Articles – “ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙΣ ΠΡΑΓΜΑΤΑ”: Η μοναδική ιστορία της Sarah Records

ARTICLES

Η πόλη του Bristol στη Νοτιοδυτική Αγγλία, στον ποταμό Avon, χαρακτηρίζεται για τη μουσική σκηνή της και τους καλλιτέχνες γκράφιτι. Η πολυπολιτισμικότητά της, ο πολιτικός ακτιβισμός, τα κινήματα του punk, της reggae, του hip hop, της new age, κυρίως του trip hop, έχουν αφήσει τη σκιά τους στους ήχους της. Πέρα όμως από τους Massive Attack, τους Portishead, τους Kosheen και όλους τους άλλους, το Bristol σημαδεύτηκε από τη ιστορία μιας μοναδικής, ξεχωριστής δισκογραφικής εταιρείας.

Δυο ξένοι, ιδιαίτεροι άνθρωποι που βρέθηκαν στο πανεπιστήμιο, αγάπησαν το Bristol μάλλον παραπάνω από τους περισσότερους κατοίκους του. Η Clare Wadd και ο Matt Haynes είχαν δραστηριοποιηθεί στον κόσμο των μουσικών fanzines, που ήταν πολύ σημαντικά εκείνες τις μέρες των mid 80’s, και ταυτόχρονα ήταν ένας πολύ καλός τρόπος για όσους δεν είχαν το ταλέντο ή απλά την επιθυμία να βρίσκονται σε μια μπάντα, να αποτελούν μέρος μιας σκηνής.

Σύντομα αποφάσισαν και οι δυο πως θέλανε να περάσουν από τη συγγραφή για μουσική και μπάντες στην ουσιαστική κυκλοφορία μουσικής. Έτσι, άρχισαν να συμπεριλαμβάνουν flexidiscs στα αντίτυπα των fanzines, και καθώς ο Haynes ήταν μέλος μιας εταιρείας flexidisc που λεγόταν Sha-la-la, μπορούσαν μέσω αυτής της συνεργασίας να τυπώνουν περισσότερα αντίτυπα και να κάνουν ευρύτερη διανομή. Η Clare είχε πριν λίγο καιρό  μετακομίσει στο Bristol, και η προηγούμενη επαφή μέσω αποστολών fanzines με το ταχυδρομείο ήταν μόνο η ένδειξη της μοναδικής ταύτισης των δυο τους. Έτσι συμπτωματικά αποφάσισαν να ξεκινήσουν κυκλοφορώντας τα τραγούδια των Sea Urchins. Τους πλησίασαν, αυτοί έδωσαν το ΟΚ, και τον Νοέμβριο του 1987 το “Pristine Christine” των Sea Urchins αποτέλεσε την πρώτη κυκλοφορία της Sarah Records. Οι Orchids είχαν ένα τραγούδι στο ίδιο flexi, έτσι ήταν οι αμέσως επόμενοι, ο Harvey Williams που αγόραζε τα fanzines, έστειλε αμέσως μια κασέτα της μπάντας του, Another Sunny Day, και ακριβώς σε εκείνο το σημείο και άλλες μπάντες άρχισαν να τους στέλνουν demo, και όλα απογειώθηκαν από εκεί.

Πολλοί θεώρησαν πως μουσικά οι επιλογές της εταιρείας στηρίχτηκαν στην περιβόητη συλλογή C86 που είχε κυκλοφορήσει από το μουσικό περιοδικό ΝΜΕ το 1986, και περιλάμβανε νέες μπάντες από διάφορες ανεξάρτητες εταιρείες της εποχής. Η βασική όμως επιρροή ήταν η DIY σκηνή στα τέλη της δεκαετίας του ’70, η κουλτούρα των fanzines στα mid 80’s , αλλά και άλλες ανεξάρτητες εταιρείες με έμπνευση και ξεχωριστή φινέτσα, όπως η Factory, η Creation και η Postcard Records. Κάποια από τα γκρουπ της Sarah, όπως οι Field Mice και οι Orchids, πειραματίστηκαν και με χορευτικούς ήχους. Άλλα συγκροτήματα της δισκογραφικής ήταν οι Heavenly, East River Pipe, The Hit Parade, Even As We Speak, Boyracer, Brighter, Blueboy, Another Sunny Day, Shelley και St. Christopher.

Παράλληλα με τη μουσική, η Clare είχε παρουσιάσει στα fanzines πολλά αριστερά και αναρχικά άρθρα όπως και κείμενα για συναφή θέματα όπως ο φεμινισμός και ο βιγκανισμός. Επίσης, και οι δυο τους συνήθιζαν να επιτίθενται με τα άρθρα τους στον καπιταλισμό των υποτιθέμενων “κανονικών” εταιρειών και των συγκροτημάτων τους, που απλώς έδειχναν να θέλουν να εκμεταλλευτούν τους θαυμαστές τους με τις τακτικές που ακολουθούσαν στις κυκλοφορίες τους. Ήταν η εποχή των τραγουδιών 2 λεπτών σε single 12 ιντσών και των single που εμφανίζονταν σε δύο ή τρεις διαφορετικές εκδόσεις, οπότε έπρεπε κυριολεκτικά να αγοράσεις τον ίδιο δίσκο τρεις φορές για να πάρεις όλα τα τραγούδια… και μετά θα αποδεικνυόταν ότι το ένα ήταν απλώς ένα remix ή instrumental έκδοση ενός από τα άλλα τραγούδια ούτως ή άλλως…

Αποφάσισαν πως η Sarah θα έκανε πράξη αυτή την πολιτική που οραματίζονταν οι ίδιοι. Έτσι καθιερώθηκε η τακτική να κυκλοφορούν 7’’ ΕΡ χωρίς χαριτωμένα κορίτσια στα εξώφυλλα, χωρίς περιορισμένες εκδόσεις, χωρίς ακυκλοφόρητα bonus σε συλλογές. Η δήλωση στο οπισθόφυλλο της συλλογής με τίτλο “Shadow Factory”, δεν άφηνε αμφιβολίες: “είναι απλά ΠΟΛΙΤΙΚΗ, όχι κάποιο μακρινό, εξωπραγματικό πέρας, αλλά κάτι που αποτυπώνεται στην καθημερινή ζωή”.  Η Wadd και ο Haynes πάντα ήλπιζαν ότι όσοι αγόραζαν τους δίσκους θα ανακάλυπταν την πολιτική “με όσμωση”. Μια μέρα, ξαφνικά θα σταματούσαν και θα σκεφτόντουσαν, “κάτσε, γιατί πρέπει να ξοδέψω 3,49 £ σε αυτό το 12ίντσο των Pastels από την Creation, ενώ το 7ιντσο των Sea Urchins στη Sarah κοστίζει μόνο 1,49 £ και έχουν και τα δύο ή τρία τραγούδια μέσα;”

Δεν παρέλειπαν βέβαια να διανθίζουν την πολιτική με χιούμορ: τα 12ιντσα χρησιμοποιήθηκαν σαν μια στοχευμένα υπερβολική μεταφορά για τον καπιταλισμό, και η καπιταλιστική νοοτροπία των συλλεκτών δίσκων χλευάστηκε με την τυχαία παρουσία καρτών που συμπλήρωναν ένα πάζλ του σιδηροδρομικού “Bristol Temple Meads” στα εξώφυλλα δέκα 7ιντσων, των οποίων οι ετικέτες ήταν φωτογραφίες διαδοχικών σταθμών της τοπικής γραμμής Severn Beach. Η Sarah ανακοίνωσε το πρόγραμμα των κυκλοφοριών για το 1992, βάζοντας διαφημίσεις ενός τετάρτου της σελίδας στον μουσικό τύπο, καταγγέλλοντας τον καπιταλισμό και την άρνηση των συγκροτημάτων να αποδεχτούν την ευθύνη για τις δικές τους πρακτικές μάρκετινγκ.

Μια άλλη σημαντική πλευρά της εταιρείας ήταν η προώθηση του Bristol, τοποθετώντας φωτογραφίες της πόλης στα εξώφυλλα και τις κεντρικές ετικέτες, ονομάζοντας και αριθμώντας τις συλλογές σύμφωνα με τις διαδρομές των τοπικών λεωφορείων, κάνοντας ένα επιτραπέζιο παιχνίδι με βάση τη διάταξη των δρόμων της πόλης… Το μήνυμα πίσω από όλα αυτά τα τεχνάσματα ήταν πως δεν χρειαζόταν να πας στο Λονδίνο για να πετύχεις.

Η ηρωική πραγματικότητα βέβαια ήταν πως πέρα από τα fanzines και τους ανθρώπους που τα διάβαζαν και άκουγαν τον John Peel στο BBC, δεν υπήρχε κανένα ενδιαφέρον για τη λεγόμενη tweepop και C86/jangle μουσική. Η σκηνή αυτή ήταν πάντα πολύ μικρή, με τις περισσότερες συναυλίες να προσελκύουν 50 περίπου άτομα, και τις πιο πετυχημένες, μερικές εκατοντάδες, και οι δίσκοι δεν έβρισκαν το δρόμο τους προς το ραδιόφωνο, με εξαίρεση τον John Peel. Πέρα από αυτά, η Sarah γνώρισε τη μοχθηρία του κατεστημένου αγγλικού τύπου σε όλο της το μεγαλείο με εμετικές τακτικές και χαρακτηρισμούς: “αυτό δεν είναι μουσική, είναι καρκίνος” ήταν ολόκληρη η κριτική του NME του δεύτερου single των Secret Shine, ενώ το “Clearer” των Blueboy, ένα τραγούδι για την ομοφοβική κυβερνητική νομοθεσία, περιγράφηκε ως “ένα χαλαρό τραγούδι για το να είσαι λυπημένος”…

Η εταιρεία έκλεισε τον ιδιόμορφο κύκλο της, μόλις έφτασε στον αριθμό 100 τις κυκλοφορίες της. Ήταν Αύγουστος του 1995, όταν κυκλοφόρησε η συλλογή “There and Back Again Lane”, με αντιπροσωπευτικά κομμάτια από τις κυκλοφορίες της και ένα booklet με την ιστορία της. Η περίφημη πια αφίσα που επικύρωνε το φινάλε, με τον τίτλο “A Day For Destroying Things” δημοσιεύτηκε στο ΝΜΕ και στο Melody Maker, ενώ ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι πραγματοποιήθηκε στο “Thekla”, ένα σκάφος αγκυροβολημένο στο Floating Harbour του Bristol. “Δεν κάνουμε encores” ενημέρωνε η αφίσα, και η υπόσχεση τηρήθηκε ευλαβικά, απαγορεύοντας ακόμα και σε άλλους να κυκλοφορήσουν οποιαδήποτε συλλογή χρησιμοποιώντας το όνομα “Sarah”.

Η σημασία, ο ρομαντισμός αλλά και η διαφορετικότητα της εταιρείας εκτιμήθηκαν, όπως συμβαίνει συνήθως, με το πέρασμα των χρόνων, και το όνομά της απέκτησε ένα μεγάλο cult status. Οι Wadd και Haynes αναζητήθηκαν συχνά από τους μουσικούς δημοσιογράφους της χώρας για συνεντεύξεις, ενώ η σκηνοθέτης Lucy Dawkins γύρισε το 2015 to ντοκιμαντέρ “My Secret World-The Story Of Sarah Records”, και ο Michael White έγραψε το βιβλίο “Popkiss: The Life And Afterlife Of Sarah Records”. Μέχρι και το ΝΜΕ την ανακήρυξε ως τη “δεύτερη σημαντικότερη ανεξάρτητη εταιρεία που υπήρξε ποτέ”…

Η συνεπής επιμονή του ντουέτου στην απόφαση να μην κοιτάξουν πίσω, είχε με τα χρόνια δύο ατυχείς συνέπειες: οι άνθρωποι συνήθως δεν μπορούσαν πλέον να ακούσουν τη μουσική αν δεν είχαν ήδη τους δίσκους και οι κακοί μικροί καπιταλιστές (γνωστοί και ως “συλλέκτες δίσκων”…) μπορούσαν να αρχίσουν να χρεώνουν γελοία ποσά για τις αρχικές κυκλοφορίες… κάτι που βρήκαν πραγματικά απογοητευτικό, καθώς είχαν κάνει τον αντικαπιταλισμό τόσο σημαντικό κομμάτι της Sarah, και μισούσαν την ιδέα ότι μόνο πλούσιοι άνθρωποι μπορούσαν πια να ακούσουν τη μουσική. Έτσι πήραν την απόφαση να αναρτήσουν ολόκληρο τον κατάλογο της εταιρείας στο Bandcamp. Ο Haynes έμοιαζε ξανά ανακουφισμένος.

“Ξαφνικά, όλοι μπορούσαν να ακούσουν ξανά τη μουσική και αν κάποιος παραπονέθηκε ότι έπρεπε να πληρώσει 700 $ για ένα αντίγραφο του “Pristine Christine”, τότε δεν χρειαζόταν να έχουμε οποιαδήποτε συμπάθεια, γιατί το ήθελε σαφώς για λάθος λόγους (όχι επειδή “άξιζε” $700, όχι επειδή ήθελε να ακούσει τα τραγούδια… επειδή ήθελε να αγοράσει τη νιότη κάποιου άλλου, κάτι που είναι απλώς περίεργο…). Λοιπόν, ναι, κατά κάποιο τρόπο το Bandcamp φαίνεται να μας έφερε πίσω στις πρώτες μέρες της Sarah, όταν όποιος είχε 1,50 £ θα μπορούσε να αγοράσει ένα αντίγραφο του “Pristine Christine” και να ακούσει τρία υπέροχα τραγούδια όποτε ήθελε …”

289
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 179 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.