NIGHTMARE: “Nox:Lux”

ALBUM

Αν αναρωτηθείς πριν καν ξεκινήσεις να διαβάζεις αυτό το review τι εστί J-Rock ή Visual Kei, θα σου απαντήσω πως κάτω από την ομπρέλα της έννοιας Japanese Rock (J-Rock) βρίσκεται ένα πολύ μεγάλο εύρος ιδιωμάτων, από το pop rock μέχρι το progressive rock και από το melodic metal μέχρι το nu-metal, με δύο μόνο κοινά χαρακτηριστικά να τα ενώνει: η καταγωγή των καλλιτεχνών (Ιαπωνία, ντε) και το εκκεντρικό look τους (Visual Kei = Οπτικό Στιλ). Ακριβώς λόγω της ιδιαιτερότητας του ήχου αλλά και της γλώσσας, τα albums των Visual Kei καλλιτεχνών δεν βρήκα ποτέ τον δρόμο της διανομής προς την Ελλάδα, όπως άλλωστε και σε αρκετές ακόμα χώρες του δυτικού κόσμου.

Αν ρωτήσεις τι είναι για μένα το J-Rock / Visual Kei, είναι η μουσική μου σωτηρία όταν είχα κουραστεί πραγματικά με τις περισσότερες (δυτικές) μπάντες και ήχους που αγαπώ, πριν περίπου 20 χρόνια. Και ενώ το VK το είχα ακουστά, όπως και τους μπαμπάδες του, τους X-Japan, πριν τα μέσα των ‘90s, η ενασχόλησή μου με τον ήχο του ξεκίνησε δυναμικά τότε.

Μια από τις μπάντες που ξεχώρισαν στον χώρο για την δεκαετία των ‘00s, ήταν σίγουρα οι Nightmare από το Σεντάι. Η νοσταλγία στο μελωδικό rock/metal τους ήταν έντονη από το ντεμπούτο τους “Ultimate Circus” (2003), θυμίζοντας χαρακτηριστικά τους φυσικούς αυτουργούς του VK: X-Japan, Luna Sea και Dead End.

Σχεδόν 20 χρόνια και δέκα albums αργότερα, η παρέα των Yomi, Sakito, Hitsugi, Ni-Ya και Ruka, επιστρέφουν με το “Nox:Lux” για να θυμίσουν ότι το VK is not dead αλλά και ότι ο χρόνος μπορεί να παγώσει σε πολύ πιο όμορφες εποχές από τις σημερινές, αν η τέχνη θελήσει να δημιουργήσει τίμια, γλυκιά νοσταλγία.

 Το “Nox:Lux” λοιπόν, είναι ένα αξιοπρεπέστατο δείγμα old-school VK γραφής, με τον χαρακτηριστικό ήχο των Nightmare που πάντα ακροβατεί ανάμεσα στις δυνατές, σχεδόν μεταλλικές κιθάρες και τα πλήκτρα που χτίζουν σχεδόν νεοκλασσική ατμόσφαιρα – και φυσικά, την φωνάρα του Yomi, η οποία παραμένει αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου.

Κανένα album των Nightmare δεν ήταν δεκάρι, αλλά πάντα έβρισκες κομματάρες σε αυτά. Το “Nox:Lux” δεν αποτελεί εξαίρεση, με ένα “Cry For The Moon” έτοιμο να χρησιμοποιηθεί ως opening σε anime (όπως τότε με το “The WORLD” που άνοιγε το “Death Note”), ένα true classic. Στα ίδια επίπεδα έπους και το “Legoris No Bohyou” αλλά και το “Deadass”, με τα πιο σκληρά riffs του album και ένα πιάνο από άλλον πλανήτη.

Με διαφορά όμως λάτρεψα το “Last Note”, ένα γλυκόπικρο, νυχτερινό, μελαγχολικό διαμάντι που συναντά προηγούμενους πολύτιμους λίθους της μπάντας, όπως τα “Alumina”, “Lost In Blue” και “Melody” – μελωδίες που χτυπούν όλες τις ευαίσθητες χορδές με την μια και εξασφαλίζουν μερικά ανεπανόρθωτα χτυπήματα στο “repeat” κουμπί της συσκευής ήχου σου.

Μπορεί η γενιά J-Rock του 2015 και μετά να μην έχει το επίπεδο, την ποιότητα και τις συνθέσεις όλων των προηγούμενων ετών και δεκαετιών και το VK να δείχνει πως μάλλον φθίνει, όμως όσο υπάρχουν οι γίγαντες του είδους από τις χρυσές εποχές (Luna Sea, Buck-Tick, X-Japan, The Gazette, Girugamesh) και κυκλοφορούν νέες δουλειές (έστω και μετά από χρόνια hiatus), όχι απλά υπάρχει ελπίδα, αλλά γίνονται και θαύματα.

Είδος: J-Rock / Visual Kei
Δισκογραφική: littleHEARTS.Music / Happinet Media Marketing
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 16 Μαρτίου 2022

Nightmare official YouTube channel: https://www.youtube.com/c/NIGHTMAREOFFICIALCHANNEL

753
Avatar photo
About Σπύρος Χονδρογιάννης 35 Articles
Γεννημένος στην Αθήνα την χρονιά που οι Rush κυκλοφόρησαν δύο albums, αλλά και που ο Alice Cooper μας καλωσόρισε στον εφιάλτη του, δεν πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να λατρέψει τους Sabbath του Dio και του Tony Martin, τους Fates Warning και τους Sanctuary, τους Candlemass και τους Crimson Glory. 15 χρόνια μετά, τον συνεπήρε η ποίηση των The Mission, Fields Of The Nephilim, And Also The Trees και Nosferatu, ενώ ο απόλυτος συνδυασμός μελωδίας και μαυρίλας του συστήθηκε με φρέσκους, τότε, ήχους των Paradise Lost, My Dying Bride, Anathema, Elend και Katatonia. Ολοκληρώθηκε μόλις ανακάλυψε την μαγεία του David Bowie, του Scott Walker, του Neil Hannon και του Jarvis Cocker αλλά και του J-Rock/Visual Kei πολύχρωμου κόσμου πριν πατήσει τα πρώτα -άντα του. ‘Οταν δεν ασχολείται με τα εξαναγκαστικά βιοποριστικά που ποσώς τον ενδιαφέρουν, κρατάει τα drum sticks του και νιώθει λίγο σαν τους ήρωες του, Neil Peart και Mark Zonder, ενώ ο υπόλοιπος ελεύθερος χρόνος του είναι και πάλι μουσική, μουσική, μουσική - και κινηματογράφος, καθώς τον σπούδασε, όπως και videogaming, γιατί το ιδανικό μέρος να ζει κανείς είναι ξεκάθαρα το Silent Hill, όλοι το ξέρουν αυτό.