BETH GIBBONS: “Lives Outgrown”

ALBUM

Φειδωλή και επιλεκτική όπως πάντα στις εκφράσεις της, η άλλοτε φωνή των τόσο επιδραστικών Portishead, η μελαγχολική ντίβα των γκρίζων αστικών τοπίων ενός εσωστρεφούς trip hop, επιστρέφει με την τρίτη προσωπική της δουλειά. Αν όμως το αντιπαραθέσει κανείς με το “Out of Season” του 2002 με τον μπασίστα των Talk Talk, Rustin Man, και τη ζωντανή της συνεργασία με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Πολωνικής ραδιοφωνίας στο έργο “Henryk Górecki: Symphony No. 3 (Symphony of Sorrowful Songs)”, είμαστε ουσιαστικά αντιμέτωποι με το πρώτο προσωπικό της έργο.

Ο δίσκος ακολούθησε μια μακροχρόνια εργασία σύνθεσης και ηχογράφησης που άγγιξε σχεδόν τα δέκα χρόνια, και το ηχητικό αποτέλεσμα σφραγίστηκε από το άγγιγμα του παραγωγού James Ford (Depeche Mode, Blur, Foals, Arctic Monkeys και πολλών άλλων). Όπως φανερά προϊδεάζει ο σκληρός τίτλος, πρόκειται για ένα άλμπουμ ειλικρινές και αναγκαίο για τη δημιουργό, που ανακαλύπτει τους ανάλογους ήχους για να αφηγηθεί σκέψεις και φόβους για τη θνησιμότητα, το άγχος, την εμμηνόπαυση, τη μητρότητα. Η ασήκωτη και αναπόφευκτη σκιά της θνητότητας, και η απώλεια συγγενών και φίλων κατοικεί έντονα στις σελίδες του.

Η Gibbons αφουγκράζεται την επίδραση του χρόνου, τη διαδρομή της ενηλικίωσης, τη σκληρότητα της εξέλιξης χωρίς να κρύψει τις συνειδητοποιήσεις του ανθρώπου που μεγαλώνει και χάνει οριστικά την αυτάρκεια, την ευτυχισμένη αλαζονεία και το ατίθασο φως της νιότης. Η κρίσιμη γραμμή της μέσης ηλικίας μοιάζει να χαράζει ανεπανόρθωτα τα όρια της έκφρασης, τα χρώματα και τις εντάσεις που επιλέγει να επικαλεστεί σε αυτή την επίπονη αποστολή. Αυτάρεσκες περιγραφές σαν “μια συναρπαστική μελέτη της γήρανσης και της απώλειας”  μοιάζουν μάλλον ασφαλώς αποστασιοποιημένες από την αριστοκρατική μελαγχολία που απλώνει η Gibbons σχεδόν σε όλη τη διαδρομή.

Και αν την ακούς να υψώνεται κάπως πιο αυτάρκης και επίμονη σε στιγμές σαν το “Beyond the Sun”,  η κυρίαρχη ταυτότητα του άλμπουμ είναι η εμπλουτισμένη της folk, μια περιγραφική, ακουστική, ευγενική προσέγγιση που δίνει την εντύπωση πως μπορεί νε γεφυρώνει την αντίστοιχη κλασική παράδοση αυτής της μουσικής με μια φρέσκια και επίκαιρη απόδοση. Τα νεοκλασικά χρώματα επεμβαίνουν μεθοδικά, οι φυσικοί ήχοι δίνουν μια επιπλέον εντύπωση ρεαλισμού και τρέχουσας ζωής. Η Gibbons με τον ίδιο τρόπο που καταφέρνει μαεστρικά να τροποποιήσει και να διαφοροποιήσει τα τραγούδια της μέσα σε έναν δεδομένα περιορισμένο ορίζοντα διαθέσεων, κατευθύνει και τη φωνή της σε ένα ρεαλιστικό ηχητικό αποτύπωμα διαχρονικών θεμάτων. Είναι πράγματι ένας δίσκος έξω από χώρους και χρόνους, με τα σημάδια των ήχων να αντανακλούν αυτό το αέναο πέρασμα του χρόνου στις ανθρώπινες ζωές. Μέσα από την αγωνία, τη θλίψη, τον σκεπτικισμό, διαφαίνεται όμως η αναπόφευκτη δύναμη της ίδιας της ζωής με όλα τα βάρη αυτής της ενηλικίωσης. Και αν σε κάποιες στιγμές σαν το “Rewind” το δράμα της απειλής μοιάζει να υψώνεται σαν απειλητικό κύμα, και προωθείται από τα ανατρεπτικά κρουστά του, η δημιουργός φρόντισε να κλείσει αυτή την ξενάγηση στις ξεπερασμένες ζωές με το γαλήνιο παυσίπονο του “Whispering Love”.

Χωρίς να τρομάξει μπροστά στον αυτοπεριορισμό και την ιδιαιτερότητα της θέσης που διάλεξε, πέρα από την παραμικρή σκοπιμότητα, η Beth Gibbons τραγούδησε ανοιχτά για όλα όσα πετάριζαν στον ψυχισμό της. Μια συγκινητικά ανθρώπινη ταύτιση για όσους στέκονται την ίδια ευθεία με αυτή, αλλά και μια προετοιμασία αγάπης και σοφίας για νεότερους φίλους της.

Είδος: Folk/Chamber Pop
Εταιρεία: Domino
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 17 Μάϊου 2024

Website
Facebook

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 993 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.