BAD COMPANY: Καθόλου κακή συντροφιά το ντεμπούτο τους το 1974

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ- 26 ΙΟΥΝΙΟΥ

Το ομότιτλο “Bad Company” είναι το ντεμπούτο στούντιο άλμπουμ από το αγγλικό hard rock supergroup Bad Company, από το μικρό και άσημο Albury. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο Headley Grange με το Mobile Studio του Ronnie Lane τον Νοέμβριο του 1973, και ήταν το πρώτο άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1974 στην εταιρεία “Swan Song Records” των Led Zeppelin, καθώς είχαν κοινό μάνατζερ τον Peter Grant.

Το άλμπουμ έφτασε στην κορυφή του αμερικανικού Billboard 200. Από τότε, έγινε πέντε φορές πλατινένιο, και έγινε το 46ο άλμπουμ με τις περισσότερες πωλήσεις για τη δεκαετία του 1970. Ο δίσκος έμεινε επίσης 25 εβδομάδες στο UK Albums Chart, μπήκε στο Νο. 10 στις 15 Ιουνίου 1974, και έφτασε στην υψηλότερη θέση του στο Νο. 3 τη δεύτερη εβδομάδα. Το γνωστό μουσικό περιοδικό  “Kerrang!” κατέταξε το άλμπουμ στο Νο. 40 ανάμεσα στα “100 καλύτερα Heavy Metal άλμπουμ όλων των εποχών”. Το άλμπουμ συμπεριλήφθηκε επίσης στο βιβλίο “1001 άλμπουμ που πρέπει να ακούσεις πριν πεθάνεις”. Το 2000 ψηφίστηκε νούμερο 323 στα 1000 κορυφαία άλμπουμ όλων των εποχών στη λίστα του Colin Larkin, ιδρυτή και εκδότη της Encyclopedia of Popular Music.

Τα singles “Can’t Get Enough” και “Movin’ On” ανέβηκαν ως το Νο. 5 και το Νο. 19 στο Billboard Hot 100, αντίστοιχα. Τα “Rock Steady”, “Bad Company” και “Ready for Love” (το τελευταίο  ηχογραφήθηκε αρχικά από τον κιθαρίστα Mick Ralphs κατά τη διάρκεια της θητείας του με τους Mott the Hoople στο άλμπουμ τους το 1972, “All the Young Dudes”) παραμένουν αιώνιες κλασικές ραδιοφωνικές rock επιτυχίες.

1964– Το “A Hard Day’s Night” είναι το τρίτο στούντιο άλμπουμ του αγγλικού rock συγκροτήματος Beatles, που κυκλοφόρησε στις 10 Ιουλίου του 1964 από την Parlophone, με την πρώτη πλευρά να περιέχει τραγούδια από το soundtrack της ομώνυμης ταινίας τους. Η αμερικανική όμως έκδοση του άλμπουμ κυκλοφόρησε δύο εβδομάδες νωρίτερα, στις 26 Ιουνίου 1964 από την United Artists Records, με μια διαφορετική λίστα κομματιών που περιελάμβανε επιλογές από την ταινία του George Martin. Σε αντίθεση με τα δύο πρώτα άλμπουμ των Beatles, και τα 13 κομμάτια στο δίσκο γράφτηκαν από τον John Lennon και τον Paul McCartney, παρουσιάζοντας την εξέλιξη της συνεργασίας τους στη σύνθεση τραγουδιών.

Το άλμπουμ περιλαμβάνει το τραγούδι “A Hard Day’s Night”, με τη χαρακτηριστική εναρκτήρια συγχορδία του, και το “Can’t Buy Me Love”, και τα δύο υπερατλαντικά νούμερο ένα singles για το συγκρότημα. Σε πολλά από τα τραγούδια εμφανίζεται ο George Harrison να παίζει ηλεκτρική 12χορδη κιθάρα Rickenbacker, με έναν ήχο που άσκησε επιρροή στους Byrds και σε άλλα γκρουπ στο folk rock/jangle pop κίνημα.

1976– Το “Steal Your Face” είναι ένα live διπλό άλμπουμ από τους Grateful Dead, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1976. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε μεταξύ 17–20 Οκτωβρίου 1974, στο Winterland Ballroom του Σαν Φρανσίσκο, κατά τη διάρκεια μιας “αποχαιρετιστήριας περιοδείας” που προηγήθηκε ενός τότε αόριστου διαλείμματος. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο άλμπουμ που κυκλοφόρησε από το συγκρότημα στην αρχική τους δισκογραφική, Grateful Dead Records. Το “The Grateful Dead Movie Soundtrack”, ένα δεύτερο άλμπουμ από την ίδια σειρά συναυλιών, κυκλοφόρησε το 2005.

1989– Το “Bad English” είναι το ομότιτλο ντεμπούτο στούντιο άλμπουμ του αμερικανικού melodic rock, AOR  supergroup, Bad English. Κυκλοφόρησε από την Epic. Θεωρείται ένα από τα πληρέστερα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν ποτέ στον χώρο, και γνώρισε σημαντική επιτυχία και έγινε πλατινένιο στην Αμερική, με τη συνδρομή μιας σειράς σπουδαίων singles όπως τα “When I see you smile”, “Forget Me Not”, “Possession” και “Price of Love”.

Η συνεργασία σπουδαίων μουσικών του χώρου όπως του Neal Schon και του Jonathan Cain από τους Journey, του ντράμερ και τραγουδιστή Deen Castronovo, του σημαντικού μπασίστα Ricky Phillips, αλλά και του ξεχωριστού ερμηνευτή John Waite, συνεχίστηκε στο “Backlash” του 1991, χωρίς να καταφέρουν να αγγίξουν το επίπεδο του πρώτου άλμπουμ.

1990– Το “Danzig II: Lucifuge” είναι το δεύτερο άλμπουμ του αμερικανικού heavy metal συγκροτήματος Danzig. Κυκλοφόρησε από την Def American Recordings και επανεκδόθηκε στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο το 1998 από τη διάδοχο της Def American, την American Recordings.

Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε σε τρία στούντιο στο Χόλιγουντ: Hollywood Sound Recorders, Larrabee Sound Studios και Summa Music Group για μια περίοδο έντεκα μηνών, μεταξύ Ιουνίου 1989 και Μαΐου 1990. Μέχρι τότε, ήταν ο μεγαλύτερος χρόνος που χρειάστηκε ο Danzig για να κάνει ένα άλμπουμ.

Το ύφος του έχει μια έντονη επιρροή από τα blues που προσθέτει μια μοχθηρή αίσθηση, παρόμοια με τους δίσκους των Howlin’ Wolf ή του Robert Johnson, που έχουν κατηγορηθεί ότι έπαιξαν τη “Μουσική του Διαβόλου”. Θεματικά, ορισμένα τραγούδια σε όλο το άλμπουμ αναζητούν την έννοια του κακού.

2007– Το “Paradise Lost” είναι το έβδομο στούντιο άλμπουμ του progressive metal συγκροτήματος Symphony X, που κυκλοφόρησε από την Inside Out Music. Είναι ένα concept άλμπουμ εμπνευσμένο από το ομότιτλο επικό ποίημα του John Milton του 1667, “Paradise Lost”. Το άλμπουμ ήταν το πρώτο της μπάντας που κατάφερε να μπει στο αμερικανικό Billboard 200, φτάνοντας στο Νο. 123 και παρέμεινε σε αυτό το chart για μια εβδομάδα, καθώς και στο Νο. 1 στο Billboard’s Heatseekers και στο top 100 σε πέντε άλλες χώρες.

153
About Γιώργος Γεωργίου 169 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.