MUDDY WATERS: “Electric Mud”

ALBUM TRIBUTES

Ο ίδιος ο δημιουργός του το αποποιήθηκε, οι κριτικοί της εποχής το αποκήρυξαν, το κοινό έδειξε μια μέτρια συμπάθεια, εντούτοις, σε βάθος 54 ετών το “Electric Mud”, η 5η προσωπική δουλειά του Muddy Waters, αποτελεί ένα πρωτοποριακό album για την εποχή του, που επηρέασε βαθύτατα τους μουσικούς του καιρού του, μεταγενέστερες γενεές και συνεχίζει να εμπνέει και να θεωρείται για πολλούς σημείο αναφοράς.

Είμαστε λοιπόν, στα τέλη της δεκαετίας του 60, 1968 πιο συγκεκριμένα. Τη δεδομένη περίοδο, τα blues βρίσκονταν σε πτώση, κι είχαν ήδη αρχίσει να τα αποκαλούν «μουσική για γέρους» στις Η.Π.Α, η ψυχεδέλεια, το rock ‘n’ roll και η soul είχαν τη μερίδα του λέοντος στην αμερικάνικη αγορά, η «βρετανική εισβολή» ήταν πλέον γεγονός και ο πιο σκληρός ηλεκτρικός ήχος αναπτυσσόταν ραγδαία.

H Chess Records, ο διάδοχος της Aristocrats Records, ιδρύθηκε το 1950 στο Σικάγο, από Πολωνούς μετανάστες, τ’ αδέρφια Lejzor και Fiszel Czyz (ή μετά την αμερικανοποίηση των ονοματεπωνύμων τους, Leonard και Phil Chess) όπου με τη σύμπραξη του Evelyn Aron έστησαν μια εταιρία σταθμό για τα blues, τη soul και το rock ‘n’ roll. Τα ονόματα που πέρασαν και ηχογράφησαν κάτω από αυτό το θρυλικό label προκαλούν ίλιγγο: Howlin’ Wolf, Koko Taylor, Buddy Guy, Chuck Berry, Etta James, Little Walter Willie Dixon κλπ. Όμως το πιο λαμπρό διαμάντι στέμμα της Chess ήταν ο βασιλιάς των blues του Σικάγο, ο ένας και μοναδικός Muddy Waters, ο οποίος παρέμεινε ο πιο πιστός της στρατιώτης μέχρι τη διάλυσή της το 1975, διατηρώντας μια αδερφική σχέση με τον Phil, παρά τις δελεαστικές προτάσεις που είχε από μεγάλες εταιρίες.Από τα μέσα της δεκαετίας του 60, η Chess μετονομάστηκε σε Cadet Records και προσπάθησε να κάνει ένα rebranding, με τον Marshall Chess, το γιο του Leonard, ν’ αναλαμβάνει τα ινία σ’ αυτό το εγχείρημα σε ηλικία μόλις 26 ετών. Η αναζωογόνηση των blues θα γίνονταν, μέσω του πατριάρχη τους, τον McKinley Morganfield, «κατά κόσμον» Muddy Waters. Το σχέδιο είχε δύο στάδια.

Σε πρώτο πλάνο, ο Marshall προσπάθησε να μυήσει τον Waters σε νέα ηχοτοπία και τον «έσυρε» σε κάθε σημείο του Chicago που γίνονταν κάποιο live, πρόβα ή παρουσίαση για μήνες ολόκληρους. Σε δεύτερο χρόνο έγινε η επιλογή των τραγουδιών και σχεδόν ταυτόχρονα οι πρόβες, με το σχήμα που επέλεξε ο νεαρός οραματιστής. Επρόκειτο για υπεταλαντούχους μουσικούς: Gene Barge (τενόρο σαξόφωνο), Pete Cosey (κιθάρα), Roland Faulkner (κιθάρα), Morris Jennings (τύμπανα), Louis Satterfield (μπάσο), Charles Stepney (πλήκτρα) και Phil Upchurch (κιθάρα). Μιλάμε για παιχταράδες session μουσικούς με τεράστια μετέπειτα καριέρα, οι οποίοι αποτελούσαν την avant garde της jazz rock σκηνής του Σικάγο, ώστε να μπορέσουν να πλαισιώσουν το θρύλο των blues σ’ ένα απόλυτο ψυχεδελικό πείραμα. Ως εσωτερικό αστείο αυτό-αποκαλούσαν την ομάδα τους, ως “The Electric Niggers” (αν κι οι περισσότεροι ήταν μέλη των Rotary Connection).

Το αποτέλεσμα; ΙΣΟ-ΠΕ-ΔΩ-ΤΙ-ΚΟ! 8 ηλεκτρισμένες διασκευές που ακόμα και σήμερα ακούγονται ως πρωτοποριακές, πόσο μάλλον για την εποχή που είχε συνδέθει ο Waters μ’ ένα διαφορετικό ύφος· στιβαρό, μετρημένο, αγέρωχο, pure blues. Κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά του δεν είχαν αλλοιωθεί, τίποτα δεν επηρέασε το ύφος – την ταυτότητά του που κυριαρχούσε και δονούσε όλο το album, όμως μεταλαμπάδευσε το blues στο νέο ήχο, ανυψώνοντας τον για άλλη μια φορά. Ο άνθρωπος που άλλαξε την πορεία της μουσικής, συστήνοντας τα ηλεκτρικά blues στην υφήλιο, ακολούθησε αντίθετη πορεία, επιχειρώντας να εντρυφήσει στην εξέλιξη της μουσικής που άφησε ως παρακαταθήκη. Είναι ένα πόνημα σα τα σύγχρονα remixes («πειραγμένα» τραγούδια) σύγχρονων καλλιτεχνών σε παλιότερες συνθέσεις δημιουργών, αλλά εδώ με τη συμμετοχή του ίδιου του δημιουργού. Ένα πράγμα σα να λέμε: «έλα παππού μου, να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου».

Σαφέστατα και πρόκειται για ένα jamming album με όλο το σχήμα να συμμετέχει με το όλο το είναι του και τον ίδιο το Muddy Waters να φαίνεται ότι τα δίνει όλα, σα σωστός επαγγελματίας, αλλά και ταυτόχρονα η αίσθηση ότι «πιστεύει» στο εγχείρημα είναι διάχυτη. Με το που πατάς το play ή άφήνεις τη βελόνα να πέσει στο βινύλιο το καλωσόρισμα με το “I Just Want to Make Love to You” είναι ικανό να σε σύρει στη σκοτεινή πλευρά της ψυχεδέλειας του Σικάγο και τη λάσπη των blues του Μισισιπή. Πριν μπει ο Waters με την εμβληματική φωνάρα του, αρχίζει ένας ασυγκράτητος οίστρος από κιθάρες που δεν περνά ούτε μισό δευτερόλεπτο που να μη σου ταράξουν το μυαλό, ένα organ να βγάζει φωτιές και τα τύμπανα να εκρήγνυνται σε κάθε μέτρο. Επανασυστήνουν το κομμάτι το οποίο δεν είναι αγνώριστο, αλλά έχει απεμπολήσει την αρχική του απλότητα από το 1954.

Το θρυλικό “I’m Your Hoochie Coochie Man” υφίσταται κάποιο είδος μετεμψύχωσης, καθώς η ενορχήστρωση βασίζεται σε free jazz μοτίβα, ενώ η υπερέκθεση στα ενθουσιώδη wah-wah το απογειώνουν, με τη στιβαρή και αγέρωχη φωνή του Muddy να έχει τον πρώτο και τον πλέον εξέχοντα ρόλο. Κι αφού πειράξαμε τα δικά μας, πάμε τώρα να διασκευάσουμε αυτά που δημιούργησαν οι μαθητές μας (Mick Jagger/Keith Richards), πάνω σ’ ένα ύφος που θα γούσταραν οι Cream (θυμίζει στο μέσο περίπου το “Sunshine of Your Love”) και θα ερωτοτροπούσαν οι Zeppelin, με τις fuzz κιθάρες να μας τρυπάνε ως το μεδούλι, ντυμένο με gospel-soul στολίδια. Διδαχή στο πως γίνεται μια διασκευή, αγνώριστη κι αναγνωρίσιμη.

Πέρα από τα πιασάρικα που προηγήθηκαν στο μέσο πλέον της ακρόασης τ’ αυτάκια μας προσπαθούν να διαχειριστούν στη συνέχεια, ένα πραγματικό ηχητικό μεγαθήριο· το “She’s Alright”. Ένα 7λεπτο jam riffing της σύνθεσης του Waters από το 1953, βασισμένο στο κλασικό “Catfish Blues” με την εισαγωγή να προσομοιάζει ανερυθρίαστα στο “Voodoo Chile” και να κλείνει με μια δόση αγαλλίασης ή ειρωνείας με το θέμα του “My Girl” των Temptations. Πρωτοποριακό!

Το “I’m a Man (Mannish Boy)”, με όμορφες πενιές και ένα soul – funk drum beat δεν είναι παρά μια ακόμα ευχάριστη (αναγνωρίσιμη) στιγμή στο όλο εγχείρημα, με τον Waters ίσως εδώ να έπρεπε να κρατήσει μια προσγειωμένη ή λιγότερο πειραματική εκτέλεση, αλλά λειτουργεί ως υπέροχη γέφυρα για να ακολουθήσει το προσωπικό μου αγαπημένο θέμα “Herbert Harper’s Free Press News”. Μια ανεπανάληπτη ψυχεδελική blues σύνθεση, με το Muddy να επαναλαμβάνει σ’ ένα μοναδικό fade out: “Where you going to run to, where you going to hide?”.

Τα “Tom Cat” και “Same Thing” που κλείνουν το album είναι ένα απόσταγμα της πειραματικής και μοναδικής αυτής συνεργασίας του φτασμένου θρύλου των blues και των νεαρών συνοδοιπόρων του, αναδύοντας έναν αέρα σταθερότητας στο funky και παιχνιδιάρικό τόνο που προσπαθούν να αποδώσουν, κρατώντας με στιβαρότητα τα σκήπτρα ανάμεσά τους.

Το “Electric Mud” είναι ένα εξαίσιο μουσικό διαμάντι που αναδύθηκε μέσα από μια μοναδική σύμπραξη μουσικών. Παρά τις αρχικές δηλώσεις του Muddy Waters ότι ήταν δύσκολο να αποδώσει τα κομμάτια live λόγω της δυσκολίας στην εκτέλεσή τους κι αργότερα στην αυτοβιογραφία του το χαρακτήρισε ως “dogshit”, πιστεύοντας ότι δεν ήταν αυτός ο Muddy Waters (είχε αλλοιωθεί ο χαρακτήρας του), ωστόσο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και τις «αγκυλώσεις» της.

Το bulling που δέχτηκε ένας τόσο περήφανος άντρας με μια εξέχουσα θέση στο χώρο του, τόσο από τον τύπο αλλά και από συναδέλφους του, τον έκαναν να αποκηρύττει το album, παρά το γεγονός ότι του έδωσε μια βαθιά οικονομική ανάσα (πουλώντας 150.000 κομμάτια τις πρώτες εβδομάδες και σκαρφαλώνοντας στο Νο 127 των charts – πράγμα ακατόρθωτο εκείνη την περίοδο για blues μουσικό), αλλά επιπλέον εδραίωσε τη φήμη του και ήταν το εφαλτήριο για τις μετέπειτα εξαιρετικές δουλειές του, όπως το “After the Rain” που ακολούθησε το 1969, με την ίδια ομάδα μουσικών. Το να προδίδεις τα blues όπως τον κατηγόρησαν ήταν πολύ βαρύ για τον ίδιο.

Διαχρονικά η απήχησή του και το εύρος των επιρροών του μπορούν να συγκριθούν μόνο με τα πλέον underrated albums που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στο χρόνο. Από τους πιο αναγνωρίσιμους fan του Waters, όπως οι ZZ Top έως τον rapper Chuck D και πολλοί άλλοι που δε το δήλωσαν, το “Electric Mud” αποτέλεσε σημείο αναφοράς στη μουσική τους πορεία και εξέλιξη τους.

Ατόφιο, αυθεντικό ηλεκτρικό Blues! Σίγουρα όχι το mojo black cat bone blues της νιότης του, αλλά blues εμποτισμένα με την μετέπειτα αστική κουλτούρα του Σικάγο των late 60s.

Είδος: Electric blues, blues rock, psychedelic rock
Δισκογραφική: Cadet/Chess
Ημ. Κυκλοφορίας: 5 Οκτωβίου 1968

H tracklist του “Electric Mud”:

  1. I Just Want to Make Love to You
  2. I’m Your Hoochie Coochie Man
  3. Let’s Spend the Night Together
  4. She’s All Right
  5. I’m a Man (Mannish Boy)
  6. Herbert Harper’s Free Press News
  7. Tom Cat
  8. Same Thing

Line up:
Muddy Waters – vocals
Gene Barge – tenor saxophone, producer
Phil Upchurch – guitars
Roland Faulkner – guitars
Pete Cosey – guitars
Charles Stepney – organ, arranger, producer
Louis Satterfield – bass guitar
Morris Jennings – drums

143
Avatar photo
About Παναγιώτης Σπυρόπουλος 18 Articles
Γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 70 και μεγάλωσε στα Δυτικά της Αθήνας, γαλουχημένος με ρεμπέτικα και λαϊκά από το σπίτι, κλασική / λόγια μουσική στα ωδεία, τον σκληρό ήχο μιας οργισμένης κι επαναστατημένης εφηβείας, τα blues σε μια περίοδο ανώριμης εξέλιξης και από progressive metal ηχοτοπία σε φάση περισυλλογής. Προσπαθεί να ισορροπήσει σ’ ένα αντεστραμμένο κόσμο, απαλλαγμένος από τη δικτατορία των πεποιθήσεων των άλλων. Η αισιοδοξία του ξεκινά από την ανάγνωση μιας απαισιόδοξης πραγματικότητας, μη έχοντας καταλήξει αν αγαπά τη ζωή περισσότερο από το ίδιο το νόημα της. Παιδί των καφέ του κέντρου και των προαστίων, φίλος της μοναχικότητας, οπαδός της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας και της δικαιοσύνης. Δε θα προσπαθήσει να ερμηνεύσει τη μουσική ή την τέχνη στους δημιουργούς της, αλλά να μοιραστεί τις εντυπώσεις που αποκόμισε μ’ ένα ευρύτερο κοινό.