Articles – “Silence Is Also A Sound”: The SILENT HILL Music

ARTICLES

“Καλώς ορίσατε στο Silent Hill! Silent Hill, ένα ήσυχο, μικρό παραλίμνιο θέρετρο. Είναι χαρά μας να σας έχουμε εδώ. Ξεκλέψτε λίγο χρόνο από τα γεμάτο πρόγραμμά σας και απολαύστε ξεκούραστες διακοπές εδώ. Γραφικά, παλαιά σπιτάκια το ένα μετά το άλλο, ένα υπέροχο ορεινό τοπίο και μια λίμνη που αποκαλύπτει τις ομορφιές της με το πέρασμα της μέρας, από την ανατολή του ήλιου μέχρι το απόγευμα και τη δύση. Το Silent Hill θα σας συγκινήσει και θα σας γεμίσει με την αίσθηση βαθιάς γαλήνης. Ευχόμαστε ο χρόνος σας εδώ να είναι ευχάριστος και οι αναμνήσεις που θα δημιουργήσετε να κρατήσουν για πάντα.”

“Για πάντα”. Η φράση κλειδί για τη διαμονή στην κωμόπολη του Silent Hill, είτε την εποχή που ήταν δημοφιλής προορισμός τουριστών, είτε όταν το καταραμένο αυτό μέρος μετατράπηκε σε πόλη-φάντασμα, η οποία χάριζε σε αυτούς που την έβρισκαν “τυχαία” την νέμεση που τους άξιζε. Σε ένα τέτοιο μέρος, ο κάθε ήχος αλλά και η απουσία του, η ησυχία και η σιωπή, παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των ιστοριών που διαδραματίζονται εκεί. Ίσως τον σημαντικότερο.

Το 1996, στα κεντρικά γραφεία της video game εταιρείας Konami, που βρίσκεται στην Ginza του Tokyo, μια ομάδα developers με τρεις καλλιτέχνες επί κεφαλής, βαφτίστηκε “Team Silent” και  ξεκίνησε το δημιουργικό της ταξίδι σε έναν προορισμό που ονομάστηκε “Silent Hill” και που μας πρωτοσύστησε το Φεβρουάριο του 1999. Σε μια εποχή που τα zombies, οι δαίμονες, τα βαμπίρ και οι σκελετοί, τα τέρατα από την κόλαση και οι δαίμονες αλλά και το πιστολίδι, ήταν ο ορισμός του horror στο video gaming, ο χιτσκοκικός, ψυχολογικός τρόμος του Silent Hill ήταν πρωτόγνωρος. Το βαθύ σκοτάδι των ίδιων των πρωταγωνιστών, οι συμβολισμοί, ο σχεδιασμός των πλασμάτων που αντιπροσώπευαν τα συναισθήματα και τις τύψεις των χαρακτήρων και φυσικά, ο ήχος και η μουσική της σειράς των games, ήταν βασικοί λόγοι για να αλλάξει η gaming ζωή πολλών που λάτρεψαν τον “Σιωπηλό Λόφο” – μεταξύ αυτών και ο γράφων.

Υπέυθυνος για τα ηχοτοπία, τους θορύβους, τα τραγούδια και τους μουσικούς εφιάλτες του Silent Hill, ήταν ο Akira Yamaoka, ένας συνθέτης, πολυμουσικός και μουσικός παραγωγός που γεννήθηκε Niigata της Ιαπωνίας το 1968. Αν και οι σπουδές του στο Καλλιτεχνικό Κολλέγιο του Tokyo ήταν σχετικές με τη διακόσμιση εσωτερικών χώρων, ο νεαρός Akira επηρεάστηκε από την μουσική που άκουγε τότε, καλλιτέχνες όπως τους Japan και τους Visage και λάτρεψε την art pop/art rock αισθητική τους. Με τους Metallica, τους Depeche Mode, τον Angelo Badalamenti και τους Nine Inch Nails να ολοκληρώνουν την λίστα των αγαπημένων του μουσικών, δεν άργησε να ασχοληθεί και ο ίδιος με το αντικείμενο. Αυτοδίδακτος, με φάρο την ισορροπία της Μουσικής με τις υπόλοιπες Τέχνες και με διάθεση να ντύσει εικόνες ηχητικά, ο Akira προσλήφθηκε από την Konami πριν τελειώσει το 1993 και ξεκίνησε αμέσως με τα πρώτα του soundtracks: “Contra”, “Sparkster”, “Snatcher”.

Τον Σεπτέμβριο του 1996, το “Team Silent” απαρτίστηκε από άτομα που σκόπευαν να παραιτηθούν από την Konami, αφού απέτυχαν να ακολουθήσουν τις οδηγίες της εταιρείας για κάποιους εμπορικούς τίτλους που σχεδίαζε, αλλά ταυτόχρονα οι ίδιοι είχαν μερικές εμπνευσμένες ιδέες που η Konami δεν επέτρεπε να πραγματοποιηθούν. Έτσι, αυτή η ομάδα βρέθηκε μπροστά σε ένα project που η εταιρεία ήθελε να μοιάζει με Χολιγουντιανή ταινία, αλλά τα πράγματα δεν φαίνονταν να πηγαίνουν καλά. Τελικά, το Team αψήφησε οδηγίες και budget και έκανε αυτό που πίστευε πως θα συγκινήσει και θα τρομάξει ουσιαστικά τον κόσμο. Έτσι γεννήθηκε το “Silent Hill”.

Το soundtrack του Akira Yamaoka, ήταν ιδιαίτερο και πρωτόγνωρο για τα δεδομένα, όπως ακριβώς και τα υπόλοιπα στοιχεία του game. Ο Akira έκανε πράξη το όραμά του για την απόλυτη ισορροπία ατμόσφαιρας και τρισδιάστατης απόδοσης της εικόνας σε ήχους. Η μουσική του δεν συνόδευε απλά τα δρώμενα του gameplay, αλλά πολλές φορές πρωταγωνιστούσε στο σκοτάδι και τον περιορισμό των pixels και δημιουργούσε ακόμα περισσότερες εικόνες στην φαντασία του gamer.

Δεν υπάρχει άνθρωπος που άκουσε το θέμα του “Silent Hill” στο opening sequence του παιχνιδιού και να μην ανατρίχιασε, να μην έκανε restart 5-6 φορές ακόμα για να το απολαύσει και τέλος, να μην το θυμάται για το υπόλοιπο της ζωής του, νιώθοντας εκείνα τα ρίγη κάθε φορά που ο ήχος του μαντολίνου καταλαμβάνει τα ηχεία: ο Akira κατάφερε να δημιουργήσει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά, εμβληματικά opening themes όλων των εποχών, με μια μελαγχολική trip-hop αισθητική και ένα άγγιγμα Badalamenti από ταινία του David Lynch που φαινομενικά, δεν ταιριάζει σε horror game, αλλά τελικά δένει τόσο ιδανικά ψυχολογικά, όσο δεν θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.

Το μεγαλύτερο μέρος του Silent Hill score, κινείται σε σκοτεινούς industrial ambient δρόμους: τα “Devil Lyric”, “Killed By Death”, “My Heaven”, “Die” και “All”, δεν ακούγονται με κλειστά φώτα στο απόλυτο σκοτάδι, εκτός και αν ο ακροατής πειραματίζεται με τις καρδιακές του λειτουργίες. Εξαιρετικά δείγματα σκότους και τρόμου που θα ζήλευαν πολλοί ambient/industrial καλλιτέχνες του δυτικού κόσμου. Από την άλλη, ο Akira αποδίδει υπέροχα την μελαγχολία και τη θλίψη, πράγμα που καταφέρνει καθηλωτικά σε θέματα όπως τα “Not Tomorrow” και “Tears Of…”, ενώ δεν διστάζει να γίνει πιο chill-out έστω και σε αυτό το μακάβριο περιβάλλον με το “Clawfinger” και το “Killing Time”. Αυτό το soundtrack έγινε η πρώτη απόδειξη πως οι λέξεις “Silent Hill” είναι απόλυτα συνυφασμένες με το όνομα του συνθέτη του.

Τον Σεπτέμβριο του 2001, ένα “Team Silent” που διατηρεί το όνομα και την ποιότητα του πρώτου αλλά δεν είναι ακριβώς το ίδιο σε σύνθεση, φέρνει στον κόσμο μια ιστορική στιγμή, ένα game που θα έπρεπε να είναι διδακτέα ύλη στα σχολεία, το μόνο volume της σειράς που έχει λάβει τόσο διθυραμβικές κριτικές – και όχι αδίκως: το “Silent Hill 2” μεταφέρει το ψυχολογικό τρόμο του original σε άλλα επίπεδα, από graphics και αισθητική, μέχρι ατμόσφαιρα, σενάριο, εκφραστικότητα και φυσικά, μουσική και ήχο. Εδώ ο Akira εστιάζει ακόμα περισσότερο στην ατμόσφαιρα, μειώνοντας αισθητά την επιθετικότητα του dark industrial (“Ashes And Ghost”, “The Darkness That Lurks In Our Minds”, “Black Fairy”), εξερευνώντας ταυτόχρονα την μελαγχολική του ambient (“Forest”, “A World Of Madness”, “Ordinary Vanity”, “The Day Of Night”) με ένα ηχόχρωμα πιο σκούρο, πιο εσωτερικό, ακόμα πιο θλιμμένο και αποτελειωτικό, ακριβώς όπως και ο ψυχισμός των χαρακτήρων του game. Εκτός από το trip-hop/chill-out που δεν λείπει από την δεύτερη επίσκεψη στην καταραμένη πόλη (“Alone In The Town”, “Heaven’s Night”, “The Reverse Will”), ο συνθέτης χρησιμοποιεί για πρώτη φορά στην μουσική του πιο άμεσα rock θέματα, όπως το opening theme “Theme Of Laura”, το άτυπα βασικό theme “Promise” και endings “Overdose Illusion” και “Love Psalm” δημιουργώντας έτσι έναν πιο προσωπικό ήχο με τις κιθάρες του, industrial της λογικής των Nine Inch Nails που τόσο λατρεύει (“Terror In The Depths Of The Fog”), metal για να αποδώσει το φόρο τιμής του στους αγαπημένους του Metallica (“Angel’s Thanatos”) αλλά και κινηματογραφικά, πιανιστικά ιντερλούδια (τo reprise του “Promise” αλλά και του “Theme Of Laura”, “Magdalene”, “Laura Plays The Piano”). O Akira αψηφά μουσικές ταμπέλες και όρια, ρισκάρει και εξελίσσεται, δημιουργώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα OST στην ιστορία του video gaming.

Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, το Team επιστρέφει με το “Silent Hill 3”, δίνοντας μια απίστευτη συνέχεια στην ιστορία του πρώτου (το “Silent Hill 2” ήταν και παραμένει αυτοτελές). Αυτή τη φορά, ο Yamaoka συνεργάζεται με την Αμερικανίδα voice actress και τραγουδίστρια Mary Elizabeth McGlynn (επίσης γνωστή και με το όνομα Melissa Williamson), αλλά και τον drummer, βαρύτονο τραγουδιστή, voice actor και ηχολήπτη Joe Romersa. Για πρώτη φορά στην ιστορία των SH soundtracks, ο Akira ενσωματώνει κανονικά τραγούδια με φωνητικά, όπως το rock opening “You’re Not Here”, τους συγκινητικούς trip-hop ύμνους “Letter – From The Lost Days” και “I Want Love” τα οποία τραγουδά η μούσα του McGlynn, το μοναδικό σε ατμόσφαιρα ending “Hometown” (που ξεκινά ακριβώς το ίδιο με το “Silent Hill Theme” του πρώτου game) όπου ερμηνεύει επιβλητικά ο Romersa και δύο a capella θέματα “Lost Carol” και “Prayer” τα οποία είναι απαράμιλλα στην σκοτεινή τους ατμόσφαιρα. Πέρα αυτών, μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά instrumentals του Akira βρίσκονται στο SH3, αυτή τη φορά με πιο trip-hop/chill-out λογική, παντρεμένη με την ambient, παρά με το industrial: “Breeze – In Monochrome Night”, “Please Love Me…Once More”, “Innocent Moon”, “Memory Of The Waters”.  Ένα ακόμα μαγικό soundtrack στην σειρά, με τον συνθέτη να πρωτοτυπεί και πάλι, χωρίς όμως να χάνει το όραμα της ισορροπίας του ήχου σε σχέση με το ρόλο του προς το σενάριο και την εικόνα.

Κατά την διάρκεια της δημιουργίας του “Silent Hill 3”, το Team Silent δούλευε πάνω σε μια ιδέα που για αρκετό χρονικό διάστημα, είχε απλά τον τίτλο “Room 302”. Λόγω του ότι δεν διαδραματιζόταν στην πόλη του Silent Hill αλλά σε ένα διαμέρισμα στο Ashfield και αλλάζοντας την λογική του τρίτου προσώπου του gameplay των προηγούμενων τριών παιχνιδιών, δίνοντας μια εναλλαγή μεταξύ φρέσκου third person perspective και first person, το project του Team έμοιαζε περισσότερο με spin-off. Τελικά, το καλοκαίρι του 2004, το game κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Silent Hill 4: The Room”, δίνοντας του επίσημα την τέταρτη θέση στην canon σειρά του franchise. Η μουσική του Akira ακολουθεί το πνεύμα του “Silent Hill 3”, με την Mary Elizabeth McGlynn να τραγουδά στο εμβληματικό κυρίως θέμα “Room Of Angel” και τα δύο rock anthems “Waiting For You – Live At Heaven’s Night” και “Tender Sugar”, ενώ ο Romersa ανέλαβε το σκοτεινό, doom έπος “Cradel Of Forest”. Για μια ακόμα φορά, η ηλεκτρονική ambient προσέγγιση του υπόλοιπου score δεν απογοητεύει – αντιθέτως, για πρώτη φορά στην σειρά, ο ήχος έχει περισσότερο ενδιαφέρον από το ίδιο το game, αφού με τις αλλαγές στο gameplay και το σενάριο, το “Silent Hill 4” υστερεί σε σχέση με τα τρία προηγούμενα games.

Το 2006, η ανακοίνωση για το επόμενο Silent Hill και την ανάπτυξή του από team της Climax Group στο Los Angeles, πάγωσε τους σκληροπυρηνικούς fans. Κάθε εκδοχή του Team Silent φαίνεται να μην υπάρχει πια και ο μόνος Ιάπωνας στην νέα, αμερικάνικη ομάδα είναι ο Akira Yamaoka που για μια ακόμα φορά, ανέλαβε να ντύσει ηχητικά το “Silent Hill: Origins” το 2007, με το soundtrack “Silent Hill Zero” να κυκλοφορεί αυτόνομα σχεδόν ένα χρόνο μετά. Λόγω της prequel στο original λογικής του “Origins”, ο Akira προσπάθησε να αποτυπώσει ατμόσφαιρα παρόμοια με αυτή του πρώτου παιχνιδιού, επαναφέροντας μια πιο creepy ambient/industrial αίσθηση, όπως είχε κάνει πολύ επιτυχημένα το 1999. Μαζί με αυτά τα μουσικά θέματα (“Not Tomorrow 3”, “King Of Adiemus”, “Insecticide”, “Raw Power”, μεταξύ αλλων), φρόντισε να υπάρχουν και τέσσερα τραγούδια με τα φωνητικά της Mary Elizabeth McGlynn (“Shot Down In Flames”, “O.R.T.”, “Blow Back” και “Hole In The Sky”) και τους στίχους του Joe Romersa, αφού η συνεργασία των τριών είχε ευδοκιμήσει και συνεχιζόνταν κανονικά.

Αυτό που δεν συνεχιζόταν πλέον κανονικά, ήταν όλα τα στοιχεία που έκαναν το Silent Hill τόσο ιδιαίτερο και ξεχωριστό για όλους εμάς – πλην της μουσικής. Το Team Silent αποτελούσε παρελθόν με κάθε ανακοίνωση νέου παιχνιδιού της σειράς και έτσι, το “Silent Hill: Homecoming” που κυκλοφόρησε το 2008 ως πρώτο SH game για το PlayStation 3 και είχε για μια ακόμα φορά Αμερικανούς developers, ήταν μια μεγάλη απογοήτευση για τους περισσότερους λάτρεις της αυθεντικής τριλογίας. Ο μόνος που δεν παράτησε ακόμα το “παιδί” του, από το αυθεντικό Team Silent, ήταν ο Akira Yamaoka ο οποίος έγραψε κάθε ήχο και τραγούδι και αυτή τη φορά. Με τη βοήθεια της McGlynn μετά από την επιτυχημένη συνεργασία της τελευταίας πενταετίας, έγραψε τέσσερα υπέροχα τραγούδια, τα δύο στο rock, σχεδόν μεταλλικό ύφος των τελευταίων ετών (“One More Soul To The Call”, “This Sacred Line”), ένα electro θέμα για τον πρωταγωνιστή Alex (“Theme Of Alex”) και ένα αριστουργηματικό trip-hop ύμνο για την Elle (“Theme Of Elle”) στα χνάρια του “Silent Hill 3”, ο συνθέτης μας προσφέρει ένα από τα καλύτερά του scores (και σίγουρα ένα από τα δικά μου, προσωπικά αγαπημένα), παρά το απογοητευτικό gameplay (το οποίο μου έδωσε την ευκαιρία να σταματώ για ώρες να παίζω, ώστε να απολαμβάνω απλά την μουσική που έπαιζε on loop), με μερικά απίστευτα θέματα: “Witchcraft”, “Cold Blood”, “The Terminal Show”, “Snow Flower”.

Η μια αποτυχία διαδέχεται την άλλη, όσο αφορά στο story & developing κάθε νέου παιχνιδιού της σειράς – ούτε η Ευρώπη δεν μπόρεσε να σώσει την κατάσταση. Το “Silent Hill: Shattered Memories” του 2009 (για το Ninendo Wii και ένα χρόνο μετά για τα PlayStation 2 & PSP), της Climax Studios, ήταν θεωρητικά ένα re-imagination του πρώτου “Silent Hill”, δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το οποίο όμως πέρα από τις καινοτομίες του gameplay του (λόγω του Wiimote), πέρασε και δεν ακούμπησε. Ο Akira πάντως δεν πτοήθηκε και για μια ακόμα φορά έγραψε την μουσική και τους ήχους, δίνοντας την πιο ωμή, dark ambient ατμόσφαιρα που χρειαζόταν ένα “remake” του original SH (όσο αποτυχημένο και αν ήταν). Η μουσική του είναι που συνεχίζει και δίνει δύναμη στους fans να το παλεύουν ακόμα με την σειρά, η οποία ξεκίνησε σαν το σύμβολο του ψυχολογικού survival horror αλλά πια, όχι στα χέρια της Ιαπωνικής ομάδας που το δημιούργησε, μοιάζει περισσότερο με μια μπερδεμένη σκιά του εαυτού της. Η συνεργασία του Yamaoka με την μούσα του McGlynn συνεχίζεται ακάθεκτη και τραγούδια όπως το “Acceptance” και το “Hell Frozen Rain” είναι αποτέλεσμα αυτής της εμπνευσμένης σύμπραξης.

Το τελευταίο canon SH game που κατάφερε να δει το φως της μέρας, ήταν το “Silent Hill: Downpour” που ανέλαβε να φέρει εις πέρας ο Tomm Hulett με developers την τσεχική Vatra Games, το 2012. Δυστυχώς, ούτε το όγδοο παιχνίδι της σειράς, ούτε το remastering με νέο voice acting στα Silent Hill 2 & 3 αλλά ούτε και ένα spin-off game με τίτλο “Silent Hill: Book Of Memories” (για το τότε νέο PlayStation Vita) που όλα κυκλοφόρησαν εκείνη τη χρονιά, δεν κατάφεραν να συγκινήσουν τους fans (μάλλον κατάφεραν να κερδίσουν το αντίθετο, την οργή τους) ούτε να αναστήσουν το franchise, με αποτέλεσμα το επόμενο, ένατο “Silent Hills” να μην κυκλοφορήσει ποτέ η Konami να κλείσει τον SH κύκλο πριν το 2016. Στο “Downpour” δεν κατάφερε να παραμείνει ούτε ο Akira Yamaoka, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον κανένα αρχικό μέλος του Team Silent στην ομάδα παραγωγής. Την μουσική και τους ήχους αυτή τη φορά, ανέλαβε ο Daniel Licht από την California, γνωστός για soundtracks σε ταινίες όπως τα “Hellraiser: Bloodline”, “Children Of The Corn III” και “Thinner”, όπως και της τηλεοπτικής σειράς “Dexter”. Ο συνθέτης μελέτησε πολύ καλά τα scores του Yamaoka και έγραψε ένα πολύ έντονο συγκινησιακά opening theme (“Intro/Perk Walk”) με βασικό έγχορδο το μαντολίνο, ως φόρο τιμής στο αέναο θέμα του original, όπως και φωνητικά από την Mary Elizabeth McGlynn με την οποία συνέχισε την συνεργασία που είχε ξεκινήσει σχεδόν μια δεκαετία πριν ο Yamaoka. Το συνολικό score ήταν αξιοπρεπέστατο και συνόδευε περισσότερο από ιδανικά την εικόνα, αφού ο Licht είναι ένας μεγάλος συνθέτης που έβαλε την προσωπική του πινελιά στους ήχους και την μουσική, αλλά σεβάστηκε και την βαριά κληρονομιά του Akira. Το μόνο τραγούδι με στίχους που θα ήταν και το βασικό θέμα του “Downpour”, είναι το “Silent Hill” που έγραψε ο Jonathan Davis των KoЯn, τραγούδι που δεν ακούστηκε ποτέ κατά τη διάρκεια του gameplay – και που μάλιστα, μια ομάδα σκληροπυρηνικών SH fans έκανε petition για να αφαιρεθεί πλήρως από το soundtrack.

Μετά από το ογκώδες promotion με τα games και τα remasters του 2012, όπως και το P.T. (Playable Teaser) για το “Silent Hills” το 2014, το οποίο δεν κυκλοφόρησε ποτέ, ήρθε η απόλυτη σιωπή για την ήσυχη και συνάμα σκοτεινή Πόλη που κάποιοι από εμάς, αγαπήσαμε παράφορα και θα λατρεύουμε για πάντα, αφού μια “σιωπηλή” ομάδα από την Ιαπωνία πέρασε στην ιστορία με αυτή. Η σιωπή όμως, είναι και αυτή ένας ήχος, όπως πολύ εύστοχα είχε πει ο άνθρωπος που γέννησε κάθε ήχο και κάθε σιωπή, στην απόκοσμη φύση του Silent Hill. Και ο Akira ξέρει την Πόλη του καλύτερα από όλους μας.

Πηγές:
“Making Of Silent Hill 2” DVD
Silent Hill Wiki
Wikipedia

72
Avatar photo
About Σπύρος Χονδρογιάννης 35 Articles
Γεννημένος στην Αθήνα την χρονιά που οι Rush κυκλοφόρησαν δύο albums, αλλά και που ο Alice Cooper μας καλωσόρισε στον εφιάλτη του, δεν πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να λατρέψει τους Sabbath του Dio και του Tony Martin, τους Fates Warning και τους Sanctuary, τους Candlemass και τους Crimson Glory. 15 χρόνια μετά, τον συνεπήρε η ποίηση των The Mission, Fields Of The Nephilim, And Also The Trees και Nosferatu, ενώ ο απόλυτος συνδυασμός μελωδίας και μαυρίλας του συστήθηκε με φρέσκους, τότε, ήχους των Paradise Lost, My Dying Bride, Anathema, Elend και Katatonia. Ολοκληρώθηκε μόλις ανακάλυψε την μαγεία του David Bowie, του Scott Walker, του Neil Hannon και του Jarvis Cocker αλλά και του J-Rock/Visual Kei πολύχρωμου κόσμου πριν πατήσει τα πρώτα -άντα του. ‘Οταν δεν ασχολείται με τα εξαναγκαστικά βιοποριστικά που ποσώς τον ενδιαφέρουν, κρατάει τα drum sticks του και νιώθει λίγο σαν τους ήρωες του, Neil Peart και Mark Zonder, ενώ ο υπόλοιπος ελεύθερος χρόνος του είναι και πάλι μουσική, μουσική, μουσική - και κινηματογράφος, καθώς τον σπούδασε, όπως και videogaming, γιατί το ιδανικό μέρος να ζει κανείς είναι ξεκάθαρα το Silent Hill, όλοι το ξέρουν αυτό.