ALFRED MORRIS III

TRIBUTE

Μια παραγνωρισμένη αλλά και μυθική μορφή του αμερικανικού doom metal υπήρξε ο τόσο ξεχωριστός κιθαρίστας Alfred Morris III. Ο Αφροαμερικανός μουσικός που δεν σταμάτησε στιγμή στη ζωή του να λέει πως διαμόρφωσε το δικό του ύφος έχοντας δυο κυρίαρχους δάσκαλους και αφέντες, τον Hendrix και τον Iommi, βεβαιώθηκε απόλυτα πρώτη φορά στη ζωή του για τον δρόμο που ήθελε να πάρει όταν βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τον ένα από αυτούς.

Βρισκόμαστε στο 1974, και είναι πια αρκετά μεγάλος (γεννημένος στις 9 Μαρτίου του 1957) για να μπορέσει να πάει σε συναυλία των Black Sabbath. Φτάνοντας κοντά στη σκηνή, βρέθηκε να στέκεται μπροστά στον Iommi. Ο νεαρός Al μαγεύτηκε, ο ίδιος πάντα θεωρούσε πως το γκρουπ βρισκόταν τότε στην καλύτερη περίοδο, αλλά ο εθισμός του γιγαντώθηκε και από την επιβλητική τρέλα του Geezer Butler: ήθελε να κάνει αυτό, να περιοδεύει με μια τέτοια μπάντα, να έχει αυτό τον μεγάλο ήχο.

Πρώτα από όλα σε αυτό επικεντρώθηκε, προσπαθώντας σκληρά να βγάλει τον ήχο που ήθελε να ακούγεται, τριγυρνώντας στο υπόγειο των γονιών του για μέρες και εβδομάδες, παίζοντας ξανά και ξανά τα άλμπουμ. Αρχικά δεν είχε συνειδητοποιήσει αυτό που κατάλαβε λίγο αργότερα, πως δηλαδή ο ήχος που πραγματικά ήθελε ήταν ο ήχος του Tony μαζί με αυτόν του Geezer. Έψαχνε αυτόν τον παχύ όγκο που έβγαινε όταν έπαιζαν μαζί τις ίδιες νότες. Αυτή ήταν ουσιαστικά και η επιδίωξη που διαφοροποίησε το ύφος του.

Ο πατέρας του ήταν jazz ντράμερ και έπαιζε σε διάφορα κλαμπ τα Σαββατοκύριακα. Εξαιτίας του υπήρχαν στο σπίτι όλοι οι παλιοί blues δίσκοι, ακόμα και από τον Django Reinhardt αλλά και άλλους που άρεσαν στον Iommi, ένας συσχετισμός που έδινε χαρά στον Al. Η ανάμνηση από την πρώτη επαφή με το “Planet Caravan” στο “Paranoid”, ήταν αυτό το jazz άγγιγμα του δαχτύλου, που επικοινωνούσε πια με τόσα πράγματα. Η επόμενη επαφή με το μυθικό “Master of Reality” έγινε με τα παρακάλια στον πατέρα του να δανειστεί το hi fi, για να μπορέσει να ακούσει με τους φίλους του το άλμπουμ στα μεγάλα ηχεία.

Με τη μόνιμη αγάπη του σε δυο αριστερόχειρες κιθαρίστες, έβλεπε στην τηλεόραση τον Hendrix και τον Iommi, και σαν να κοιτάζεται στον καθρέφτη, έβλεπε τα χέρια τους και προσπαθούσε να κάνει ακριβώς το ίδιο. Η καριέρα του ξεκίνησε με το μυστηριώδες proto-doom συγκρότημα των Force, στην πατρίδα του το Maryland το 1976. Με τον Larry Brown στο μπάσο, τον Kim Martin στα ντραμς και την τραγουδίστρια Simona Queen κυκλοφόρησαν το 1981 το ομότιτλο EP με τέσσερα τραγούδια.

Το 1988 γεννιούνται οι Iron Man, με τον ντράμερ Kim Martin να συνεχίζει στο πλευρό του Al, και με το αρχικό πλάνο μιας tribute μπάντας στους Black Sabbath. Όλες οι πρόβες στο ξεκίνημα γίνονται στο σπίτι της μητέρας του Kim, και το σχήμα γρήγορα γίνεται αρκετά δημοφιλές. Στην οικογενειακή σκηνή του Maryland, 5-6 μπάντες, όλοι φίλοι μεταξύ τους έπαιζαν συχνά σε κάθε δυνατή συγκυρία και πάρτι, έξω από σπίτια, σε γήπεδα, σε χωράφια, και οι Iron Man ήταν μόνιμο μέρος αυτής της ευδαιμονίας που θύμιζε αρκετά τέλη των 60’s και αρχές των 70’s.

Ο Kim Martin εγκατέλειψε το γκρουπ έναν χρόνο αργότερα, και λίγους μήνες μετά ο Al αποφασίζει να οδηγήσει το όραμα και τον ήχο της μπάντας με πρωτότυπο υλικό. Ο τότε τραγουδιστής  Rob Levey έστειλε ένα αρχικό demo στη γερμανική δισκογραφική εταιρεία Hellbound, η οποία άμεσα έδειξε προσοχή στο υλικό. Τους άρεσαν αυτά που άκουσαν και θέλησαν να δουν το γκρουπ από κοντά. Έτσι πέταξαν πάνω από τον ωκεανό, βρέθηκαν να τσεκάρουν όλες τις μπάντες της περιοχής και υπέγραψαν συμβόλαιο σχεδόν με όλες. Κάποιες σημαντικές κυκλοφορίες προέκυψαν από την πρωτοβουλία αυτών των ανθρώπων, όπως τα άλμπουμ των Saint Vitus, Obsessed, Unorthodox, Revelation, και τα δυο πρώτα άλμπουμ των Iron Man, το 1993 και το 1994 αντίστοιχα, με το ντεμπούτο τους, “Black Night”, να θεωρείται πια κλασικό στο χώρο του doom metal.

Η αστάθεια του line-up και της δισκογραφικής ανάγκασε το συγκρότημα σε μια περίοδο απόλυτης απραξίας στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Επιστρέφουν το 1999 με το “Generation Void”, πριν από μια άλλη εκτεταμένη παύση. Αυτή τη φορά χρειάστηκαν δέκα ολόκληρα χρόνια μέχρι ο Al να συναρμολογήσει ξανά ένα νέο ισχυρό line up για το εύστοχα τιτλοφορημένο “I Have Returned”, στην εταιρεία Shadow Kingdom.

Το 2010, ο βετεράνος του doom κυκλώματος στο Maryland, “Screaming Mad” Dee Calhoun προσχώρησε στους Iron Man αναλαμβάνοντας τα φωνητικά, ηχογραφώντας δύο EP πριν ξεκινήσουν τη δουλειά για το τελευταίο τους πλήρες έργο, το τερατώδες “South Of The Earth” του 2013. Γεμάτο από εμπνευσμένες μελωδίες, από το δολοφονικό ύμνο του ομότιτλου κομματιού μέχρι το ελεγειακό blues doom του “Ballad Of Ray Garraty” που κλείνει τη διαδρομή του, το πέμπτο άλμπουμ τους είναι γεμάτο με σπουδαία leads, γιγάντια riff, ισχυρές φωνητικές μελωδίες και μεγάλους ρυθμούς.

Το “South of the Earth” κυκλοφορεί από την Rise Above του Lee Dorian και σηματοδοτεί την επανασύνδεση με έναν παλιό φίλο. Είχαν συναντηθεί για πρώτη φορά στη δεκαετία του ’80, όταν οι Cathedral περιόδευαν στην Αμερική, σε ένα meet ‘n’ greet. Εκεί συζήτησαν για όλα, από τις ηχογραφήσεις μέχρι τα κουρδίσματα. Μάλιστα κάποιους μήνες αργότερα, επέστρεψαν ανοίγοντας για τους Black Sabbath, και ο Lee ζήτησε από τον Al να αντικαταστήσει τον ένα κιθαρίστα που είχε πρόβλημα: δυστυχώς η οικογενειακή του κατάσταση δεν του επέτρεψε να φύγει εκείνη τη στιγμή, και ένα μεγάλο όνειρο ζωής έμεινε απραγματοποίητο.

Στις 10 Ιανουαρίου του 2018, η ήδη αρκετά επιβαρυμένη υγεία του Al τον πρόδωσε οριστικά και έφυγε από τη ζωή μόλις στα 60 του χρόνια. Έπασχε από διαβήτη και έναν χρόνο πριν το θάνατό του είχε υποστεί ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου. Οι άνθρωποι που τον γνώρισαν τον κράτησαν στη μνήμη τους σαν έναν πολύ ευγενικό, αυθεντικά συμπαθητικό και ταπεινό άνθρωπο που μπορούσε να παίζει αυτά τα ασήκωτα ριφ. Θα τον ακολουθεί αιώνια το δίκαιο παρατσούκλι “ο μαύρος Iommi”.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 934 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.