SUMERLANDS: “Dreamkiller”

ALBUM

Το ίχνος του ομότιτλου ντεμπούτου τους ήταν αρκετά ανθεκτικό για να κρατήσει σε έξι χρόνια εγρήγορσης και συνεπούς αναμονής όσους συγκινήθηκαν από την ικανότητα των Sumerlands να σηκώσουν την ταφόπλακα του παραδοσιακού μέταλλου. Η διαδοχή έρχεται με κάποιες αλλαγές, τόσο στα πρόσωπα όσο και στο γενικό ύφος του νέου δίσκου.

Ο Phil Swanson έχει εγκαταλείψει το μικρόφωνο και την σκυτάλη πήρε ο Brendan Radigan, μια αλλαγή που πέρα από τους ακροατές που θέλουν τις μπάντες αυστηρά προσκολλημένες σε μισό εκτάριο ήχου και ύφους, εξυπηρετεί ιδανικά την ανάλογη εξέλιξη του γκρουπ. Οι όποιες μικρές διαφοροποιήσεις εξακολουθούν να σέβονται όμως τις κυρίαρχες συντεταγμένες των Sumerlands, που κατέχουν το διαβατήριο να μεταφέρουν την κληρονομιά του metal των 80’s στο σήμερα, διατηρώντας την ανάπλασή του ολόφρεσκη και προσωπική. Πάνω στη συγκεκριμένη λογική, έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ οχτώ τραγουδιών που συνολικά συμπληρώνουν 35 λεπτά.

Στο νέο άλμπουμ είναι αισθητή η επικράτηση της μελωδίας και η βαρύτητα των πρωτοκλασάτων φωνητικών γραμμών, σε σημείο εθισμού. Δεν είναι άστοχο να επισημάνει κανείς μια προσεκτική AOR πινελιά στα περισσότερα τραγούδια, μια αίσθηση όμως που μάλλον παραπέμπει κυρίως στην αντίστοιχη φιλοσοφία συγκροτημάτων όπως οι Fifth Angel και οι Dokken.  Όσοι αγωνιούν αν θα βρουν το διαχρονικό metal του πρώτου άλμπουμ θα διαβούν ικανοποιημένοι τη γέφυρα του υπέροχα υπεροπτικού “Twilight Points the Way”, που συνδέει ιδανικά την εξελικτική τους πρόταση με το παρελθόν τους. Οι κιθάρες ρυθμικά αλλά και ηγετικά στα πολύ προσεγμένα leads, αναθερμαίνουν με αυθεντική ζωντάνια μια κληρονομιά ανεκτίμητη.

Η συνθετική ποιότητα των Sumerlands ξεδιπλώνεται σε αυτά τα πανούργα mid tempo διαμαντάκια που σε παίρνουν αιχμάλωτο με το πρώτο άκουσμα, σαν το “Heavens Above”, που σπρώχνει αρμονικά την απλότητά του στην εξέλιξη, και όπως συνηθίζουν και σε άλλα τραγούδια,  τελειώνει έξυπνα. Το ομότιτλο που πετάγεται σαν εισβολέας στα μούτρα του ακροατή, αποκαλύπτει ένα από τα κορυφαία leads του άλμπουμ, και ακόμα ένα ιδιαίτερο φινάλε. Άκουσα μικρές γκρίνιες από σκληροπυρηνικούς για το “Night Ride”, ενώ από την πρώτη στιγμή η μικρή, δειλή ραδιοφωνική του λάμψη του δίνει μια ταξιδιάρικη τροχιά. Οι Αμερικανοί διατηρούν αυτή τη γραμμή που έχει διαμορφωθεί στον ακροατή ως εδώ, με μια συνέπεια που δεν αφήνει καμιά σύνθεση να στερηθεί αυτή τη μαγική αλληλεπίδραση των φωνητικών του Radigan με τις πλούσιες κιθάρες. Τα keyboards παραμένουν δευτερεύοντες αρωγοί με όμορφα περιοδικά χρώματα που αναδύονται πίσω από τους βασικούς σκελετούς. Ξεμυτίζουν λίγο παραπάνω στο επικό, ανατολίτικο “The Savior’s Lie” που βηματίζει εθιστικά κουβαλώντας τα ηρωικά παιχνιδίσματα της φωνής του Radigan.

Κάπως έτσι φτάνουν στο τέλος με το ράπισμα του “Death to Mercy”, γεμίζοντας 35 λεπτά μιας περιεκτικής ανάκτησης της παρακαταθήκης του κλασικότερου των κλασικών heavy metal. Ακόμα και η διπλωματική κουταλιά της έξτρα μελωδικότητας φέρνει στο μυαλό ανάλογους ελιγμούς μεγάλων ονομάτων των 80’s.

Από τα πιο ειλικρινή, ταλαντούχα, συγκινητικά και περιεκτικά 35 λεπτά της φετινής χρονιάς.

Είδος: Heavy Metal
Εταιρεία: Relapse Records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 16 Σεπτεμβρίου 2022

Bandcamp: https://sumerlands.bandcamp.com/album/sumerlands
Facebook: https://www.facebook.com/sumerlands/

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 945 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.