Metal
Δισκογραφική: FIREWALL DIV. / Sony
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 15 Ιουνίου 2022

Official website: https://direngrey.co.jp/

166
About Σπύρος Χονδρογιάννης 35 Articles
Γεννημένος στην Αθήνα την χρονιά που οι Rush κυκλοφόρησαν δύο albums, αλλά και που ο Alice Cooper μας καλωσόρισε στον εφιάλτη του, δεν πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να λατρέψει τους Sabbath του Dio και του Tony Martin, τους Fates Warning και τους Sanctuary, τους Candlemass και τους Crimson Glory. 15 χρόνια μετά, τον συνεπήρε η ποίηση των The Mission, Fields Of The Nephilim, And Also The Trees και Nosferatu, ενώ ο απόλυτος συνδυασμός μελωδίας και μαυρίλας του συστήθηκε με φρέσκους, τότε, ήχους των Paradise Lost, My Dying Bride, Anathema, Elend και Katatonia. Ολοκληρώθηκε μόλις ανακάλυψε την μαγεία του David Bowie, του Scott Walker, του Neil Hannon και του Jarvis Cocker αλλά και του J-Rock/Visual Kei πολύχρωμου κόσμου πριν πατήσει τα πρώτα -άντα του. ‘Οταν δεν ασχολείται με τα εξαναγκαστικά βιοποριστικά που ποσώς τον ενδιαφέρουν, κρατάει τα drum sticks του και νιώθει λίγο σαν τους ήρωες του, Neil Peart και Mark Zonder, ενώ ο υπόλοιπος ελεύθερος χρόνος του είναι και πάλι μουσική, μουσική, μουσική - και κινηματογράφος, καθώς τον σπούδασε, όπως και videogaming, γιατί το ιδανικό μέρος να ζει κανείς είναι ξεκάθαρα το Silent Hill, όλοι το ξέρουν αυτό.