BERNIE MARSDEN

TRIBUTE

Στη νοτιοανατολική Αγγλία, στη μικρή κωμόπολη του Buckingham, γεννιέται στις 7 Μαΐου 1951 ο Bernard John Marsden. Από πολύ μικρός αγάπησε τις μυθικές μορφές κιθαριστών που σημάδεψαν εκείνη την εποχή και γαργάλισαν τη φαντασία του για ένα μέλλον μακριά από τις καθημερινές συμβάσεις. Έφτασε μια επίσκεψη σε μια παμπ με ζωντανή μουσική, κάπου στα 14-15 χρόνια του, για να οραματιστεί τη διαδρομή του με την εξάχορδη.

Από νωρίς αγάπησε με πάθος τα πρώτα του ινδάλματα, ξεκινώντας από τον Hank Marvin των The Shadows, και περνώντας στον πρώτο εμμονικό θαυμασμό με τον Eric Clapton. Γρήγορα μπήκε στο κάδρο και ο George Harrison, για να δώσει μάλλον το στέμμα τελικά στον Peter Green. Είχε δει ζωντανά τους Fleetwood Mac πολλές φορές. Δεν δίστασε να ταξιδέψει στο Βόρειο Λονδίνο το 1968, για να τους δει να παίζουν σε μια παμπ στο Seven Sisters Road, μόλις είχαν κυκλοφορήσει το πρώτο τους άλμπουμ. Έφτασε εκεί νωρίς, βοήθησε τους roadies με τον εξοπλισμό και έκατσε σε μια γωνιά. Κάποιος είπε στον Green πως τους είχε βοηθήσει, αυτός τον πλησίασε και του είπε: “ μοιάζεις σαν να μπορείς να τα καταφέρεις με μια μπύρα”. Κάθισε μαζί του και κουβέντιασαν, σημαδεύοντας τη μνήμη του για πάντα.

Παίζοντας από νωρίς με διάφορες τοπικές μπάντες, όπως οι Clockwork Mousetrap, σχημάτισε τους Skinny Cat μόλις έγινε 17 χρονών. Ο ίδιος ο Marsden έχει πει πως ήταν η τυπική μεγάλη μπάντα σε μια μικρή γυάλα για χρυσόψαρα. Όλοι τους ήξεραν πως δεν είχαν μέλλον, παρά τα γενναία σχόλια του κόσμου. Ο ντράμερ ήταν ήδη παντρεμένος με δυο παιδιά και χρειαζόταν χρήματα, ο μπασίστας ανέλαβε κάποια στιγμή το γκαράζ του πατέρα του. Ήθελαν να κάνουν το δικό τους υλικό, ήταν όμως κάτι που πήγαινε πολύ αργά, καθώς οι περισσότεροι δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα, έτσι ο Marsden ήξερε πως ήταν αναπόφευκτο να φύγει. Είχε άλλωστε πάρει την απόφαση να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική και αυτή τη γενναία για την εποχή εκείνη επιλογή την έκανε άμεσα γνωστή στους γονείς του. Οι ίδιοι είχαν ήδη ακούσει σπουδαία σχόλια για το ταλέντο του γιου τους και παρέμειναν υποστηρικτικοί στην επιλογή του αυτή. Η μητέρα του, τον ρώτησε βέβαια με ανησυχία “και τι γίνεται με τα ποτά, τα ναρκωτικά και τις άγριες γυναίκες;”, για να πάρει την απάντηση “μα για όλα αυτά ακριβώς, θέλω να το κάνω!”.

Αρχίζοντας τις ακροάσεις με επαγγελματικές μπάντες, βρέθηκε για ένα σύντομο διάστημα στους UFO το 1972, χωρίς όμως ποτέ να καταφέρει να ενσωματωθεί πλήρως με την υπόλοιπη μπάντα. Κατέληξε να ταξιδεύει μόνος του για κάποιες συναυλίες και όχι στο ίδιο όχημα με τους υπόλοιπους. Μετά από κάποιες εμφανίσεις στην Ευρώπη και την ηχογράφηση κάποιων demo τραγουδιών, ο Marsden αποχώρησε οριστικά όταν για γραφειοκρατικούς λόγους δεν μπόρεσε να ταξιδέψει στη Γερμανία μαζί τους, και εκεί οι Λονδρέζοι επιστράτευσαν τον 18χρονο Michael Schenker. Το 1973 έπαιξε με τους Wild Turkey του Glenn Cornick, του πρώτου μπασίστα των Jethro Tull από το 1967 ως το 1970, για να προσχωρήσει για λίγο διαδοχικά στους Hammer του Cozy Powell, και τους Babe Ruth το 1975. Μαζί τους ηχογράφησε για τα άλμπουμ τους “Stealin’ Home” και “Kid’s Stuff”. Στη διάρκεια της θητείας του εκεί, ο πολύ καλός φίλος και κουμπάρος του Cozy Powell τον πρότεινε στον John Lord που δούλευε πάνω στο project Paice Ashton Lord. Περνώντας με επιτυχία την οντισιόν μαζί με τον μπασίστα Paul Martinez, ηχογράφησε στο ντεμπούτο άλμπουμ τους, “Malice in Wonderland”, ένα κράμα από blues, funk, hard rock και progressive rock. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία του δίσκου έφερε και την αντίστοιχη ζήτηση για ζωντανές εμφανίσεις, όμως μόλις μετά από πέντε συναυλίες, επέστρεψαν στο στούντιο του Μονάχου με σχέδια για ένα δεύτερο άλμπουμ που δεν πραγματοποιήθηκαν όμως ποτέ. Στο Μόναχο όμως ο Marsden συνάντησε τον David Coverdale για πρώτη φορά.

Η επικοινωνία και η επαφή υπήρξε άμεση και θερμή από την πρώτη στιγμή. Ήταν σαν χαμένα αδέρφια, ήταν γεννημένοι την ίδια χρονιά και παρόλο που τους χώριζαν διακόσια μίλια, ανακάλυψαν πως είχαν τις ίδιες επιρροές, και ο Coverdale τον άκουγε με ενθουσιασμό να του μιλά για τους Howlin’ Wolf. Δεν ήξερε όμως πώς έπαιζε μέχρι τη μέρα που σχημάτισε τους Whitesnake και ο Marsden πήγε στην οντισιόν. Το μόνο που γνώριζε ήταν πως ήταν ένας σημαντικός session μουσικός που είχε γράψει με πολλούς καλλιτέχνες, και το άλμπουμ των Paice Ashton Lord δεν ήταν ενδεικτικό του ύφους του. Όταν λοιπόν ξεδιπλώθηκε ελεύθερα στην πρόβα, ο Coverdale τον τράβηξε στο πλάι και του είπε έκπληκτος, “δεν είχα ιδέα πως έπαιζες έτσι”. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Η πρόταση του Marsden να διασκευάσουν το “Ain’t No Love In The Heart Of The City” του Bobby Bland αποδείχθηκε κομβική στην αρχική πορεία των Whitesnake. Ο Marsden λάτρευε το άλμπουμ “Dreamer” και το έβαλε στον David να το ακούσει. Οι αλλαγμένοι στίχοι στο μέσο του τραγουδιού προέκυψαν από λάθος μεταφορά του Marsden στην αντιγραφή, αλλά η εκδοχή των Whitesnake κατέληξε τόσο δημοφιλής που ο κόσμος το αντιμετώπιζε πάντα σαν δικό τους τραγούδι.

Στη διάρκεια της παρουσίας του στους Whitesnake, έπαιξε στο πρώτο EP, στα πρώτα πέντε άλμπουμ, “Snakebite”, “Trouble”, ‘Lovehunter”, “Ready & Willing”, “Come An’ Get It”, “Saints & Sinners”, και σε ένα live, το “Live In The Heart Of The City”. Υπήρξε καταλυτικός παράγοντας στη διαμόρφωση του blues hard ύφους της μπάντας εκείνη την περίοδο και μαζί με τον Coverdale έγραψαν μερικούς από τους πιο χαρακτηριστικούς hard rock ύμνους της εποχής, με απόλυτο κυρίαρχο το “Here I Go Again”, ένα τραγούδι που εκτοξεύτηκε στην κορυφή και αποτέλεσε διαχρονικό άκουσμα για πολλές γενιές. Ο Marsden έγραψε την πρώιμη μορφή του σε δυο ώρες στο πρώτο του σπίτι και μετά το επεξεργάστηκε με τον Lord, πρν το παρουσιάσουν στον Coverdale, ο οποίος ενθουσιάστηκε αμέσως. Πήγε στο δωμάτιό του, διόρθωσε και συμμάζεψε τους στίχους. Ήταν ένα τραγούδι που άλλαξε τις ζωές τους.

Σημαντική είναι και η συγκυρία του “Fool For Your Loving”, ενός τραγουδιού που συνοδεύτηκε από την έντονη φημολογία πως είχε γραφτεί για τον BB King. Υπήρχε μια φιλία δυνατή με τον BB, και εκείνη την περίοδο που αυτός έκανε όλα εκείνα τα funky άλμπουμ, σκέφτηκαν να του γράψουν ένα τραγούδι. Λίγο όμως πριν ολοκληρωθεί, το άκουσαν οι υπεύθυνοι της δισκογραφικής και επέμειναν κατηγορηματικά να χρησιμοποιηθεί για δίσκο των Whitesnake, οπότε και αυτοί υποχώρησαν.

Το τέλος της διαδρομής για τον Marsden ήρθε μέσα από εκείνες τις συνήθεις διαδικασίες της μουσικής βιομηχανίας που αφήνουν πάντα την τέχνη σε δεύτερη μοίρα. Στη διάρκεια των ηχογραφήσεων του “Saints & Sinners”, το βαρύ κλίμα στις τάξεις του γκρουπ επιδεινώθηκε από τα έντονα οικονομικά προβλήματα, καθώς η μπάντα ήταν μόνιμα χρεωμένη παρά τις εμφανίσεις σε μεγάλες διοργανώσεις και τις περιοδείες. Ίσως αυτό που έλειπε να ήταν η καταξίωση στην αγορά των ΗΠΑ που δεν ήρθε ποτέ στην πρώτη φάση τους. Ο Marsden θεωρούσε πως αν δεν έσπαζε το πόδι του ο Coverdale στο Saarbrucken, τον Δεκέμβριο του 1980, και ακολουθούσαν τους AC/DC και στην άλλη πλευρά του ωκεανού, όλα θα ήταν διαφορετικά. Τα περισσότερα μέλη κατηγόρησαν την εταιρεία διαχείρισης του γκρουπ, Seabreeze, με επικεφαλής τον πρώην μάνατζερ των Deep Purple, John Coletta. Ήταν τότε που κανονίστηκε μια συνάντηση για να απολυθεί οριστικά ο Coletta, αλλά ο Coverdale δεν εμφανίστηκε ποτέ. Αντίθετα, οι παρόντες Paice, Murray και Marsden ενημερώθηκαν πως το γκρουπ έχει μπει στον πάγο και οι ίδιοι έχουν απολυθεί. Ο Coverdale χρησιμοποίησε αργότερα την αρρώστια της κόρης του (βακτηριακή μηνιγγίτιδα) σαν δικαιολογία, εξαγόρασε τα συμβόλαια και έκοψε τους δεσμούς με τον Coletta, και απέδωσε την απομάκρυνση των πρώην συμπαικτών του σε έλλειψη ενδιαφέροντος και ενθουσιασμού.

Αν η καρδιά της φήμης και της καριέρας του καταλογίζεται ξεκάθαρα στην περίοδό του με τους Whitesnake, η δημιουργική του προσφορά θα συνεχιστεί για αρκετά χρόνια. Με την πληθωρική του ικανότητα στη σύνθεση και την μόνιμα καλή σχέση με τη μελωδία, άνοιξε νέους δρόμους με το ποιοτικό AOR των Alaska. Δεν παρέλειψε να συνεργαστεί ξανά με συνοδοιπόρους του από τους Whitesnake, και κυρίως τον Micky Moody, ενώ άπλωσε μια σειρά προσωπικών ηχογραφήσεων, χωρίς όμως να ξεχάσει να αφιερώσει δίσκους σε κάποιους από τους μέντορές του, όπως στο Peter Green, και τον Rory Gallagher.

Βίωσε την απώλεια δυο πολύ αγαπημένων του προσώπων, του Cozy Powell και του John Lord. Τους θεωρούσε και τους δυο έξυπνους, ρεαλιστές, τύπους στους οποίους μπορούσες άφοβα να βασιστείς για οτιδήποτε. Για τον Lord είχε πει χαρακτηριστικά, πως το δυσκολότερο πράγμα με αυτόν, ήταν να προσπαθήσεις να τον πείσεις να πάρει τα credits για οτιδήποτε.

Η επιβαρυμένη υγεία του τον ταλαιπώρησε τα τελευταία χρόνια, και μετά από μια πρόσφατη επέμβαση επιδεινώθηκε και από οξεία αφυδάτωση. Αν και φάνηκε να ανακάμπτει, έφυγε τελικά ήρεμος στις 24 Αυγούστου 2023, περιτριγυρισμένος από τα οικογενειακά του αγαπημένα πρόσωπα, και από τη λύπη πολλών ανθρώπων σε διάφορα σημεία του πλανήτη, που θα εκτιμούν πάντα όσα άφησε πίσω του.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1021 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.