BRUCE SPRINGSTEEN

ARTISTS

Όταν το 1976, ο δεκατριάχρονος τότε Eddie Vedder παρακολουθούσε την πρώτη ροκ συναυλία της ζωής του, με τον κολλητό του και μετέπειτα συνεργάτη του στους Pearl Jam, Jeff Ament, είχε την τύχη να δει live τον Bruce Springsteen. Ήταν αυτή η συναυλία που θα τον στοίχειωνε για πάντα και θα τον οδηγούσε στην απόφασή του να ασχοληθεί ενεργά με τη ροκ μουσική. Όταν το 2016, ο υπογράφων, 43 χρονών τότε, έβλεπε τον Bruce Springsteen στη Ρώμη, ήξερε ότι αυτή η συναυλία θα τον στοίχειωνε για πάντα και ότι θα ήταν η κορυφαία συναυλία της ζωής του.

Το 1976, ο Bruce Springsteen ήταν ένας καταξιωμένος ροκ καλλιτέχνης, που αργά αλλά σταθερά εδραιωνόταν στο μουσικό στερέωμα πρώτα της Αμερικής και μετά της Ευρώπης. Το 2016, ήταν ο μεγαλύτερος εν ενεργεία ροκ αστέρας, έχοντας στο ενεργητικό του 18 studio album και άπειρες ώρες στο σανίδι.

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Το 1956, προβάλλεται στην αμερικανική τηλεόραση το Ed Sullivan’s Show και η φιγούρα του Elvis Presley καθηλώνει το αμερικανικό τηλεοπτικό κοινό. Ο γεννημένος στις 23 Σεπτεμβρίου του 1949, Bruce Frederick Joseph Springsteen, όπως και εκατομμύρια συμπατριώτες του, λατρεύει τον Elvis. Και κάπου εκεί σχηματοποιείται στο μυαλό του η απόφασή του να ασχοληθεί με τη μουσική. Η british invasion της επόμενης δεκαετίας, οριστικοποιεί αυτή την απόφαση. Ειδικά η εμφάνιση των Beatles επίσης στην εκπομπή του Ed Sullivan,είναι αυτή που παίζει καταλυτικό ρόλο.  Με τις πρώτες οικονομίες του και τη βοήθεια της μαμάς του, της ιταλικής καταγωγής Adele, αγοράζει την πρώτη του κιθάρα και πειραματίζεται με τις χορδές της. Στο πατρικό σπίτι στο Freehold του New Jersey, τίθενται οι πρώτες βάσεις.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές της επόμενης, συμμετέχει σε διάφορες, βραχύβιας διάρκειας, τοπικές ροκ μπάντες, The Cstilles, Steel Mill, που όμως, τον φέρνουν σε άμεση επαφή το χαρακτηριστικό ροκ ηχόχρωμα της πόλης, ένα κράμα blues-rock με άφθονες επιρροές από Elvis. Τάχιστα λαμβάνει την απόφαση να σχηματίσει το δικό του συγκρότημα, την,- από το 1974 αποκαλούμενη E-Street Band-, που οφείλει το όνομά της σε ένα δρόμο της γενέτειράς του. Ο ίδιος, λαμβάνει το χαρακτηριστικό προσωνύμιο The Boss, μιας και είναι υπεύθυνος για τη συλλογή των χρημάτων που λαμβάνει το συγκρότημα έπειτα από τις ζωντανές του εμφανίσεις.

Το 1972, υπογράφει το πρώτο του δισκογραφικό συμβόλαιο με τη φημισμένη Columbia και ένα χρόνο μετά, κυκλοφορεί και επισήμως το πρώτο του album, το “Greetings from Asbury Park”. Λίγους μήνες αργότερα, θα κυκλοφορήσει το “ The Wild, the Innocent and the E-Street Shuffle” Και οι δύο δίσκοι, αν και σε μεγάλο βαθμό ικανοποιητικοί, δεν έχουν την εμπορική απήχηση που θα επιθυμούσε τόσο αυτός όσο και η εταιρία του, αν και περιέχουν κάποια από τα καλύτερα τραγούδια που έχει γράψει ποτέ. Αναφέρομαι στα “New York City Serenade”, “Lost in the Flood”, “Spirit in the Night” και “4th of July Asbury Park”,( ή αλλιώς “Sandy”)

 Ό,τι δεν κατάφερε όχι ποιοτικά, αλλά εμπορικά με τις 2 πρώτες του δουλειές, θα το καταφέρει με το περίφημο “Born to Run”(1975). Είναι ο δίσκος, που ακόμα και σήμερα θεωρείται ο κορυφαίος του και περιέχει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη συνθετική και ερμηνευτική ταυτότητα του κιθαρίστα, τραγουδιστή και τραγουδοποιού Bruce Springsteen. Στο ομότιτλο κομμάτι, παρελαύνουν μουσικές εικόνες από τη φιλμογραφία του James Dean. Το εισαγωγικό “Thunder Road”, πλάθει την ομορφότερη εικόνα ζευγαριού στην ιστορία της μουσικής. Ή έστω, μια από τις ομορφότερες. Και το “Jungleland” με το οποίο κλείνει ο δίσκος, είναι το ωραιότερο κομμάτι που έχει γράψει ποτέ ο Bruce Springsteen. Ειδικά όταν αποδίδεται συναυλιακά. Μπορούμε να πούμε με πλήρη βεβαιότητα, ότι με το άλμπουμ αυτό, σώθηκε η καριέρα του. Και κατ’ επέκταση η ταυτότητα της σύγχρονης ροκ μουσικής.

Το 1978, το “Darkness on the Edge of Town”, κινείται σε περισσότερο σκοτεινά μονοπάτια. Οι πρωταγωνιστές των τραγουδιών, αποτελούν κυριολεκτικά τους “outsiders” των ΗΠΑ. Οι παρίες της κοινωνίας, όπως λογοτεχνικά αποτυπώθηκαν από τον Στάινμπεκ, μεταφέρονται από τον Springsteen, στη βιομηχανική Αμερική της εποχής του. Μέχρι και σήμερα, θεωρώ ότι το «Darkness”, είναι το πιο ροκ άλμπουμ που έγραψε ποτέ. Κομμάτια όπως το “Badlands” και το “Racing in the Street”, δεν ξανάγραψε από τότε.

 Το “The River”(1980), είναι ο πληρέστερος δίσκος που έγραψε ποτέ. Το ομότιτλο κομμάτι, είναι εμπνευσμένο από την αδερφή του. Ο διάδοχός του, το “Nebraska”(1982), είναι ό,τι πιο σκοτεινό και ερεβώδες έχει γράψει. Όλοι οι χαρακτήρες του άλμπουμ, βαδίζουν διαρκώς στη λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει τη λύτρωση από την καταδίκη. Τα κομμάτια του δίσκου, που πρωτοηχογραφήθηκαν ως demo υλικό με σκοπό να επανακυκλοφορήσουν αργότερα κατόπιν επεξεργασίας, παρέμειναν ως είχαν.

Για το “Born in the USA”(1984), έχουν ειπωθεί τα πάντα. Ήταν ο δίσκος που τον εκτίναξε εμπορικά και τον έκανε παγκοσμίως γνωστό. Δεν πρόκειται για ένα “πατριωτικό άλμπουμ”, όπως λανθασμένα θεωρήθηκε πως ήταν όταν πρωτοκυκλοφόρησε, αλλά για ένα άλμπουμ που περιλάμβανε σαφή αντιπολεμικά μηνύματα και αδίκως προσπάθησε να καπηλευτεί ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το “My Hometown”, όπου παρουσιάζεται ο αμιγώς φυλετικός διαχωρισμός του New Jersey. Σχετικά πρόσφατα, μετά τη δολοφονία του George Floyd,  ο ίδιος δήλωσε πως ως κοινωνία η Αμερική θα πληρώνει για χρόνια το αμάρτημα της δουλείας. Και έχει απόλυτο δίκαιο.

Η εικόνα του Bruce Springsteen ως κοινωνικού αγωνιστή και υπερασπιστή των μελών της εργατικής τάξης, αλλάζει άρδην με το “Human Touch”(1987). Η θεματική των τραγουδιών ,εστιάζει περισσότερο στα πολλαπλά πρόσωπα της αγάπης και ο δίσκος συνολικά έχει ένα περισσότερο προσωπικό τόνο. Επίσης, στα κομμάτια του δίσκου, η E-Street Band συμμετέχει επιλεκτικά και το υλικό έχει γραφτεί κυρίως από τον ίδιο. Στο ενδιάμεσο, μεταξύ δηλαδή των δύο άλμπουμ, συμμετέχει στην περιοδεία της Διεθνούς Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και το 1988 και στα πλαίσια της ίδιας περιοδείας, εμφανίζεται για πρώτη και μοναδική φορά στην Ελλάδα, στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η E-Street Band διαλύεται σιωπηλά και ο ίδιος αλλάζει ριζικά τους όρους της προσωπικής του ζωής. Παντρεύεται με το μέλος της E-Street Band, Patti Scialfa, μετακομίζει στο Λος Άντζελες και τζαμάρει με session μουσικούς. Το 1992, κυκλοφορούν την ίδια μέρα, τα “Human Touch” και “Lucky Town”. Οι αμιγώς φανατικοί θαυμαστές του απογοητεύονται, αν και συνολικά οι δύο δίσκοι δεν στερούνται έμπνευσης. Ίσως θα ήταν καλύτερο να απαλειφθούν κάποια κομμάτια και αντί για δύο δίσκους, να κυκλοφορούσε ένα άλμπουμ. Εάν και εφόσον είχε στο μυαλό του αυτό που έκαναν οι Guns’N’Roses με τα “Use your Illusion”, νομίζω πως απέτυχε.

Το καλύτερο άλμπουμ που έγραψε τη δεκαετία του ’90, ήταν αναμφίβολα το “The Ghost of Tom Joad”, με τον τίτλο του να παραπέμπει στα Σταφύλια της Οργής του Τζων Στάινμπεκ. Περισσότερο ακουστικό παρά ηλεκτρικό, έπιασε το νήμα από εκεί που το άφησε το “Nebraska”. Με τη διαφορά ότι ο serial killer που πρωταγωνιστεί στο Nebraska, δίνει τη θέση του στους εργάτες γης και τους μετανάστες. Το ομότιτλο κομμάτι, όπως και το “Youngstown”, είναι ό,τι καλύτερο έχει γράψει από την εποχή του Born in the USA.

 Το 2002, κυκλοφορεί το “The Rising”. Η 11/9, βρίσκεται στον πυρήνα του νέου δίσκου. Δεν κατηγορεί, ούτε πρεσβεύει την «ηθική ανωτερότητα» της πατρίδας του. Καλλιεργεί το διάλογο μεταξύ των θρησκειών και αναζητά τις αιτίες που τροφοδοτούν την αμερικανική αλαζονεία. Αυτός ήταν, είναι και θα είναι ο Bruce Springsteen. Ένας βαθειά σκεπτόμενος και προβληματισμένος καλλιτέχνης. Στα συν του νέου του άλμπουμ, η επαναδραστηριοποίηση και συμμετοχή της αγαπημένης E-Street Band.

Το επόμενο προσωπικό δισκογραφικό του εγχείρημα, “Devils and Dust”(2005), δεν προσφέρει κάτι παραπάνω είτε στη φήμη του, είτε στη συνθετική του ικανότητα. Εξαιρετικό είναι το “We Shall Overcome. The Seeger Sessions”(2006), στο οποίο συμμετέχουν ακόμα και μουσικοί του δρόμου. Το υλικό του άλμπουμ βασίζεται πρωτίστως στην αμερικανική παράδοση της folk μουσικής και στην αντίστοιχη ιρλανδική. Πρόκειται για δίσκο που περιέχει αμιγώς διασκευασμένα κομμάτια, όπως αυτά αποδόθηκαν από τον σπουδαίο ακτιβιστή τραγουδοποιό Pete Seeger.

 Την επόμενη χρονιά επανέρχεται με νέο υλικό που περιλαμβάνεται στο “Magic”. Μαζί με το “The Rising”, είναι τα καλύτερα άλμπουμ που έχει κυκλοφορήσει τον 21ο αιώνα. Επαρκώς ικανοποιητικό είναι και το “Working on a Dream”(2009). Η προεδρία του Barack Obama, αποτελεί πηγή έμπνευσης. Μια αμιγώς πλουραλιστική κοινωνία είναι το ζητούμενο και αποτελεί την επιθυμητή επιδίωξη. Και αυτό εκφράζει και αναζητά, μέσα από τις συνθέσεις του.

Το 2012, στο εξώφυλλο του “Wrecking Ball”, ο Bruce Springsteen στέκεται μόνος. Απουσιάζει ο Clarence Clemons, στους ώμους του οποίου στηριζόταν στο αντίστοιχο εξώφυλλο του “Born to Run”. Ο δίσκος αφιερώνεται στον αδερφικό φίλο, Clarence, στο συνοδοιπόρο και συνδημιουργό Clarence. Τα σαξόφωνό του, ήταν αυτό που δημιούργησε τον μοναδικά ανεπανάληπτο ήχο της μπάντας. Έκτοτε, τίποτα δεν είναι το ίδιο. Παρά τη διαρκή παραγωγή και κυκλοφορία νέου υλικού, τις κολοσσιαίες περιοδείες και τις απίστευτες σε διάρκεια και ποιότητα συναυλίες, ο Clarence λείπει. Σε όλους μας.

Στο “High Hopes”(2014), η συνεργασία με τον Tom Morello και η επανεκτέλεση του “The Ghost of Tom Joad”, είναι από τα λίγα πράγματα που αξίζει να κρατήσει κανείς από τη συγκεκριμένη κυκλοφορία. Στο δίσκο περιλαμβάνεται και το εμβληματικό “American Skin”(41 shots). Είχε γραφτεί το 2000, ως απάντηση του καλλιτέχνη στη δολοφονία του Αφρικανού φοιτητή Amadou Diallo από την αστυνομία της Νέας Υόρκης. Για ακόμα μία φορά στη σύγχρονη ιστορία της Αμερικής, το χρώμα του δέρματος, είχε παίξει καταλυτικό ρόλο. Πάντα εις βάρος του “διαφορετικού”.

Το “Western Stars”(2019), αποτελεί έναν άτυπο φόρο τιμής στην crooner παράδοση της αμερικανικής μουσικής και στον τεράστιο Roy Orbison. Τα τοπία της αμερικανικής Ηπείρου, οι διάφοροι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν στις ταινίες του Wim Wenders, αλλά το κυριότερο, το δώρο της ζωής, που εξακολουθεί να απολαμβάνει ο δημιουργός του άλμπουμ, αποτελούν το θεματικό πυρήνα του υλικού.

Το “Letter to You”, που εσχάτως συμπληρώνει 2 χρόνια, αποτελεί την τελευταία του δισκογραφική δουλειά. Είναι εδώ και εξακολουθεί να τραγουδάει για εμάς, και να λαμβάνει τη δύναμη που απαιτείται από εμάς. Έχει πολλά ακόμα να μας δώσει, αλλά και να του δώσουμε. Δεν μπορεί να στηριχτεί στους ώμους του Clarence, αλλά μπορεί να εξακολουθήσει να στηρίζεται στους δικούς μας ώμους. Εκεί θα είμαστε. Σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, εν όψει της επικείμενης περιοδείας του. Να τον βλέπουμε να δακρύζει στο “ Thunder Road”, να κραυγάζει λυσσασμένα στο “Born in the USA” και να στήνει ένα ατελείωτο party με το “Dancing in the Dark”, επειδή αυτό ακριβώς είναι η ζωή. ‘Ενας ατελείωτος χορός αισθήσεων και συναισθημάτων, υπό τους ήχους της μουσικής των αγαπημένων μας καλλιτεχνών.

Σήμερα ο Bruce Springsteen γίνεται 73 χρονών.

Κείμενο – επιμέλεια: Απόστολος Κουφοδήμος

68
Avatar photo
About Soundcheck Partner 31 Articles
Souncheck.network