SCORPIONS:  Από το Ανόβερο στην κορυφή του κόσμου – η περίοδος της αναρρίχησης

TRIBUTE

Το Ανόβερο είχε μια σοβαρή υπόληψη σε ολόκληρη τη Γερμανία σαν η πόλη του σκληρού ήχου, κόντρα στην εμμονή του βρετανικού μουσικού τύπου που επικεντρωνόταν σε πειραματικά, ηλεκτρονικά σχήματα σαν τους Can και τους Tangerine Dream. Μέσα σε αυτή την underground σκηνή του Ανόβερου, εξελίχθηκαν και ενώθηκαν τα κομμάτια που συμπλήρωσαν το παζλ των Scorpions.

Ο τραγουδιστής Klaus Meine συμμετείχε τότε στους Copernicus, μαζί με τον κιθαρίστα Michael Schenker. Συνήθως έπαιζαν διασκευές από μπάντες όπως οι Taste και οι Led Zeppelin. Υπήρχε ένας άτυπος ανταγωνισμός με τη μπάντα που λεγόταν τότε “Scorpions”, καθώς έπαιζαν συχνά στα ίδια μέρη, και ήθελαν να έχουν τον καλύτερο ήχο και να κλέψουν τις πιο ευνοϊκές αντιδράσεις του κοινού. Ήταν η εποχή που τραγουδούσε στους Scorpions ο Rudolph, με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό.

Ένα μεταγενέστερο μέλος της οικογένειας του γκρουπ, ο Matthias Jabs, ο οποίος είναι σχεδόν δέκα χρόνια νεότερος από τους υπόλοιπους, θυμάται και τις δυο μπάντες στη διάρκεια της πρώιμης μουσικής του διαδρομής με τα γκρουπ των Lady και Fargo. Ήταν τα χρόνια που τα βαν των συγκροτημάτων προσπερνούσαν τον ένα το άλλο, τρέχοντας στην “autobahn”, με τα ονόματα στο πλάι.

Από την άλλη, ο ευγενικός, φινετσάτος χίπης Uli Roth, θυμάται τους αρχικούς Scorpions σαν μια rhythm ‘n’ blues μπάντα, και όταν του είχε γίνει η πρώτη πρόταση να προσχωρήσει στο συγκρότημα, αρνήθηκε. Ήταν τότε μέλος των Dawn Road, ενός ερασιτεχνικού γκρουπ ενώ βρισκόταν ακόμα στο γυμνάσιο, και έπαιζαν τραγούδια των Emerson, Lake & Palmer, και ο ίδιος προτιμούσε την κλασική μουσική και όχι αυτή την κατεύθυνση.

Τελικά, ο Rudolf πείθει τον Michael και τον Klaus να ενταχθούν στο συγκρότημα. Βρισκόμαστε στο 1972, στην Κολωνία της Γερμανίας και στο στούντιο της ηχογράφησης, ετοιμάζονται για το ντεμπούτο τους “Lonesome Crow”, με παραγωγό τον περίφημο Conny Plank, που ήταν γνωστός για την εδραίωση του ήχου krautrock, έχοντας συνεργαστεί με τους Kraftwerk, Cluster και Neu!.

Το πρώτο δίλημμα είναι το όνομα: παραμένουν οι Scorpions, όπως ορίστηκαν στην αρχική μορφή από τον ιδρυτή Rudolf Schenker; Αν έπρεπε να αλλάξουν κάτι, καλό θα ήταν να γινόταν τότε. Σε σύγκριση με τα ονόματα των Led Zeppelin και των Jefferson Airplane, τους φαινόταν απλό. Τότε ο Conny πρότεινε να ονομαστούν “Stalingrad”, και να φορούν στη σκηνή στρατιωτικές στολές, σαν πρώιμοι Rammstein. Τελικά, προτίμησαν να διατηρήσουν το αρχικό όνομα. Το γκρουπ ηχογράφησε το άλμπουμ με τον μπασίστα Lothar Heimberg και τον ντράμερ Wolfgang Dziony. Στη διάρκεια της περιοδείας για την προώθηση του δίσκου, άνοιγαν τις συναυλίες για τους βρετανούς UFO. Λίγο πριν το τέλος της περιοδείας, ο Michael Schenker αποδέχτηκε την προσφορά για τη θέση του lead κιθαρίστα στους UFO. Τότε επιστρατεύτηκε ο φίλος Uli Roth για να ολοκληρώσουν τις εμφανίσεις της περιοδείας, και αμέσως μετά το γκρουπ διαλύθηκε.

Ο Rudolf Schenker αποφάσισε ότι ήθελε να συνεχίσει τη μουσική συνεργασία με τον Roth, αντί να προσπαθήσει να αναστήσει την τελευταία σύνθεση των Scorpions. Παρακολούθησε κάποιες  από τις πρόβες των Dawn Road και τελικά αποφάσισε να συμμετάσχει στο συγκρότημα, το οποίο αποτελούνταν τότε από τους Roth, Francis Buchholz (μπάσο), Achim Kirschning (πλήκτρα) και Jürgen Rosenthal (ντραμς). Ο Uli Roth και ο Francis Buchholz έπεισαν τον Rudolf να προσκαλέσει τον Klaus Meine να συμμετάσχει στα φωνητικά, κάτι που σύντομα έγινε. Ενώ υπήρχαν περισσότερα μέλη των Dawn Road παρά των πρώην Scorpions στο συγκρότημα, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα Scorpions επειδή ήταν πολύ γνωστό στη γερμανική hard rock σκηνή και είχε ήδη κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ με αυτό το όνομα.

Το 1974, η νέα σύνθεση των Scorpions κυκλοφόρησε το “Fly to the Rainbow”. Το άλμπουμ αποδείχθηκε πιο επιτυχημένο από το “Lonesome Crow” και τραγούδια όπως το “Speedy’s Coming” και το ομώνυμο κομμάτι καθιέρωσαν τον ήχο του συγκροτήματος. Ο Achim Kirschning αποφάσισε να φύγει μετά τις ηχογραφήσεις. Αμέσως μετά, και ο Jürgen Rosenthal αναγκάστηκε να φύγει καθώς έπρεπε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Το 1976, θα προσχωρήσει στο γερμανικό progressive rock συγκρότημα των Eloy, και θα ηχογραφήσει μαζί τους τρία άλμπουμ. Αντικαταστάθηκε τον Ιούλιο του 1974 από τον Jurgen Fechter. Το 1975 ο Rudy Lenners από το Βέλγιο έγινε ο επόμενος ντράμερ. Την ίδια χρονιά, το συγκρότημα κυκλοφόρησε το “In Trance”, το οποίο σηματοδότησε την αρχή της μακροχρόνιας συνεργασίας των Scorpions με τον Γερμανό παραγωγό Dieter Dierks. Το άλμπουμ ήταν ένα τεράστιο βήμα προς τα εμπρός για το γκρουπ, και καθιέρωσε τη δική τους χαρακτηριστική φόρμουλα για το heavy metal. Κέρδισαν πολλούς νέους πιστούς ακροατές στη χώρα τους και στο εξωτερικό, με κομμάτια όπως τα “In Trance”, “Dark Lady” και “Robot Man”.

Το 1976, οι Scorpions κυκλοφόρησαν το “Virgin Killer”. Το εξώφυλλο του άλμπουμ έδειχνε ένα γυμνό ανήλικο κορίτσι πίσω από ένα σπασμένο τζάμι. Το εξώφυλλο σχεδιάστηκε από τον Stefan Bohle, ο οποίος ήταν ο διευθυντής παραγωγής της RCA Records, της δισκογραφικής τους τότε. Το επίμαχο έργο έφερε στο συγκρότημα σημαντική έκθεση στην αγορά, αλλά στη συνέχεια αποσύρθηκε ή αντικαταστάθηκε σε άλλες χώρες. Το ίδιο το άλμπουμ συνέχισε να διευρύνει το όνομα και τη φήμη του σχήματος. Το 2008 η συγκεκριμένη εικόνα μπήκε στη μαύρη λίστα από την αγγλική wikipedia από το Internet Watch Foundation. Την επόμενη χρονιά, ο Rudy Lenners παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους, συνεχίζοντας την spinal tap ιστορία των ντράμερς,  και αντικαταστάθηκε από τον Herman Rarebell.

Για τη συνέχεια με το άλμπουμ “Taken by Force”, η RCA Records έκανε μια αποφασιστική προσπάθεια να προωθήσει το άλμπουμ στα καταστήματα και στο ραδιόφωνο. Το single του άλμπουμ, “Steamrock Fever”, προστέθηκε σε μερικούς από τους ραδιοφωνικούς δίσκους προώθησης της RCA. Στο μεταξύ, ο Roth δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την εμπορική κατεύθυνση που έπαιρνε το συγκρότημα. Αν και έπαιξε στην περιοδεία του συγκροτήματος στην Ιαπωνία, έφυγε για να σχηματίσει το δικό του συγκρότημα, τους Electric Sun πριν από την κυκλοφορία του διπλού ζωντανού άλμπουμ “Tokyo Tapes”. Το ζωντανό άλμπουμ κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ και την Ευρώπη έξι μήνες μετά την ιαπωνική κυκλοφορία του. Εκείνη την εποχή, στα μέσα του 1978, μετά από οντισιόν σε περίπου 140 κιθαρίστες, οι Scorpions επέλεξαν τελικά τον κιθαρίστα Matthias Jabs.

Η χρονική συγκυρία είναι οριακή και οι αλλαγές καταλυτικές. Μετά την προσθήκη των Jabs, οι Scorpions αφήνουν την RCA για τη Mercury Records στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Harvest/EMI Electrola παγκοσμίως για να ηχογραφήσουν το επόμενο άλμπουμ τους, το ιστορικό “Lovedrive”. Μόλις λίγες εβδομάδες μετά την αποχώρησή του από το UFO, ο Michael Schenker επέστρεψε στο γκρουπ για ένα σύντομο διάστημα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του άλμπουμ. Αυτό έδωσε στο συγκρότημα τρεις κιθαρίστες (αν και η συμβολή του Schenker στην τελική κυκλοφορία περιοριζόταν μόνο σε τρία τραγούδια). Το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ που ορισμένοι κριτικοί θεωρούν ότι είναι η κορυφή της καριέρας τους. Περιέχοντας μερικά από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των φίλων τους, όπως τα “Loving You Sunday Morning”, “Always Somewhere”, “Holiday” και το instrumental “Coast to Coast”, εδραίωσε σταθερά τον περίφημο συνδυασμό του γκρουπ, των δυνατών τραγουδιών με μελωδικές μπαλάντες.

Το προκλητικό καλλιτεχνικό έργο του άλμπουμ ανακηρύχθηκε “Καλύτερο εξώφυλλο δίσκου του 1979” από το περιοδικό Playboy, αλλά τελικά άλλαξε για την αμερικανική κυκλοφορία. Το “Lovedrive” έγινε η πολυπόθητη γέφυρα και για την αγορά της Αμερικής και το γκρουπ ήταν πια ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Μετά την ολοκλήρωση και την κυκλοφορία του, όμως το συγκρότημα αποφασίζει να διατηρήσει τον Michael στο συγκρότημα, αναγκάζοντας τον Jabs να φύγει. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1979, κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους στη Γαλλία, ο Michael παραιτήθηκε και ο Jabs ήρθε οριστικά για μείνει.

Τα υπόλοιπα είναι πια μια χρυσή και γνωστή ιστορία. Ξεπερνώντας κάποια στιγμή και το σοβαρό πρόβλημα του Meine με τη φωνή του στην αυγή της δεκαετίας, οι Scorpions θα αλώσουν τα 80’s, καθώς αποδεικνύονται ιδανικοί ακροβάτες του σκληρού ήχου που έχει το ελιξίριο να περάσει στις μάζες. Εγκαθίστανται στις κορυφές του κόσμου, και στις αρένες του πλανήτη, πουλάνε πάνω από 100 εκατομμύρια δίσκους,  και είναι η πρώτη hard rock μπάντα που ξεκλειδώνει την πόρτα της Ρωσίας το 1988, μια επίσκεψη που ενέπνευσε τη σύνθεση του πασίγνωστου “Wind of Change”.

Αν θέλεις όμως να βρεις έναν ανάλογα ταιριαστό τρόπο να μνημονεύεις την επιρροή τους, είναι ιδανική η ιστορία του “Still Loving You”, όταν το 1984 που υπήρξε απίστευτα δημοφιλές στη Γαλλία, συνέπεσε με μια ασυνήθιστη έκρηξη στο ποσοστό γεννήσεων στη χώρα, εννέα μήνες μετά την επιτυχία του εκεί…

135
About Γιώργος Γεωργίου 169 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.