GHOST: “Impera”

ALBUM

Βατικανό, 11 Μαρτίου 2022
Αναφορά εξορκισμού: υπόθεση 110322
Υποκείμενο: Tobias Forge
Εξορκιστής: Σπύρος Χονδρογιάννης

Vade retro satana, nunquam suade mihi vana~

Ίσως μια από τις δυσκολότερες υποθέσεις μου, από τότε που μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, τούτη εδώ με το “Impera”. Η αλήθεια είναι πως ο Tobias ήταν πάντα μια δύσκολη υπόθεση, όντας στα όρια του ευφυή και του παράφρονα. Σε κάθε περίπτωση, είχε καταφέρει να με αγγίξει από πολύ νώρις με την δουλειά του, από εκείνο το τόσο Μερσυφουλικό “Opus…” μέχρι και το εμπορικό του peak “Prequelle” – και διάβολε, τι μαγεία ήταν αυτή με τα δύο έπη ενδιάμεσα!

Αυτή η πέμπτη του απόπειρα θα έπρεπε να με βρει απόλυτα προετοιμασμένο, αλλά η δαιμόνια φύση του Φαντάσματος βρίσκει πάντα τους τρόπους να σε αποπροσανατολίσει και μπερδέψει, σαν άλλος πύργος της Βαβέλ. Και να, στεκόταν εκεί απέναντί μου και παρά την ανθρώπινη υπόστασή του, έμοιαζε να έχει καταλάβει όλο το δωμάτιο, κοιτώντας με επίμονα και προσπαθώντας να με αρπάξει ακόμα και από την ανάσα μου – μέχρι που μου ψιθύρισε: “Little sunshine, call me Mephistopheles”…

Ο εξορκισμός κράτησε ώρες. Άκουσα το Φάντασμα να μιλάει μέσα από τον Tobias άπειρες φορές, από εκείνη την μαγευτική έναρξη του “Imperium” μέχρι να με ξανακαρφώσει με τις ίδιες νότες στο κλείσιμο του “Respite On The Spitalfields”. Και μα τους θεούς, ήμουν έτοιμος να ενδώσω, αν δεν μιλούσε με τόσες διαφορετικές γλώσσες που μπερδεύοντας με, μου έδινε την ευκαιρία να του ξεφεύγω.

Ο Tobias, ή έστω το Φάντασμά του, ήξερε καλά πόσο μου αρέσουν οι Bon Jovi, ELO, Journey και μου τους πρόσφερε απλόχερα στο “Spillways”, αμέσως μετά δηλαδή το περίεργο “Kaiserion” που όσες φορές μου το τραγούδησε δεν με έπεισε για αυτό, έτσι πρόλαβα να ψιθυρίσω μερικά “Pange lingua gloriosi” – μέχρι βέβαια να ξεστομίσει πάλι τα “Call Me Little Sunshine” και “Hunter’s Moon”, τα οποία δύσκολα σε αφήνουν να συγκεντρωθείς στο θείο έργο, όπως και το “Griftwood” που έπαιξε με τα Van Halen, Blue Oyster Cult, proggy συναισθήματά μου. Ευτυχώς, με τα αχρείαστα ιντερλούδιά του και φυσικά με το ψυχικό τραύμα που μου άφησε το αστείο “Twenties”, ανάκτησα τις δυνάμεις μου και επέστρεψα στην πραγματικότητα που μου θύμισε πως κανείς δεν είναι αλάνθαστος και παντοδύναμος, ούτε καν ο Tobias, όλοι έχουν τα αδύνατα σημεία τους. Και ας μιλάμε για αυτόν τον πανούργο Σουηδό που, με την σχεδόν boyband μπαλάντα του “Darkness At The Heart Of My Love” με έκανε να συγκινηθώ, να του τα συγχωρήσω όλα. Όμως ήμουν πιο δυνατός από εκείνον.

Τώρα που όλο αυτό πέρασε, βρήκα την ψυχική ηρεμία και γαλήνη να κάνω τον απολογισμό της εμπειρίας μου με το “Impera” του Φαντάσματος. Όχι, δεν ήταν κακό, δεν ήταν καθόλου κακό. Ήταν μπερδεμένο, ήταν άνισο, ήταν ιδιαίτερο, ήταν πιασάρικο, ήταν διαφορετικό. Και δεν με τρόμαξε καμία από αυτές τις λέξεις και έννοιες. Στο τέλος της μέρας όμως, κάτι του έλειπε και συνεχίζει να του λείπει με κάθε ακρόαση. Γι’αυτό και πολύ φοβάμαι πως, άδοξα κάποια στιγμή θα ξεχαστεί. Αλλά θα ανάψω ένα κερί στο όνομα του Αγίου Μελιόρα, μεγάλη η χάρη του, μήπως και ο μελλοντικός μου εαυτός νιώσει κάτι περισσότερο με αυτό και με διαψεύσει.

Μέχρι τότε…deus in absentia.

Official site: https://ghost-official.com/
Official Facebook page: https://www.facebook.com/thebandghost

Είδος: Hard Rock
Δισκογραφική: Loma Vista Recordings
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 11 Μαρτίου 2022

288
Avatar photo
About Σπύρος Χονδρογιάννης 36 Articles
Γεννημένος στην Αθήνα την χρονιά που οι Rush κυκλοφόρησαν δύο albums, αλλά και που ο Alice Cooper μας καλωσόρισε στον εφιάλτη του, δεν πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να λατρέψει τους Sabbath του Dio και του Tony Martin, τους Fates Warning και τους Sanctuary, τους Candlemass και τους Crimson Glory. 15 χρόνια μετά, τον συνεπήρε η ποίηση των The Mission, Fields Of The Nephilim, And Also The Trees και Nosferatu, ενώ ο απόλυτος συνδυασμός μελωδίας και μαυρίλας του συστήθηκε με φρέσκους, τότε, ήχους των Paradise Lost, My Dying Bride, Anathema, Elend και Katatonia. Ολοκληρώθηκε μόλις ανακάλυψε την μαγεία του David Bowie, του Scott Walker, του Neil Hannon και του Jarvis Cocker αλλά και του J-Rock/Visual Kei πολύχρωμου κόσμου πριν πατήσει τα πρώτα -άντα του. ‘Οταν δεν ασχολείται με τα εξαναγκαστικά βιοποριστικά που ποσώς τον ενδιαφέρουν, κρατάει τα drum sticks του και νιώθει λίγο σαν τους ήρωες του, Neil Peart και Mark Zonder, ενώ ο υπόλοιπος ελεύθερος χρόνος του είναι και πάλι μουσική, μουσική, μουσική - και κινηματογράφος, καθώς τον σπούδασε, όπως και videogaming, γιατί το ιδανικό μέρος να ζει κανείς είναι ξεκάθαρα το Silent Hill, όλοι το ξέρουν αυτό.