BRUCE SOORD: “Luminescence”

ALBUM

Νομίζω πως δύσκολα θα βρει κανείς έναν δημιουργό τόσο ευέλικτο και ευρηματικό μέσα στον ίδιο περιορισμένο χώρο ήχων και ειδών, σαν τον γεννημένο στη Βαυαρία συνθέτη, πολυμουσικό, παραγωγό και ερμηνευτή Bruce Soord. Μοιάζει σαν τον εμπνευσμένο τύπο που θα μπορούσε να εκμαιεύσει ένα πανέμορφο τραγούδι κάτω από τις πιο πιεστικές, περιοριστικές οδηγίες και όρους.

Και αναφέρομαι φυσικά στην τρίτη απόπειρα της ατομικής του έκφρασης, μακριά από το πολύτιμο και πληθωρικό όχημα των The Pineapple Thief των οποίων ηγείται τα τελευταία περίπου 25 χρόνια. Και είναι αυτονόητο, πως από τη στιγμή που οι Thief είναι κάτω από τον απόλυτο έλεγχό του, τα σημεία τομής με την μουσική της προσωπικής του διαδρομής είναι πολλά. Άλλωστε ο Soord παραμένει με μια αξιοθαύμαστη συνέπεια αυτός ο ευαίσθητος δημιουργός που θα βρεθεί πάντα στους ασκούς μιας έντονα ενδοσκοπικής μουσικής που θα βρει τη δική της διέξοδο με την απαράμιλλη ευαισθησία και ευγένεια που τον διακρίνει. Δεν εκτιμούμε και αγαπάμε βέβαια τον ηγέτη των Thief μόνο για την βαθιά εσωτερική συνθετική φλέβα του, αλλά για τη μαγική ικανότητα να γεννά υπέροχα τραγούδια με ψυχή, έντονο συναισθηματισμό και μια ιαματική μουσικότητα, ακόμα και με τα πιο λιτά μέσα.

Η λιτότητα και η σύντομη εύστοχη έκφραση είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του δίσκου που απλώνεται συνολικά σε 40 λεπτά και περιέχει δώδεκα τραγούδια. Έχουμε εμπεδώσει πια την αστείρευτη δημιουργικότητα του Soord όταν κινείται σε ακουστικές φόρμες. Είναι ένας από τους ελάχιστους που μπορεί να αποδεικνύεται τόσο εκλεκτικός, αποτελεσματικός και απόλυτα ευδιάκριτος σε τραγούδια με παρόμοια δεδομένα, συνθέσεις που αρέσκονται σε μια σχεδόν pop prog αισθητική. Έχοντας λοιπόν μια παρόμοια οπτική που αφήνει το άλμπουμ να απλώνεται στον ακροατή σαν ένα γαλήνιο χωράφι χωρίς αλλαγές στο ανάγλυφο, στοχεύει ξανά στη συνέπεια που έχει να ντύνει τα θέματά του με ισχυρούς συνθετικούς συσχετισμούς.

Το κεντρικό θέμα του “Luminescence” είναι η αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης. Αυτή η αναζήτηση μοιραία περνά μέσα από τις δυσκολίες μιας ξέφρενης ζωής στον σύγχρονο κόσμο, και οι σκέψεις γύρω από τους γρήγορους ρυθμούς της ζωής που έρχονται και από τους ρυθμούς των περιοδειών των μουσικών, κατευθύνουν αισθητά τις σκέψεις στο δίσκο. Το γεγονός πως ο Soord έχει συμπεριλάβει απόπειρες ηχογραφημένες σε διάφορες πόλης στη διάρκεια περιοδείας, φέρνουν άλλη μια ισχυρή και πραγματική διάσταση στο αποτέλεσμα. Μια σταθερά ακουστική προσέγγιση, στην οποία η κιθάρα του συνήθως οδηγεί την ξενάγηση, ενισχύεται από ήπιες αποσπασματικές χρήσεις ενός drum machine, κάποια διακριτικά ηλεκτρονικά στοιχεία, αλλά και τις καταλυτικές, πανέμορφες προσθήκες εγχόρδων από τον κατάλληλο άνθρωπο για τη δουλειά αυτή, που δεν είναι άλλος από τον Andrew Skeet των The Divine Comedy.

Έχω την αίσθηση πως η υφή του δίσκου, όσο περιφέρεται και βυθίζεται στην δύσκολη απόπειρα της συμφιλίωσης με τις ψυχοφθόρες καθημερινές ανησυχίες, φροντίζει να δημιουργήσει ένα ευγενικό ηχητικό αντίδοτο, μια γλυκιά άμυνα που ο καθένας μπορεί να επικαλεστεί μια μοναχική νύχτα, ή ένα δύσκολο χάραμα. Οι αντίστοιχοι υπαινιγμοί στους περισσότερους τίτλους αντανακλούν άμεσα μια πίστη και μια ζεστασιά, όπως στο εναρκτήριο “Dear Life” ή μετά στα “So Simple” και “Instant Flash of Light”, για να επιβεβαιωθούν απόλυτα στο λυρικό φινάλε του “Find Peace”.

Δεν προτίθεμαι να αντιμετωπίσω το νέο σόλο άλμπουμ του Soord σαν μια ενδιάμεση παρηγοριά και απασχόληση μέχρι το νέο άλμπουμ των Thief. Θα ήταν κατάφωρα άδικο. Αφήνοντας την οπτική του να σκαλίσει και τον δικό μου μικρόκοσμο, νιώθω με βεβαιότητα πως αυτό το καλάθι με τα όμορφα, ενδοσκοπικά τραγούδια είναι μιας πρώτης τάξης μέθοδος για μια πολυτελή ανακούφιση.

Είδος: Prog rock/Acoustic/Pop
Εταιρεία: Kscope
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 22 Σεπτεμβρίου 2023

Facebook: https://www.facebook.com/bsoord

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 945 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.