Articles – THE RANKING GAME: King Crimson

ARTICLE

Εγκαίνια μιας νέας στήλης του Soundcheck λοιπόν. Το “The Ranking Game” προσφέρει αυτή την ένοχη απόλαυση του να βάζεις αγαπημένα albums από αγαπημένους καλλιτέχνες στην σειρά, από το λιγότερο αγαπημένο στο πιο λατρεμένο. Μερικοί το ονομάζουν “Worst To Best”, αλλά διαφωνώ κάθετα με τον τίτλο, αφού δεν τίθεται θέμα χειρότερου και καλύτερου, αλλά λιγότερο και περισσότερο αγαπημένου την συγκεκριμμένη χρονική στιγμή που “παίζουμε” αυτό το παιχνίδι.

Δεν θα μπορούσα παρά να ξεκινήσω με μια μπάντα που με μάγεψε πριν τελειώσει η δεκαετία του ‘80 και πριν τελειώσω με την εφηβεία μου. Από τότε, είναι από τις λίγες μπάντες που όχι απλώς ανατρέχω συχνά, αλλά μελετάω και βελτιώνομαι εξαιτίας της καθώς οι δεκαετίες περνούν από πάνω μας. Ό,τι και αν γράψω για τον Robert Fripp και τους King Crimson θα είναι λίγο και σίγουρα, δεν είναι αυτό το ζητούμενο στο “The Ranking Game”.

Από το 1969 μέχρι το 2003, οι King Crimson μας χάρισαν 13 studio albums και ο ρόλος μου σήμερα είναι να βάλω αυτά τα 13 θαύματα σε σειρά προσωπικής προτίμησης. Αν και θεωρώ πως είναι περιττό, ας κάνω ξεκάθαρο πως η σειρά είναι υποκειμενική και πως ένα μήνα, ένα χρόνο ή δέκα χρόνια μετά μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική. Κάθε album της τιτάνιας προοδευτικής (με κάθε έννοια της λέξης) μπάντας από τη Γηραιά Αλβιώνα είναι αγαπημένο και αυτό εδώ, είναι μόνο ένα παιχνίδι…

13. “The Construkction Of Light” (2000)

Το πρώτο εκ των δύο της δεκαετίας του ‘00 και προτελευταίο συνολικά album της δισκογραφίας των Crimson, δεν κατάφερε ποτέ να με αγγίξει όσο όλα τα υπόλοιπα, όσο και αν το προσπάθησα μέσα σε αυτά τα 20 χρόνια που είχα στη διάθεσή μου να ασχοληθώ μαζί του. Όσο και αν ο (αρκετά ανυπόφορος) ήχος του κατάφερε να βελτιωθεί με το remix του “Reconstrukction Of Light” το 2019 (ο Pat Mastelotto ηχογράφησε πάλι τα τύμπανα, αυτή τη φορά με ένα set ακουστικά drums και όχι ηλεκτρονικά όπως την πρώτη φορά), το θέμα ήταν και συνθετικό.  Στις καλές στιγμές του album, το τέταρτο μέρος του “Larks’ Tongues In Aspic”, το “Prozakc Blues” με τον Andrian Belew να ακούγεται σαν τον Tom Waits και το κινηματογραφικό κλείσιμο του “Heaven And Earth” που είχε ηχογραφηθεί αρχικά ως Projekct X.

12. “Discipline” (1981)

Η ανατολή της δεκαετίας του ‘80 έβγαλε τους Crimson από το πρώτο τους hiatus, δίνοντάς τους την ευκαιρία να μας χαρίσουν τρία albums κοινής αισθητικής μέσα στη δεκαετία. Επτά χρόνια διάλειμμα μετά το αριστουργηματικό “Red” δεν το λες και λίγο πράγμα και φυσικά, ποτέ μα ποτέ δεν μπορούσες να προβλέψεις ποιο είναι το επόμενο βήμα αυτής της μπάντας αλλά και ποια θα είναι τα μέλη της κάθε επόμενη φορά. Μπορεί ο τεράστιος John Wetton να αποτελούσε πλέον ιστορία, αλλά η (πλέον τετράδα) με Andrian Belew στα φωνητικά και τις κιθάρες και μέγιστο Tony Levin στο μπάσο, ήταν το λιγότερο, dream team. Για κάποιο λόγο πάντως, το “Discipline” είναι το album που από τότε που το πρωτάκουσα μέχρι και σήμερα, με αφήνει με ανάμεικτα συναισθήματα: όσο με ελκύει ο φουτουριστικός και εξωγήινος ήχος του, που αποτέλεσε μεγάλη επιρροή σε πολλά είδη και πολλούς καλλιτέχνες, τόσο με πετάει έξω (σαν αίσθηση) ανά τραγούδια. Το ομότιτλο και το “Frame By Frame” πάντως, δεν χορταίνω να τα ακούω.

11.“Three Of A Perfect Pair” (1984)

Αυτό το album συμπληρώνει την τριάδα των ‘80s κυκλοφοριών και φέρνει το δεύτερο hiatus που κρατάει έντεκα ολόκληρα χρόνια. Στην αισθητική και την λογική των προηγούμενων δύο, το “Three…” μου αρέσει λιγότερο από το “Beat” του 1982 και λίγο περισσότερο από το “Discipline” του 1981, λόγω του διαφορετικού ενδιαφέροντος των δύο πλευρών του δίσκου, αλλά (όπως πάντα) κυρίως λόγω του συναισθήματος και των συνθέσεων: η “The Left Side” (Α) είναι πιο μελωδική και άμεση, με τραγούδια που μου φέρνουν στο μυαλό μέχρι και στιγμές από την δισκογραφία του David Bowie και την απολαμβάνω ολόκληρη, ενώ η “The Right Side” (Β) έχει τα πιο progressive/jazzy θέματα που παραπέμπουν σε αντίστοιχες στιγμές των “Starless And Bible Black” και “Larks’ Tongues In Aspic” albums, όπως το τρίτο “Larks…” έπος και το “Industry”.

10. “Starless And Bible Black” (1974)

Το πρώτο εκ των δύο albums του 1974, το οποίο έδωσε τον τίτλο του στο υπερέπος “Starless” που όμως δεν πρόλαβε να συμπεριληφθεί στο δίσκο! Πιο ελεύθερο και αυτοσχεδιαστικό στη δομή του από τα προηγούμενα (και επόμενα) Crimson έπη, περιλαμβάνει στο line-up του τους μάγους Wetton/Bruford και Cross, πέρα από τον King Fripp himself και χαρίζει στιγμές σαν το “The Night Watch”, “Trio” και φυσικά, το “Fracture”, το οποίο παραπέμπει άμεσα στην ατμόσφαιρα του “Red” που παραμονεύει στη γωνία της ίδιας χρονιάς…

9. “The Power To Believe” (2003)

Το κύκνειο άσμα της studio παρουσίας της μπάντας κλείνει σε λίγο 20 χρόνια και μέχρι εκείνη την τελευταία στιγμή, την τελευταία νότα, δεν ήξερες τι να περιμένεις από την εξωγήινη παρέα. Τρία χρόνια μετά από ένα αρκετά αδύναμο “Construkction Of Light”, οι Fripp/Belew/Gunn/Mastelotto επέστρεψαν για τελευταία φορά με ένα μουσικό σύνολο και πάλι διαφορετικό, αυτή τη φορά με τις μελωδίες, τους αυτοσχεδιασμούς και τις εξάρσεις σε μεγάλη ισορροπία και αρμονία: δύο υπέροχα τραγούδια (το ατμοσφαιρικό “Eyes Wide Open” και το βαρύ “Happy With What You Have To Be Happy With”), ένα επικό ομότιτλο σε τέσσερα μέρη και (πολλά) απολαυστικά instrumental, όπως τα “Dangerous Curves”, “Elektrik” και “Level Five”, συνθέτουν ένα από τα πιο compact albums των Crimson σε ολόκληρη τη δισκογραφία τους.

8. “Lizard” (1970)

Δύο πράγματα είναι σίγουρα για τον Fripp: είναι τελειομανής και του αρέσουν τα ζεύγη. Μετά την αστάθεια της σύνθεσης της μπάντας από τις αρχές του 1970 και την κυκλοφορία του “In The Wake Of Poseidon” τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, ο Sir Robert επανδρώνει τους Crimson με την προσθήκη του πολλά χρόνια φίλου του Gordon Haskell στο μπάσο και τα φωνητικά, μετά την αποχώρηση του μοναδικού Greg Lake (των θρυλικών Emerson, Lake & Palmer) και του Andy McCulloch στα τύμπανα, στη θέση του ιδρυτικού μέλους της μπάντας Michael Giles. Ό,τι και να πω για τα έπη που ανοίγουν και κλείνουν το “Lizard”, θα είναι λίγο: από τις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας τους και το επιβλητικό “Cirkus” αλλά και το ομότιτλο, θεατρικό “Lizard” που ξεπερνά τα 23 λεπτά σε διάρκεια.

7. “Beat” (1982)

Από την πρώτη στιγμή που άκουσα την ‘80s τριλογία των Crimson, “Discipline” – “Beat” – “Three Of A Perfect Pair”, αμέσως ξεχώρισα το “Beat”. Το avant-garde/new wave στοιχείο του “μπλε album”, η ισορροπία μελωδίας – ατμόσφαιρας, η ερμηνεία του Belew και φυσικά η απόδοση όλης της μπάντας είναι στο απόλυτό τους, προσφέροντας ένα εξωπραγματικό για τα δεδομένα της εποχής δίσκο. Από το εναρκτήριο “Neal And Jack And Me” μέχρι το αποστομωτικό, ευφυές κλείσιμο του instrumental “Requiem”, το “Beat” περιέχει μερικές κομματάρες που παίζουν στο repeat πολλές δεκαετίες τώρα: “Heartbeat”, “Waiting Man”, “Two Hands”, “Sartori In Tangier”.

6. “Thrak” (1995)

Δύο δίσκοι μου έχουν μείνει τόσο έντονα από την πιο αγαπημένη μου δεκαετία, τα ‘90s: το “Tilt” του Scott Walker και το “Thrak” των King Crimson – και τα δύο, κυκλοφορίες του 1995. Η επιστροφή της παρέας του Fripp μετά το hiatus έντεκα ετών, ήταν δυνατή σαν βόμβα μεγατόνων: όχι μόνο ένα album που με άγγιξε πολύ και περιέχει μερικά από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια τους, αλλά και ένα line-up που ονομάστηκε “double trio”. Γιατί; Επειδή ο ένας μπασίστας και ο ένας drummer δεν ήταν αρκετοί, ο Fripp φτιάχνει μια δυνατή εξάδα για πρώτη φορά στα χρονικά των Crimson με Bruford/Mastelotto (drums), Levin/Gunn (μπάσο) και φυσικά τον ίδιο μαζί με τον Belew στις κιθάρες (ο τελευταίος και στα φωνητικά). Το πείραμα της πάντα προοδευτικής και πολλά βήματα μπροστά μπάντας απέδωσε και το “Thrak” συγκαταλέγεται στα πλέον απολαυστικά, ατμοσφαιρικότατα albums του σχήματος, τουλάχιστον για μένα. Α, και που είσαι: τραγούδια σαν τα “One Time” και “Walking On Air” δεν κυκλοφορούν κάθε μέρα, ούτε θέματα σαν του “VROOOM” και του “Inner Garden”.

5. “Islands” (1971)

Το τέταρτο album των Crimson είναι το μόνο με τον Boz Burell στα φωνητικά και το μπάσο, τον Ian Wallace στα τύμπανα και τον Mel Collins στα πνευστά, να πλαισιώνουν τον Fripp και τον Sinfield (για τελευταία φορά) ως τους μόνους πυλώνες της μπάντας (και ας έχουν περάσει μόλις δύο χρόνια από τη γέννησή της). Κάθε μέλος ήταν και ένας εξαιρετικός πολυμουσικός που όχι απλά ήταν συμβατός με τις πανύψηλες προδιαγραφές που όριζε ο Fripp, αλλά έφερνε και σημαντική ευθύνη στις αλλαγές και την εξέλιξη του ύφους και του ήχου του Βασιλιά Πορφυρού. Το ίδιο συμβαίνει και στο “Islands”, όπου η ατμόσφαιρα του και το mood σου όταν πατάς το play πρέπει να συμπίπτουν απόλυτα για να το εκτιμήσεις. Πιο ονειρικό και avant-garde από το “Lizard”, με τα κλασσικά στοιχεία του “In The Court…” εμφανή, δεν μπορεί να σε προετοιμάσει για το “Larks’ Tongues In Aspic” και την μεγάλη αλλαγή του line-up που πρόκειται να έρθει μετά από αυτό, όμως προσφέρει τραγούδια σαν το “The Letters” και το “Formentera Lady”, το πρελούδιο “Song Of The Gulls” και φυσικά, το ομότιτλο εννιάλεπτο έπος που βρίσκεται μέσα στην λίστα των πιο λατρεμένων μου τραγουδιών των KC και όλων των εποχών γενικότερα.

4. “In The Wake Of Poseidon” (1970)

Κατηγορήθηκε αρκετές φορές ως “album που δεν εξελίσσει τον ήχο των King Crimson”, ακόμα και ως αντίγραφο του “In The Court Of The Crimson King”. Σαφέστατα και υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στο πρώτο και δεύτερο album της μπάντας, ακόμα και αυτούσιο chorus από το “The Court Of The Crimson King” και είναι ξεκάθαρο πως όλα αυτά καθρεφτίζονται επίτηδες στο “In The Wake Of Poseidon”, αφού ο Fripp δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Μέσα από την εμπειρία του ντεμπούτου αλλά και τις πρώτες αλλαγές στην σύνθεση (με το ζόρι τραγούδησε σχεδόν σε ολόκληρο το album ο Lake) και την αστάθεια που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, ο Fripp βρήκε τον τρόπο να φιλτράρει ακόμα καλύτερα τον ήχο αυτής της δουλειάς. Αυτό που πάντα έχει την ύψιστη σημασία είναι οι συνθέσεις, τα τραγούδια και τα συναισθήματα που μεταδίδουν και σε αυτό το album, θα μπορούσε να υπάρχει μόνο το ομότιτλο και το “The Devil’s Triangle” και να μην του λείπει τίποτα – για αυτά τα δύο και μόνο έπη, βρίσκεται σε αυτή ακριβώς τη θέση στην κατάταξη.

3. “Larks’ Tongues In Aspic” (1973)

Οι αλλαγές στην σύνθεση των King Crimson ήταν πιο πολλές από τα albums τους. Μια από τις στιγμές που η συμβατότητα του Fripp με όλους τους άλλους μουσικούς ήταν μάλλον στο minimum, ήρθε ένα ακόμα ολοκληρωτικό ξεσκόνισμα, που είχε ως αποτέλεσμα ένα πλατινένιο line-up στην καριέρα των Crimson. Το 1973, βρίσκει τον Fripp μαζί με τον John Wetton στα φωνητικά και το μπάσο, τον Bill Bruford στα τύμπανα, τον Jamie Muir στα κρουστά και τον David Cross σε έγχορδα και πνευστά – μια σύνθεση παραπάνω από ιδανική για την πιο ελεύθερη σε φόρμα, αυτοσχεδιαστική, jazzy και ταυτόχρονα βαριά σε ήχο και συναίσθημα εποχή της μπάντας. Το “Larks’ Tongues In Aspic” είναι το πρώτο δείγμα αυτής της νέας χημικής ένωσης και πέρα των υπέροχων στιγμών της, όπως τα μαγικά “Book Of Saturday”, “Exiles” και “Easy Money” αλλά και το απόλυτο avant-garde prog του “Larks’ Tongues In Aspic, Part One”, τονίζω πως ο πρώτος progressive/math metal ύμνος, πολύ πριν την εποχή του είδους, ονομάζεται “Larks’ Tongues In Aspic, Part Two” και επηρέασε εκατοντάδες μπάντες του προοδευτικού σκληρού χώρου γενικότερα – και σίγουρα, είναι με κλειστά μάτια το πιο αγαπημένο μου “Larks’…” θέμα από τα τέσσερα συνολικά που μας έδωσαν οι Crimson.

2. “Red” (1974)

Το πορτραίτο των Fripp/Wetton/Bruford σε μαύρο φόντο, είναι το μόνο εξώφυλλο της δισκογραφίας των Crimson που απεικονίζει μέλη της μπάντας. Σαφέστατα και υπάρχουν artworks δίσκων τους που τα χαζεύεις για χρόνια, όπως ο “Schizoid Man” του Godber, τα “12 Αρχέτυπα των 12 Προσώπων της Ανθρωπότητας” του Tammo De Jongh ή το “Lizard” του Gini Barris, όμως μια ματιά σε αυτό το σκιερό πορτραίτο, εφόσον έχει απολαύσει το περιεχόμενο του δίσκου που ντύνει και δεν χρειάζονται πολλά δευτερόλεπτα για να νιώσεις ένα βάρος στο στήθος: ας μείνουμε στην λέξη “βάρος”. Το “Red” είναι βαρύ album. Βαρύ ηχητικά. Βαρύ ψυχολογικά. Βαρύ συναισθηματικά. Και με ειδικό βάρος, για πολλούς λόγους. Οι Crimson έγιναν τριάδα για πρώτη (και τελευταία φορά), λίγο πριν διαλυθούν (για πρώτη φορά). Και τι τριάδα! Μπορεί να έχω μια υπέρμετρη λατρεία στον Greg Lake που τους άφησε τέσσερα χρόνια πριν κυκλοφορήσει αυτό το αριστούργημα και σίγουρα έχω πολλούς λόγους για να έχω αγαπήσει τον Andrew Belew από το 1980 και μετά. Όμως ο John Wetton ήταν απλά…ο John Wetton. Ο βαρύτονος που πέρασε από τους Wishbone Ash, Uriah Heep, Roxy Music και έκανε καριέρα με τους Asia, άφησε ανεξίτηλο στίγμα στην ιστορία των King Crimson με τα τρία κορυφαία studio albums στα οποία συμμετείχε – και το πιο κορυφαίο εξ’ αυτών, το “Red”. Πίσω από τα τύμπανα, ο Bill Bruford. Τι να πεις για αυτό το μουσικό τέρας των Yes, που πέρασε και από τους Gong και τους Genesis; Μιλάμε για τον drummer που συμπληρώνει την αγία τριάδα μου, μαζί με τον Neil Peart των Rush και τον Mark Zonder των Fates Warning. Για να μην γυρίσω αυτή την επιλογή μου σε εκτενές αφιέρωμα, θα υπογράψω με αίμα πως τραγούδια σαν το “Starless” (που κανονικά προοριζόταν για το προηγούμενο album “Starless And Bible Black”) γράφονται πιο σπάνια και από τις επισκέψεις του κομήτη του Χάλεϋ, φέρνοντας πάντα (μα πάντα) δάκρυα στα μάτια – και το τραγούδι στην κορυφή των μουσικών μου επιλογών όλων των εποχών. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει ούτε μισή νότα αδιάφορη στο “Red”, από το ομότιτλο μέχρι το doom “Fallen Angel”, το ασύλληπτο prog του “One More Red Nightmare” και τους αυτοσχεδιασμούς του σκοτεινού “Providence”.

1.“In The Court Of The Crimson King” (1969)

Πως να ένιωθε άραγε το 1969 το τυπάκι που επένδυσε σε ένα δίσκο με το πιο αγχωτικό πρόσωπο στην ιστορία των εξωφύλλων, έβαλε την βελόνα του πικάπ του στα αυλάκια του βινυλίου και του έσκασε το “21st Century Schizoid Man” στα ηχεία; Έχω κανει την σκέψη αμέτρητες φορές, από τότε που η κασσέτα του “In The Court Of The Crimson King” έσκασε στα ακουστικά του walkman μου το εναρκτήριο έπος για πρώτη φορά, μόλις στα 14 μου και πριν τελειώσει η δεκαετία του ‘80, μέχρι και σήμερα. Δεν είναι μόνο οτι δεν μπορώ να ξεχάσω την πρώτη φορά που τα παρθένα αυτιά μου ήρθαν σε συνουσία με το “Epitaph”, το “The Court Of The Crimson King”, το “I Talk To The Wind” και το “Moonchild”, είναι οτι και να ήθελα να ξεχάσω, αυτό είναι αδύνατο αφού 33 χρόνια μετά, κάθε ακρόαση του ντεμπούτου album των Crimson δημιουργεί ακριβώς το ίδιο δέος, το ίδιο χάος, το ίδιο συναισθηματικό φορτίο, την ίδια ένταση και την ίδια αίσθηση με το μεγαλείο του. Δεν θα μπω καν στην διαδικασία να εξηγήσω τι αντίκτυπο είχε και έχει αυτό το album στην ιστορία της μουσικής, ούτε πόσα χιλιάδες demos και albums έχει επηρεάσει από τότε. Θα μείνω μόνο στον πλούτο που προσέφερε ηχητικά σε έναν μεταλλά 14 χρονών που, πέρα από τους Scorpions και τους Maiden που άκουσε πριν από τα 12 του και τους Warlord, Sanctuary, Savatage, Manilla Road και Fates Warning που ανακάλυψε λίγο αργότερα (σε ευχαριστώ Κώστα), απόκτησε αυτή την κασσέτα (σε ευχαριστώ Κώστα) που του άλλαξε τη ζωή και του άνοιξε πόρτες και παράθυρα στον μουσικό κόσμο που ούτε μπορούσε να διανοηθεί – αυτό το album που το progressive rock, το avant-garde, το νεοκλασσικό, η folk, η jazz, το metal, όλα παρελαύνουν και πολλά από αυτά εξηγούνται στις νότες του. Αυτό και μόνο, είναι υπεραρκετό για να βρίσκεται σε αυτή εδώ τη θέση ενός πολύ δύσκολου οδοιπορικού στην ιστορία των King Crimson και στο ranking της studio δισκογραφίας της. Αλλά όπως είπα και στην αρχή, it’s just a game…just a game. 

151
About Σπύρος Χονδρογιάννης 35 Articles
Γεννημένος στην Αθήνα την χρονιά που οι Rush κυκλοφόρησαν δύο albums, αλλά και που ο Alice Cooper μας καλωσόρισε στον εφιάλτη του, δεν πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να λατρέψει τους Sabbath του Dio και του Tony Martin, τους Fates Warning και τους Sanctuary, τους Candlemass και τους Crimson Glory. 15 χρόνια μετά, τον συνεπήρε η ποίηση των The Mission, Fields Of The Nephilim, And Also The Trees και Nosferatu, ενώ ο απόλυτος συνδυασμός μελωδίας και μαυρίλας του συστήθηκε με φρέσκους, τότε, ήχους των Paradise Lost, My Dying Bride, Anathema, Elend και Katatonia. Ολοκληρώθηκε μόλις ανακάλυψε την μαγεία του David Bowie, του Scott Walker, του Neil Hannon και του Jarvis Cocker αλλά και του J-Rock/Visual Kei πολύχρωμου κόσμου πριν πατήσει τα πρώτα -άντα του. ‘Οταν δεν ασχολείται με τα εξαναγκαστικά βιοποριστικά που ποσώς τον ενδιαφέρουν, κρατάει τα drum sticks του και νιώθει λίγο σαν τους ήρωες του, Neil Peart και Mark Zonder, ενώ ο υπόλοιπος ελεύθερος χρόνος του είναι και πάλι μουσική, μουσική, μουσική - και κινηματογράφος, καθώς τον σπούδασε, όπως και videogaming, γιατί το ιδανικό μέρος να ζει κανείς είναι ξεκάθαρα το Silent Hill, όλοι το ξέρουν αυτό.