THE QUILL: “Wheel of Illusion”

ALBUM

Έχουν σπάσει ήδη το φράγμα των τριάντα χρόνων διαδρομής οι Σουηδοί heavy rockers από το Mönsterås. Αυτό σημαίνει πως είναι πολύ δύσκολο ως απίθανο να διαταραχτούν πια οι ισορροπίες της μάλλον σταθερής τους φήμης που αφορά έναν πολύ συγκεκριμένο αριθμό ακροατών. Ένα πράγμα όμως σίγουρα μένει σε όσους από εμάς παρακολουθήσαμε το ταξίδι τους: η απορία γιατί δεν τα κατάφεραν καλύτερα.

Οι The Quill λοιπόν, είναι ίσως οι πιο συνεπείς πρεσβευτές μιας απόπειρας να συνδεθεί η κλασική παράδοση του hard rock των 70’s με πιο νεωτεριστικές μεταλλάξεις του, όπως το stoner, το grunge, αλλά και το heavy rock των 90’s. Διατηρώντας μια υφολογική συνέπεια που εμφανώς λοξοκοίταζε προς τους μαυροφορεμένους άρχοντες του Birmingham, και συγκεκριμένα στην Ozzy-era, αλλά και στην ανατολίτικη, ψυχεδελική γοητεία των Led Zeppelin, οι The Quill φρόντισαν με στρατηγική επιμέλεια να εμπλουτίσουν την παράδοση με φρέσκα μπολιάσματα. Έτσι με θαρραλέες δόσεις του σκληρού ήχου των αρχών των 90’s, είτε μέσω του φρέσκου τότε stoner rock των Kyuss ή με την πιο ραδιοφωνική αντίληψη των Monster Magnet, ή και με το heavy grunge των Soundgarden, οι Σουηδοί ελίχθηκαν, διευρύνοντας το μονοπάτι τους.

Σήμερα πια, είμαστε αντιμέτωποι με το ενδέκατο στούντιο άλμπουμ τους, και το πρώτο ευπρόσδεκτο δώρο του είναι πως όλα όσα εγγυώνται πάντα με τη μουσική τους, βρίσκονται μέσα σε αυτό. Και για άλλη μια φορά θα αναρωτηθώ γιατί η μουσική τους πιθανά θα μείνει μεταξύ λίγων. Όσο και αν σε κάποια πτυχή της σκέψης μου θεωρώ πως αυτή η μοιρασμένη απόπειρα ισορροπίας ανάμεσα στο κλασικό και το νεότερο, ίσως τους κόστισε μια πιο συγκεκριμένη θέση και τάξη ακροατών, άλλο τόσο θεωρώ πως ο συνολικός τους ήχος είναι ελκυστικός για μεγάλες μερίδες του metal κοινού.

Το “Wheel of Illusion” μας συστήνεται αυτάρεσκα με το ομότιτλο άμεσο υπέροχο single, μια στιγμιαία συγκίνηση και αναπόφευκτη παγίδα για όσους νοσταλγούν την πρώτη περίοδο των Black Sabbath. Μαζί του μας ζεσταίνει ένας απόλυτα οργανικός ήχος που αναδεικνύει την μυθική σχέση των Σουηδών με τον ρυθμό και τους κάνει ακατανίκητους στα χωράφια του ευθυτενούς heavy rock. Η πολλά υποσχόμενη έναρξη υποστηρίζεται με την ίδια συνέπεια και στα εννέα τραγούδια του δίσκου, όμορφα φινιρισμένα ρυθμικά ταξίδια σκληρού ήχου με ένα υφέρπον blues πνεύμα. Η σταθερή γοητεία που ασκεί η ανατολίτική αύρα θα εμφανιστεί στην μπαλάντα “Rainmaker”, που υψώνει εκφραστικές κορυφές με τις εκρήξεις της. Με τα θέματα να είναι ενδοσκοπικά και να περιφέρονται γύρω από το αιώνια αίνιγμα της ζωής, το πνεύμα του hard rock που ταξιδεύει ανυπότακτο στις εποχές και τις εξελίξεις αναδύεται με αυτό τον θρίαμβο της διακριτικά vintage προσέγγισης.

Ξεχωριστό κεφάλαιο υποβολής αποτελεί το “Hawks & Hounds”, με το ψυχεδελικό, μυστικιστικό του σύρσιμο, με ένα σεβαστό φύσημα από το στοιχείο των Zeps στην καρδιά του. Ισχυρές αναθυμιάσεις του Vol. 4 αναδύονται στη μεγαλύτερη διάρκεια του σταθερά επίμονου “L.I.B.E.R.”, ενώ οι hard rockers από τη Νότια Σουηδία έχουν φυλάξει ένα δυνατό χαρτί για το τέλος. Η αλλόκοτα ψυχωμένη, εσχατολογική μελαγχολία του επικού “Wild Mustang” μεταφέρεται επιβλητικά και ανοίγεται σε ένα πονεμένο lead, που με το τελευταίο, παλλόμενο, οριακό του θέμα θα μας τραβήξει ως το τέλος.

Δεν αποτελεί πια και μεγάλη έκπληξη πως οι The Quill εμφανίζονται έτοιμοι, συνεπείς, εμπνευσμένοι, ουσιαστικοί και ηχητικά ώριμοι να υπερασπιστούν το πνεύμα της μουσικής που επέλεξαν να υπηρετούν πάνω από τριάντα χρόνια πριν. Σε μια εποχή που η vintage ευδαιμονία μοιάζει να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, θα ήταν υπέροχη συγκυρία να αποτελέσει άλλη μια έντιμη και ψυχωμένη προσφορά τους την αιχμή του δόρατος, προκαλώντας μια ετεροχρονισμένη απόδοση δικαιοσύνης.

Είδος: Hard rock/Heavy Metal
Εταιρεία: Metalville Records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 29 Μαρτίου 2024

Website
Facebook

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 877 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.