HOUSE OF LORDS: “Saints and Sinners”

ALBUM

Αμέτρητους άγιους και αμαρτωλούς θα έχει γνωρίσει ο James Christian από το 1987 όταν η Βουλή των Λόρδων άνοιξε το μουσικό της κουτί, πάνοπλη με ονόματα σαν αυτά του ιδρυτή Gregg Giuffria και των Chuck Wright, Ken Mary και Lanny Cordola. Πέφτοντας ηρωικά στη δίνη του grunge με τα δυο πρώτα εκπληκτικά της άλμπουμ, η μπάντα επέστρεψε να μείνει το 2000, με αλλαγές στο δυναμικό και με τον Giuffria να αποχωρεί οριστικά το 2006, αφήνοντας τα ηνία στον Christian.

Έχοντας σε μια μακριά πια διαδρομή τα “ups & downs” της, πότε δεν έδωσε ένα κακό άλμπουμ, με το “World Upside Down” του 2006, να στέκεται, τουλάχιστον για μένα, λίγο ψηλότερα από τα υπόλοιπα. Μια αισθητή προσθήκη, αυτή του κημπορντίστα Mark Mangold (Drive She Said), έρχεται να απαλλάξει τον Christian από πρόσθετα βάρη. Η δεύτερη αλλαγή είναι ο νέος ντράμερ Johan Koleberg (Therion, Lion’s Share)  ενώ ο σταθερός  Jimi Bell στις κιθάρες με τον μπασίστα Chris Tristram από το 2016, ολοκληρώνουν τη σύνθεση των σημερινών Λόρδων.

Αυτό που είναι αδύνατο και φυσικά άδικο να μην σεβαστείς στην τακτική τους είναι η δεδομένη ικανότητα που έχουν να απελευθερώνουν με κάθε άλμπουμ ένα σμήνος από αρπαχτικές, δελεαστικές hard rock μελωδίες, ικανές να σε κάνουν να ξεχάσεις την αίσθηση πως κάπου στο δεύτερο μέρος του ο δίσκος αρχίζει να χωλαίνει.

Πραγματικά, η έναρξη του άλμπουμ είναι σχεδόν εντυπωσιακή, με δυο απανωτά πολύ ισχυρά χαρτιά. Τόσο το ομότιτλο, όσο και το “House of the Lord” που το διαδέχεται, έχουν αυτό τον υπέροχο δραματικό νεοκλασικό αέρα, που μεγεθύνει το μελωδικό hard rock τους. Ιδιαίτερα το σχεδόν ομώνυμο του γκρουπ, αισθητά εμπλουτισμένο με τα συχνά θέματα του Mangold, είναι από τα κορυφαία που τραγούδησε ο Christian την τελευταία δεκαετία, ένα πλούσιο pomp hard έπος. Ο πήχης κρατιέται πολύ ψηλά και με το “Take it All”, ένα κομψότατο, καλοστημένο, ανθεμικό AOR στολίδι με δυνατές φωνητικές μελωδίες. Στο “Road Warrior” είναι πολύ δύσκολο να μην αναπολήσεις την Turner-era των Rainbow, ιδιαίτερα με αυτές τις μακριές εμβόλιμες σφήνες των keyboards, που σπρώχνουν συχνά το τραγούδι με όμορφα θέματα. Και αυτό το τραγούδι αποτελεί μια σημαντική γέφυρα για άλλους ακροατές, πέρα από τους τυπικούς θιασώτες του χώρου. Η αισθητή συνεισφορά του Mangold αναδεικνύεται και στο σχεδόν keys driven “Mistress of the Dark”, όταν οι ήχοι του το συνοδεύουν, το προσδιορίζουν και το μακιγιάρουν εύστοχα.

Όσο και να αποφεύγει κάποιος τις μπαλάντες, η κατάθεση ψυχής του Christian στο “Avalanche”, δεν επιτρέπει στιγμή στην αδιαφορία να τρυπήσει τη συγκινητική γοητεία του. Ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα μας κατεβάζει το “Roll like Thunder”, που όμως δεν στερείται ενέργειας και εξαιρετικών leads από τον Bell, ενώ το μεταλλαγμένο blues rock & roll AOR του “Razzle Dazzle” σίγουρα θα εκτιμηθεί ευκολότερα στη ζαλισμένη δίνη ενός μπαρ, ενώ και πάλι ο από μηχανής θεός Mangold του προσθέτει απρόσμενους πόντους.

Το μεγάλο φινάλε του “Angels Fallen” με το αυτοκόλλητο μικρό του δράμα, υποβαστάζει σχεδόν το δεύτερο μέρος του άλμπουμ, με μια βοήθεια από το “Takin’ my Heart Back” και μας αφήνει ικανοποιημένους εκεί που ξεκινήσαμε. Για τους βιαστικούς, επιγραμματικούς αναγνώστες, οι Λόρδοι τα κατάφεραν ακόμα μια φορά και ο κόσμος τους θα πάρει όλα τα προσδοκώμενα, και ίσως και κάτι παραπάνω.

Αν ψάξεις βέβαια λίγο περισσότερο ανάμεσα στις γραμμές, θα διακρίνεις μια ευγενική και πολύ διακριτική πρόθεση να απλωθεί ο ήχος τους σε μια πιο κλασική απόχρωση. Ίσως ο υπεύθυνος γι’ αυτό να είναι ο ίδιος “χρυσός άνθρωπος” που με έκανε για πρώτη φορά να μη νιώσω στιγμή την απουσία του Gregg Giuffria…

Είδος: Melodic hard rock/AOR
Εταιρεία: Frontiers Music
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 16 Σεπτεμβρίου 2022

Facebook: https://www.facebook.com/HouseOfLordsB/

46
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 174 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.