BOLT THROWER: Ode to the “War Masters” (Α’ Μέρος)

TRIBUTE / ARTIST

“In the fight for existence and life there is no law
And in the presence of eternal death there is no law…”

Με αυτούς τους στίχους από το ομώνυμο τραγούδι του ντεμπούτου τους “In Battle There’s No Law”, συστήνονται στον κόσμο οι Βρετανοί Bolt Thrower. Ή για να το θέσω ακόμη πιο σωστά: The mighty Bolt Thrower!!!

Θα επιχειρήσω μία εξιστόρηση της πορείας μιας εκ των μεγαλύτερων death metal μπαντών που “ξεπήδησαν” μέσα από τα “σπλάχνα” της γηραιάς Αλβιόνας, μέσω ενός αφιερώματος το οποίο ήθελα εδώ και καιρό να κάνω. Οι Bolt Thrower σχηματίστηκαν εν μία νυκτί (στην κυριολεξία) το 1986 σε μια pub στην πόλη Coventry της Αγγλίας. Σε μία punk συναυλία που διεξαγόταν εκεί, δύο φίλοι, ο κιθαρίστας Barry Thomson και ο μπασίστας Gavin Ward, αποφάσισαν να σχηματίσουν τη δική τους μπάντα, επηρεασμένοι εκείνη την περίοδο από μπάντες όπως οι Discharge, οι Candlemass και οι Slayer. Σύντομα τα φωνητικά αναλαμβάνει ένας φίλος του Thomson, ο Alan West και το πρώιμο αυτό line-up συμπληρώνει στα drums ο Andrew Whale.

Με το όνομά τους να αποτελεί μία σαφή αναφορά στην αρχαία πολιορκητική μηχανή και να δηλώνει απερίφραστα τις προθέσεις τους, το κουαρτέτο ηχογραφεί το 1987 δύο demos, τα “In Battle There Is No Law” και “Concession of Pain” και αμέσως κεντρίζει το ενδιαφέρον του διάσημου Βρετανού ραδιοφωνικού DJ, John Peel ο οποίος δούλευε για το BBC κάνοντας αδιάλειπτα ραδιοφωνικές εκπομπές από το 1967 έως και τον θάνατό του το 2004.

“In Battle There Is No Law” demo

Εν τω μεταξύ ο Gavin Ward αποφασίσει να αφήσει το μπάσο για χάρη της εξάχορδης και η μπάντα, μετά από ένα σύντομο πέρασμα του Alex Tweedy, δοκιμάζει για τη θέση του μπάσου την κοπέλα του Gavin, Jo Bench. Πόσο “μπροστά” ήταν αυτή η μπάντα, ώστε να έχει γυναίκα στις τάξεις της εν έτει 1988, μου λες; Πόσο cool θεωρούνται κάποιες μπάντες σήμερα επειδή έχουν δήθεν “evil” ladies να growl-άρουν, όταν η Jo και μόνο που στεκόταν σοβαρή ήταν πιο cool και από το ίδιο το cool.

“Concession of Pain” demo

Η Jo Bench, σαν η θέση να ήταν από καιρό φτιαγμένη μόνο για εκείνη, “δένει” αμέσως με την υπόλοιπη μπάντα και το 5μελές πλέον σχήμα κάνει το πρώτο του μεγάλο “άνοιγμα” στο βρετανικό κοινό μέσω της ηχογράφησης τεσσάρων κομματιών για το BBC Radio One. Το EP που τιτλοφορείται “The Peel Sessions”, κυκλοφορεί τον Ιανουάριο του ’88 και η δημοσιότητα που κέρδισαν οι Bolt Thrower τους οδήγησε σε υπογραφή με την Vinyl Solution Records για την κυκλοφορία του πρώτου τους full length album.

Προτού η μπάντα μπει στο στούντιο για να ηχογραφήσει, αποχωρεί ο τραγουδιστής Alan West καθώς βλέπει πως το πράγμα σοβαρεύει αρκετά για τα δικά του δεδομένα. Αντικαταστάτης του είναι ο επί σειρά ετών φίλος του Andy Whales και οδηγός του γκρουπ, Karl Willets. Ο Willets από εδώ και στο εξής, εκτός από ένα μικρό διάλειμμα, θα αποτελέσει την εμβληματική φωνή πίσω από το μικρόφωνο των Bolt Thrower, αφήνοντας ανεξίτηλο το σημάδι του στην πορεία της μπάντας.

Το “In Battle There Is No Law” κυκλοφορεί τον Ιουνίου 1988, με τη μίξη του album να γίνεται εν αγνοία της μπάντας. Παρ’όλα αυτά, το πρωτόλειο ηχητικό του αποτέλεσμα, το οποίο από πολλούς κατατάσσεται στο grind death με crust punk στοιχεία, ενισχύει τη δυναμική της μπάντας και αναγκάζει ακόμη περισσότερο κόσμο να ασχοληθεί μαζί τους.

Οι δε συνεχόμενες ζωντανές εμφανίσεις τους και η ολοένα αυξανόμενη δημοτικότητά τους, τους οδηγούν σε ένα νέο συμβόλαιο, αυτή τη φορά με την ανεξάρτητη Earache Records. Παράλληλα, η Games Workshop, μία εταιρεία πολεμικών παιχνιδιών φαντασίας, πλησιάζει τους Bolt Thrower και τους προτείνει να συνεργαστούν. Στην πραγματικότητα, το ίδιο το αφεντικό της εταιρείας έχοντας ακούσει το “The Peel Sessions”, εντυπωσιάστηκε από τον ήχο αλλά και την πολεμική θεματολογία που ακολουθούσαν οι Βρετανοί και επιθυμεί συνεργασία μαζί τους. Πράγματι, στο δεύτερο album που τιτλοφορείται “Realm of Chaos: Slaves to Darkness” που κυκλοφορεί το 1989, το artwork αναλαμβάνει ο John Sibbick.

Ο τίτλος του album έχει παρθεί από το ομότιτλο βιβλίο του 1988 το οποίο κυκλοφόρησε ως συμπλήρωμα του παιχνιδιού ρόλων “Warhammer 40.000” που βγήκε στην αγορά το 1987. Το original εξώφυλλο αφορά το “Warhammer: Rogue Trade” η οποία είναι και η αρχική έκδοση του παιχνιδιού. Οι Karl, Andy και Gavin όντας και οι ίδιοι λάτρεις αυτών των παιχνιδιών, κάνουν αναφορές στους στίχους τραγουδιών όπως τα “Plague Bearer” και “World Eater”. Το old school death metal συναντά την πολεμική φαντασία και το αποτέλεσμα δε θα μπορούσε να είναι κάτι λιγότερο από εντυπωσιακό. Στο “Realm of Chaos” οι grind καταβολές υποχωρούν προς όφελος του “καθαρού” death metal ηχοτόπιου και πλέον κάνει την εμφάνισή του μέρος του χαρακτηριστικού Bolt Thrower ήχου, ο οποίος θα τελειοποιηθεί στα επόμενα album. Το δε riff που κλείνει το “κολοσσιαίο” “World Eater” θα αποτελέσει “οδηγό” για το μέλλον, καθώς θα κάνει την εμφάνισή του και σε άλλα τραγούδια. Ψάξτε και βρείτε κομμάτια που να ξεκινούν ή να τελειώνουν με αυτό το riff.

Μετά την κυκλοφορία του “Realm…” η μπάντα συμμετείχε στη θρυλική πλέον περιοδεία “Grindcrusher Tour” στο Ηνωμένο Βασίλειο μαζί με (θεός φυλάξοι) Carcass, Napalm Death και Morbid Angel, όλοι τους στις τάξεις της Earache. Τραγούδι από εκείνη την περιοδεία (“Realm of Chaos”) εμφανίζεται στο δεύτερο EP τους με τίτλο “Cenotaph” που κυκλοφόρησε στις αρχές του ’91 και στο οποίο περιέχονται και δύο κομμάτια από το επερχόμενο τότε τρίτο της album. Μετά την επιτυχία αυτής της περιοδείας, η μπάντα ξαμολύθηκε για το πρώτο της πανευρωπαϊκό tour μαζί με τους Autopsy και Pestilence, με σκοπό να αποτελειώσει και τους τελευταίους επιζώντες. Είναι η εποχή (τέλη 80s-αρχές 90s) όπου το death metal “παρασέρνει” τα πάντα στο πέρασμά του και οι Άγγλοι απλώς επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

Αρχές του 1991 η μπάντα μπαίνει και πάλι στα Slaughterhouse Studios, όπου υπό την επίβλεψη του παραγωγού Colin Richardson ηχογραφούν το τρίτο τους album με τίτλο “War Master”. Και αυτή τη φορά υπήρξε προσφορά από την Games Workshop να αναλάβει το artwork, κάτι που όμως βρήκε αντίθετη τη μπάντα καθώς το χρηματικό ποσό που ακούστηκε υπήρξε αποτρεπτικό για κάτι τέτοιο. Τελικά ο πρώην επικεφαλής του τμήματος design της εταιρείας ανέλαβε να σχεδιάσει το εξώφυλλο, το οποίο είχε πολλές ομοιότητες με το προηγούμενό τους πόνημα. Κάποιος εντελώς ανυποψίαστος τότε, βλέποντας το εξώφυλλο, θα νόμιζε πως επρόκειτο για κάποια power / epic μπάντα, μέχρι να βρεθεί αντιμέτωπος με τον “οδοστρωτήρα” που τον καταπλακώνει ακούγοντας το “Intro…Unleashed (Upon Mankind)”. Η “συνταγή” που ακολουθείται είναι η ίδια αλλά αυτό δεν αφαιρεί στο ελάχιστο την ποιότητα των συνθέσεων, προσθέτοντας ένα ακόμη “όπλο” στο υπό σχηματισμό “οπλοστάσιο” των Άγγλων.

Το επόμενό τους βήμα έμελλε να είναι κομβικό (κατά τον γράφοντα) καθώς με το “The IVth Crusade” η γνωστή πλέον “ταυτότητα Bolt Thrower” απέκτησε “σάρκα και οστά”. Τα χαρακτηριστικά “επαναλαμβανόμενα” μοτίβα υπερισχύουν αλλά εδώ κάνουν και την εμφάνισή τους με τον πλέον εμφατικό τρόπο τα αργόσυρτα doom σημεία, κάνοντας τις επιρροές από Candlemass (που ήδη υπήρχαν) να συνδράμουν τα μάλα στη φυσική εξέλιξη της μπάντας.

Το album ηχογραφήθηκε στα Sawmills Studios στην Κορνουάλη το 1992. Ο τίτλος του album, αμφίσημος. Από τη μία το πολεμικό θέμα της 4ης Σταυροφορίας και της πτώσης της Κωνσταντινούπολης το 1204 και από την άλλη το 4ο album που κυκλοφορεί η μπάντα στο πλαίσιο της δικής της death μεταλλικής “Σταυροφορίας”. Το μουσικό περιεχόμενο του “The IVth Crusade” είναι το ίδιο (ή και περισσότερο) επικό με το φοβερό εξώφυλλο το οποίο αποτελεί πίνακα του Ευγένιου Ντελακρουά του 1840 όπου απεικονίζεται η είσοδος των σταυροφόρων στην Πόλη.

Η μπάντα προώθησε το album με μια εκτεταμένη παγκόσμια περιοδεία (την πρώτη μέχρι τότε), την “World Crusade Tour”, η οποία τους έφερε ξανά σε ολόκληρη την Ευρώπη, αυτή τη φορά μαζί με Benediction και Asphyx (τι γίνεται ρε μ@λάκα;), τις Η.Π.Α. και το 1993 για πρώτη φορά στην Αυστραλία. Σε αυτό το διάστημα, κυκλοφορεί ένα ακόμη EP με τίτλο “Spearhead” το οποίο περιέχει μια extended version του συγκεκριμένου τραγουδιού, το “Dying Creed” αλλά και δύο ακόμη ακυκλοφόρητα κομμάτια, τα “Crown of Life” και “Lament”. Όχι κι άσχημα, για μια μπάντα η οποία μέσα σε 4 χρόνια “χαρίζει” 4 “μπουνίδια” παλιάς κοπής, σε μια εποχή όπου η “θανατερή βρόχα” έπεφτε right thru και από παντού.

Είμαστε πλέον στο έτος 1994 και ο 14χρονος γράφων έρχεται σε επαφή με το τότε καινούργιο album των Άγγλων “…For Victory”. Πώς μπορεί ένας έφηβος να αντιμετωπίσει ένα “Tank (Mk. I)” όταν έρχεται καταπάνω του; Μα, μόνο αν το καβαλήσει και μπει ο ίδιος στη θέση του οδηγού.
Τα υπόλοιπα στο Β’ Μέρος…

275
Avatar photo
About Νίκος Κορέτσης 209 Articles
Γεννήθηκε τη χρονιά που ο Dio δημιουργούσε ποίηση, τραγουδώντας “The world is full of kings and queens, who blind your eyes and steal your dreams…it’s Heaven and Hell”, “σφυρηλατήθηκε” μουσικά ακούγοντας τον Araya να ουρλιάζει “War ensemble” και συνέχισε την ενήλικη πλέον ζωή του διερωτώμενος “How did it come to this? Narcosynthesis” πατώντας στα χνάρια του αείμνηστου Dane. Διανύοντας πλέον την 4η δεκαετία της ζωής του, δηλώνει πιστός υπηρέτης του heavy metal και ανοιχτός σε νέα μουσικά μονοπάτια (με μέτρο), συνδυάζοντας αυτά τα δύο με καλή παρέα και τη συνοδεία άφθονης μπύρας. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε γίνει γιατρός, καθώς προσπαθεί με χειρουργικές κινήσεις να αποφεύγει τις κακοτοπιές που εμφανίζονται στη ζωή του, έχοντας στην κατοχή του το καλύτερο “ιατρικό εργαλείο” που ονομάζεται “ΜΟΥΣΙΚΗ”.