THIN LIZZY: “Black Rose”

ALBUM TRIBUTE

Οι Skid Row ήταν μια ιρλανδική blues rock μπάντα με έδρα το Δουβλίνο, που δημιουργήθηκε τον Αύγουστο του 1967, από τον μπασίστα Brendan Shields, τον ντράμερ Noel Bridgeman, τον κιθαρίστα Bernard Cheevers, και τον Phil Lynott στο μικρόφωνο. Στα μέσα του 1968, ο 16χρονος κιθαρίστας Gary Moore αντικατέστησε τον Cheevers. Οι λίγοι μήνες μέχρι τη στιγμή που ο Shiels απομάκρυνε τον Lynott, μετατρέποντας τη μπάντα σε ένα power trio, ήταν η πρώτη συνύπαρξη των δυο μεγάλων μουσικών.

Η πρώτη προσέγγιση του Lynott στον Moore για τους Thin Lizzy έγινε στη διάρκεια των ηχογραφήσεων του “Nightlife” το 1974, αλλά τα πράγματα δεν πήγαν τόσο καλά. Έμεινε βέβαια το εκπληκτικό του σόλο στο “Still in Love with You”. Πριν όμως ξεκινήσει η διαδικασία του άλμπουμ που θα διαδεχόταν το “Bad Reputation”, o Moore επέστρεψε σαν πλήρες μέλος στη μπάντα. Η σπουδαία συνεργασία με τον Lynott ενισχύθηκε με τη συμμετοχή του θρυλικού frontaman, αλλά και του ντράμερ Brian Downey στο προσωπικό άλμπουμ του κιθαρίστα “Back on the Streets”, που περιείχε και το πολύ πετυχημένο “Parisienne Walkways”. Η αντικατάσταση του Brian Robertson αποδόθηκε σε έναν τραυματισμό που είχε στο χέρι, αλλά ο παρορμητικός και ασταθής χαρακτήρας του ώθησε τους υπόλοιπους να ψάξουν μια περισσότερο αξιόπιστη λύση που θα έφερνε πειθαρχία και ηρεμία στο γκρουπ.

Οι ηχογραφήσεις έγιναν στα Pathe Marconi EMI Studios στο Παρίσι, αλλά και στα Good Earth και Morgan Studios του Λονδίνου. Επέλεξαν να συνεργαστούν ξανά με τον έμπειρο παραγωγό Tony Visconti, ενώ κατέφυγαν αρχικά στα περίχωρα του Παρισιού, στα Pathe Marconi, κυρίως επειδή τον προηγούμενο χρόνο, οι Rolling Stones είχαν κάνει εκεί το άλμπουμ τους “Some Girls”. Η παρουσία του Moore έφερε την υπέροχη αντίθεση ανάμεσα στο δικό του άψογο και βρώμικο shredding και του κλασικού ύφους του Gorham με τους χαμηλούς τόνους.

Υπάρχουν κάποιοι πολύ ενδιαφέροντες καλεσμένοι μουσικοί που συμμετέχουν σε αυτό το άλμπουμ. Ο Huey Lewis, που αργότερα σχημάτισε το γκρουπ Huey Lewis & The News, παίζει φυσαρμόνικα στο “With Love”, έναν έντονο ρυθμό σκοτεινής νοσταλγίας, όπου συναντάμε και τον μπασίστα Jimmy Bain να στρώνει το δρόμο στις μονομαχίες Moore και Gorham. Άλλη μια μάλλον απρόσμενη συνεργασία είναι αυτή με τον πολλά υποσχόμενο τότε Σκωτσέζο μουσικό Midge Ure, που αργότερα δημιούργησε τις new wave μπάντες Visage και Ultravox. Έγραψε μαζί με τον Lynott το τραγούδι “Get Out of Here”, ενώ αργότερα αντικατέστησε τον Moore στην αμερικανική περιοδεία και στο δεύτερο μέρος της πήρε τη θέση πίσω από τα keyboards. Η πιο πιασάρικη φύση του Ure διεισδύει στη φύση του τραγουδιού, αν και ο ίδιος επέμενε πως η επιρροή του στο τραγούδι ήταν μικρή και αισθανόταν ευγνώμων και κολακευμένος που ο Lynott του απέδωσε δικαιώματα στη σύνθεσή του, καθώς το πέρασμά του από τους Lizzy άνοιξε πόρτες στην καριέρα του.

Με τα επιβλητικά τελετουργικά τύμπανα του Brian Downey στο εναρκτήριο “Do Anything You Want to”, και τις εντυπωσιακά ευπρόσδεκτες γνώριμες Lizzy δισολίες, ο Lynott αποδίδει φόρο τιμής στον Elvis Presley στο fade out του τραγουδιού, τραγουδώντας φράσεις από το “Blue Suede Shoes”. Άλλη μια αναφορά σε συμμορία του δρόμου, τρία χρόνια μετά το κλασικό “The Boys Are Back in Town”, αναπαράγεται πειστικά πάνω σε ένα βρώμικο ριφ  και έναν επίμονο ρυθμό. Αισθητά funky και με το flanger να χαρακτηρίζει τα ρυθμικά του, το “S & M” με το προκλητικό του θέμα διαγράφει από την αρχή τη μοναχική πορεία ενός τραγουδιού που σίγουρα δεν προορίζεται για single, θα μας δελεάσει όμως με τις ομορφιές του Downey. Το εντυπωσιακό “Waiting for an Alibi” υπήρξε και το πρώτο single του άλμπουμ, ένα τραγούδι που ηχογραφήθηκε στην πρώιμη μορφή του με τον Brian Robertson και τον Scott Gorham. Έφτασε στο Νο. 9 στο UK Singles Chart, ενώ στην Ιρλανδία ανέβηκε στο No. 6.

Το δεύτερο τραγούδι με τον τίτλο “Sarah” που εμφανίζεται στο δίσκο, ήταν ένα τρυφερό, σχεδόν pop νανούρισμα για τη νεογέννητη κόρη του Lynott, και αρχικά προοριζόταν για τον προσωπικό του δίσκο. Ηχογραφήθηκε στα Morgan Studios, και ο Moore ολοκλήρωσε τις κιθάρες δουλεύοντας με τον Αμερικανό ντράμερ Mark Nauseef, καθώς οι Downey και Gorham δεν έπαιξαν στο τραγούδι. Ο Huey Lewis έπαιξε φυσαρμόνικα και εδώ. Το παλιότερο “Sarah” που υπήρχε στο άλμπουμ “Shades of a Blue Orphanage”, είχε γραφτεί για την γιαγιά του Phil.

Ο πρώτος συναγερμός του Lynott απέναντι στον εθισμό του στα ναρκωτικά και το αλκοόλ φανερώνεται ξεκάθαρα στο εντυπωσιακό “Got to Give it up”. Είναι μια απελπισμένη, απροκάλυπτη προσωπική υπόσχεση απέναντι στους χημικούς του δαίμονες που τον έσπρωχναν ασταμάτητα στην καταστροφή. Η τελευταία του έκκληση υπήρξε στο “Heart Attack” του “Thunder and Lightning”, όταν μάλλον ήταν πια πολύ αργά.

Το πιο φιλόδοξο μέρος του άλμπουμ είναι αναμφισβήτητα αυτό που το κλείνει , το ομότιτλο επικό έργο “Róisín Dubh (Black Rose): A Rock Legend”, που γράφτηκε από τον Gary Moore και τον Lynott σαν φόρος τιμής στην Ιρλανδία. Είναι μια μουσική οδύσσεια τεσσάρων μερών που συνδυάζει αυθεντικά hard rock μέρη με μια μίξη που ενσωματώνει παραδοσιακά ιρλανδικά τραγούδια, όπως το “Shenandoah” και το “Danny Boy”. Οι στίχοι του τραγουδιού αναφέρουν επίσης γνωστούς καλλιτέχνες ιρλανδικής καταγωγής όπως ο William Butler Yeats, ο Van Morrison που αναφέρεται στις λέξεις “But Van is the man”, ο Oscar Wilde που λαμβάνει μια αναφορά στις λέξεις “And Oscar, he’s going Wilde “, ακόμα και ο ποδοσφαιριστής George Best που ήταν φιλαράκι του Lynott και συνοδοιπόρος του στο ποτό . Αυτό το τραγούδι επιλέχθηκε ως το καλύτερο ιρλανδικό ροκ τραγούδι όλων των εποχών, από το περιοδικό Rolling Stone.

Ο Visconti, στα δικά του απομνημονεύματα με τον τίτλο “ Bowie, Bolan & the Brooklyn Boy”, θεωρεί  ότι το άλμπουμ ξεπέρασε όλη τα περιχαρακώματα του rock ‘n’ roll που υπήρχαν  την εποχή της δημιουργίας του: “Ο Phil Lynott είχε ξεπεράσει τον εαυτό του γράφοντας ένα αληθινό κέλτικο rock opus, το επτάλεπτο Roison Dubh (Black Rose). Ήταν ένα μεγαλειώδες έργο, που απαιτούσε έντονη συγκέντρωση, και παρόλο που ο Gary Moore μπορούσε να παίξει όλα τα μέρη της κιθάρας μόνος του, ήταν συγκινητικό να τον βλέπεις να διδάσκει με κόπο στον Scott Gorham τα δεύτερα μέρη στις αρμονίες. Ακόμα κι έτσι, δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να ηχογραφηθεί το άλμπουμ, καθώς τα υπόλοιπα κομμάτια ήταν πιο παραδοσιακά Thin Lizzy τραγούδια”.

Στο βιβλίο “The Boys Are back In Town” του 2012, που γράφτηκε από τον Harry Doherty σε συνεργασία με τον Scott Gorham, τόσο ο Gary Moore όσο και ο Scott αναφέρουν το άλμπουμ σαν το δεύτερο αγαπημένο τους μετά το μυθικό “Jailbreak”. Και οι δυο συμφώνησαν πως έκαναν κάποια πολύ όμορφα πράγματα σαν συνεργάτες στο “Black Rose”. Το άλμπουμ καθιερώθηκε στις εκτιμήσεις όλων σαν ένα από τα πιο εκλεκτικά άλμπουμ της μακρόχρονης ιστορίας του. Η μουσική του ποιότητα, αισθητά ενισχυμένη από την παρουσία του Moore, το ανέβασε στο No. 2 των UK Charts, την πιο πετυχημένη τους επίδοση.

Για τον Lynott προσωπικά, το άλμπουμ αυτό κατέληξε να έχει μια συντριπτικά τραγική σημασία. Κάποια στιγμή του είχε προταθεί να υποδυθεί τον Hedrix σε μια βιογραφική ταινία, λόγω της εντυπωσιακής ομοιότητας προσώπου με τον θρυλικό κιθαρίστα. Δυστυχώς όμως οι ομοιότητες δεν περιορίστηκαν σε αυτό, και στις 4 Ιανουαρίου 1986 ο Phil πέθανε στο νοσοκομείο του Salisbury από σηψαιμία και πολλαπλή ανεπάρκεια οργάνων που προκλήθηκαν από τον εθισμό του στην ηρωίνη. Θάφτηκε στο νεκροταφείο του Saint Fintan στο Sutton στην Ιρλανδία, και το περίτεχνο, μουσικό, επικό του αφιέρωμα στη χώρα, έμεινε αιώνια χαραγμένο στην επιγραφή στο μνήμα του:

“PHILIP PARRIS LYNOTT

1949-1986.

Go dtuga Dia

suaimhneas da anam.

Roisin Dubh”.

Website
Facebook

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 949 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.