THIRTY FATES

INTERVIEW

Το κλισέ πως η ζωή κάνει κύκλους βρίσκει συχνά την εφαρμογή του με τους πιο απρόσμενους τρόπους, αφήνοντάς μας με το στόμα ανοιχτό. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η ιστορία των “Thirty Fates”, ουσιαστικά των τριών ιδρυτικών και βασικών στελεχών της πρώτης φάσης των Black Fate, που επέστρεψαν σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά στην αφετηρία τους. Ας αφήσουμε όμως τις λεπτομέρειες στον τραγουδιστή τους, Στέλιο Παπακώστα.

 Ποιο ήταν το πιο βασικό κίνητρο/ερέθισμα για τη δημιουργία αυτού του άλμπουμ;
Καλησπέρα Γιώργο, ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση στο Soundcheck Network.
Πιστεύω πως η ανάγκη να βρεθούμε μουσικά ξανά, καθώς πρωταγωνιστούσε συνεχώς στις τηλεφωνικές μας συζητήσεις, ήταν το βασικό κίνητρο που μας ώθησε στην κυκλοφορία του Circus Black. Με κύριο όχημα το πρώτο μας demo, φτάσαμε στο σημείο και να προβάρουμε το υλικό αλλά και να το ξανά-ηχογραφήσουμε. Δεν σου κρύβω επίσης, ότι ανέκαθεν πιστεύαμε σ ’αυτές τις συνθέσεις, είτε γιατί δεν είχαν κυκλοφορήσει ποτέ επίσημα, είτε γιατί ήταν η πρώτη μας μουσική προσπάθεια, δεν ξέρω, αλλά λειτούργησε θετικά σε όλους μας, με όλο το feedback να μας δικαιώνει.

 Πέρα από την ιδιαιτερότητα της σχέσης του δίσκου με το παρελθόν, με ποιον τρόπο θα διάλεγες να το περιγράψεις σε κάποιον που δεν το άκουσε, με βάση το σύγχρονο χώρο του Metal;
Σ ’αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι κατά την διαδικασία της υλοποίησης του Circus Black, δουλέψαμε πολύ στο πως θα ακουστεί στο ευρύ κοινό, αν σκεφτεί κανείς ότι έχουμε ένα gap 30 χρόνων. Με τα δικά μου κριτήρια είναι ένα Heavy Metal album, με πολλά στοιχεία των 80’s & 90’s, με αναφορές στο σύγχρονο Metal και την παραγωγή που θα την χαρακτήριζα American friendly. Νομίζω ότι θα πρότεινα σε κάποιον να πατήσει απλά Play….It’s worth a listen.

 Πέρα από εσένα και τον Νίκο που παραμένετε ενεργοί, πως ήταν για τον Ηλία η επιστροφή στην ενεργό δράση και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον ίδιο σχετικά με το άμεσο μέλλον του project;
Παρόλο που δεν υπήρξε ενεργός σε live εμφανίσεις και αν θυμάμαι καλά η τελευταία του ήταν το 2004, στην κυκλοφορία του Uncover, παρέμενε ενεργός σε συνθετικό επίπεδο και συνεχίζει. Η ιδέα του Circus Black, τον βρήκε άμεσα σύμφωνο και η ευχάριστη έκπληξη είναι ότι αφότου πραγματοποιήθηκε η κυκλοφορία, βλέπει πολύ θετικά το ενδεχόμενο του live.

Επιστρέφοντας αρκετά χρόνια πίσω, ποια περιγραφή θα διάλεγες για την κατάσταση στην Ελλάδα στη διάρκεια της εποχής που ξεκινήσατε σαν μπάντα; Πόσο δύσκολο είναι για τον σημερινό ακροατή να αντιληφθεί τα δεδομένα εκείνης της εποχής και γιατί;
Αν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω κάποιο χαρακτηρισμό θα έλεγα ‘’ρομαντικά δύσκολη’’. Από όποια πλευρά και να το δούμε, κάποιος που είχε επιλέξει να γίνει μουσικός, έπρεπε να καταβάλει τεράστια προσπάθεια, ειδικά στο συγκεκριμένο είδος. Δεν υπήρχαν ούτε καν τα βασικά μέσα για να ξεκινήσεις και ο καθένας αυτοβούλως έκανε τις δικές του θα έλεγα πατέντες, φυσικά με φειδωλά αποτελέσματα awareness. Εξετάζοντας όμως και τη θετική πλευρά, ο τρόπος που έπαιζε ή έγραφε κάποιος μουσική, ήτανε θεωρώ πιο φυσιολογικός, με τους μουσικούς  – συγκροτήματα να  λειτουργούνε ως σύνολο, σε αντίθεση με τον σημερινό, κρυμμένοι πίσω από μια οθόνη στο σπίτι και το σενάριο της πρόβας να παίζει για κάποιους ρομαντικούς. Ομολογουμένως ο μουσικός μεταγενέστερα, έχει εκπαιδευτεί πάνω σε νέα δεδομένα και ευκολίες, που σίγουρα τα παραπάνω τα αντιλαμβάνεται ως επιπλέον ταλαιπωρία. Τότε για να κάνεις μια δουλειά ερχόσουν αντιμέτωπος με πολλά ‘’κουμπάκια’’, σήμερα με ένα click γίνονται όλα.

Με αφορμή την παρουσία του Tim Ripper Owens στο άλμπουμ, αν είχες την απόλυτη δυνατότητα επιλογών, με ποιους καλλιτέχνες θα ήθελες να ενισχύσεις το συγκεκριμένο υλικό και γιατί;
Δύσκολη επιλογή καθώς είναι αρκετοί και με τυχαία σειρά, απλά διαχωρίζοντάς τους χρονολογικά, θα επέλεγα κάποιους που τους θεωρώ προσωπικά κορυφαίους του είδους. Ξεκινώντας από τους Ozzy, Geoff Tate και Eric Adams, με αιτιολογία ότι είναι απλά αυτοί που είναι και δεν χρειάζεται καμία περεταίρω διευκρίνηση. Τον Mike Patton για το πολύπλευρο ταλέντο του και φυσικά τους μεταγενέστερους Jonathan Davis, Corey Taylor και Oli Sykes οι οποίοι πιστεύω ότι έχουν τη στόφα του καλλιτέχνη της επόμενης μέρας. Πολύ διαφορετικοί όλοι μεταξύ τους αλλά μοναδικοί σ ’αυτό που υπηρετούν.

 Έχοντας το περίπλοκο έργο να ενώσετε δυο διαφορετικές περιόδους, τις οποίες χωρίζουν αρκετά χρόνια, ποια ήταν η λογική και η τακτική στην ηχογράφηση και την προσέγγιση του ήχου που πιστεύατε πως θα εξέφραζε σωστά αυτή τη σύνδεση;
Η αρχική φάση μας προβλημάτισε αρκετά και σκεφτήκαμε να προ – ηχογραφήσουμε όλα τα tracks, έτσι ώστε να έχουμε μια πρώτη εικόνα και σε δεύτερο χρόνο να καταλήξουμε πως θα κινηθούμε στην ενορχήστρωση και αντίστοιχα την παραγωγή. Ομολογώ ότι ήταν αρκετά δύσκολο και χρονοβόρο, καθώς ο ήχος σχεδόν όλων των κομματιών προϋπήρχε και φάνταζε σενάριο επιστημονικής φαντασίας για το πως θα μπορούσε να ακουστεί όλο αυτό σήμερα. Καταγράψαμε όλο το στρατηγικό πλάνο και φτάνοντας στην κύρια ηχογράφηση, επιλέξαμε τον παραδοσιακό τρόπο παίζοντας ταυτόχρονα τα κύρια μέρη, έτσι ώστε να δώσουμε ενέργεια στα τραγούδια. Επίσης πειραματιστήκαμε σε ένα ‘’ενορχηστρωτικό contrast’’  αντιμετωπίζοντας αρχικά τα drums διαφορετικά, τόσο στο παίξιμο όσο και στον ήχο, σε αντίθεση με το μπάσο το οποίο παρέμεινε old school. Στις κιθάρες κρατήσαμε τα riffs σε μια παλαιότερη αισθητική και προσεγγίσαμε τον ήχο σε μια πιο nu – metal άποψη. Στο τελικό στάδιο της παραγωγής πραγματοποιήθηκαν κάποια A-B tests, ανάμεσα στον ευρωπαϊκό και αμερικάνικο ήχο, με τον δεύτερο να υπερισχύει στις προτιμήσεις μας.

 Αν σου ζητούσαν να διαλέξεις την αγαπημένη σου στιγμή από το άλμπουμ, ποια θα ήταν και γιατί;
Indifferent People και Because We Fly, η αρχή και το τέλος του album. Δύο διαφορετικοί χρόνοι και μια γέφυρα να μας ενώνει ως φίλους και μέλη ενός group. Από τη μια άκρη έχουμε το Indifferent ανανεωμένο ηχητικά και στην άλλη το Because We Fly, να αποτελεί το μοναδικό τραγούδι που έχουμε ηχογραφήσει 30 χρόνια αργότερα, λειτουργώντας ως αφετηρία του album αλλά ταυτόχρονα να δίνει ελπίδα για ένα νέο ξεκίνημα.

Μπορείς σύντομα να μας περιγράψεις/αποκαλύψεις κάποια επιμέρους στοιχεία για το αφηγηματικό περιεχόμενο των στίχων στο άλμπουμ, με τα βασικά θέματα που συναντά κανείς;
Στιχουργικά ανέκαθεν το μεγαλύτερο μέρος ανήκε σε προσωπικά βιώματα, με κάποιες μικρές προσεγγίσεις αλληγορικά σε κάποια κοινωνικά θέματα. Διαβάζοντας την στιχομυθία εκ νέου, διαπιστώσαμε ότι τραγούδια όπως το The Pretender και το Edge of Destiny θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως προφητικά, καθώς υπήρχαν από τότε αναφορές στους Metalheads, αντικατοπτρίζοντας την πορεία τους μέσα στην πάροδο των χρόνων και πως τελικά επιβιώνουν σε μια εποχή που κατακλύζεται από άλλες μόδες και συνήθειες.

 Πως νιώθετε σήμερα για όλα εκείνα τα δεδομένα που είχατε να αντιμετωπίσετε σαν νέοι που ξεκινούσαν μια metal μπάντα στην Ελλάδα και την Λάρισα του τότε;
Τότε είχαμε να αντιμετωπίσουμε πολλά λειτουργικά θέματα, όπως το χώρο της πρόβας, τις ηχογραφήσεις, ας θυμηθούμε ότι στη Λάρισα λειτουργούσε μετά βίας μόνο ένα studio και το σπόρ ήταν μόνο για λίγους, καθώς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα. Δεν αναφέρομαι καθόλου στα μέσα προβολής, που δεν υπήρχαν και στην καλύτερη περίπτωση έκανες tape trading μόνος σου ή αν είχες κάποιο φίλο σε κανένα zine ή κάποιο γνωστό του γνωστού με κάποια επιπλέον γνωριμία, τότε ήσουν από τους ευνοούμενους. Αξίζει να αναφερθεί ότι, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων διαπιστώθηκε ότι τα φαντάσματα του παρελθόντος ήταν ακόμη εκεί και το αστείο είναι, ενώ είχαμε δουλέψει πάνω σε νέα δεδομένα για χρόνια, με το που φτάσαμε στην υλοποίηση της ιδέας, υπήρξε μια σύγκριση με τις δυσκολίες του παρελθόντος τις οποίες φυσικά και ξεπεράσαμε.

Ποιες είναι οι πιθανότητες να έχει συνέχεια το project, και με ποιους τρόπους; Υπάρχει η φιλοδοξία της απόδοσής του στη σκηνή, και αν ναι, με ποια σύνθεση;
Η αρχική ιδέα ήταν να υλοποιηθεί το project σε επίπεδο ηχογραφήσεων, να το κρατήσουμε ως αναμνηστικό και μόνο για προσωπική χρήση. Στη συνέχεια και με παρότρυνση φίλων φτάσαμε στο release και όπως λέει μια παροιμία ‘’τρώγοντας έρχεται η όρεξη’’, έχουμε προχωρήσει ήδη σε κάποιες νέες ιδέες με στόχο μια πιθανή κυκλοφορία. Σχετικά με τις ζωντανές εμφανίσεις, έχουν προκύψει κάποιες προτάσεις και η σκέψη είναι να υλοποιήσουμε κάποιες από αυτές, με συμμετοχές session μουσικών. Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει ένας βαθμός δυσκολίας σε όλο αυτό, τόσο με τον χώρο του stage που απαιτείται, όσο και στο κατάλληλο timing συγχρονισμού, πιστεύω όμως ότι θα το καταφέρουμε.

 Παρακολουθώντας από άλλη θέση την εξέλιξη των Black Fate, πως νιώθεις για τη δημιουργική προσφορά τους ως σήμερα;
Η πρωτοβουλία του Νίκου τόσο σε επιλογή μουσικών, όσο και στην μετέπειτα μουσική κατεύθυνση, ήτανε πολύ εύστοχη και αποδεικνύεται μέχρι και σήμερα. Επίσης, αισθάνομαι πολύ χαρούμενος που το brand Black Fate συνεχίζει με καταξιωμένους καλλιτέχνες και με τόσο όμορφες συνθέσεις.

Τέλος, αν είχες μια μοναδική ευκαιρία να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, ποια επιλογή θα άλλαζες στις αποφάσεις και εκτιμήσεις εκείνου του καιρού;
Αγνοώντας τις συνθήκες και τις δυσκολίες της τότε εποχής, αν η αρχική τετράδα συνέχιζε διαγράφοντας μια πορεία τουλάχιστον δεκαετίας, σήμερα θα μιλούσαμε πάνω σε τελείως διαφορετικά δεδομένα.

Γιώργο ευχαριστούμε πολύ για τη φιλοξενία και σας ευχόμαστε καλή αρχή στο νέο σας εγχείρημα.

https://www.facebook.com/ThirtyFatesOfficial
https://www.instagram.com/thirtyfates

675
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 178 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.