SANDNESS: “Play The Part”

ALBUM

Οι Sandness είναι ένα hard rock / power pop trio ταλαντούχων μουσικών από την Ιταλία, οι οποίοι σχηματίστηκαν το 2008 κι από το 2010 με την κυκλοφορία του πρώτου τους EP (“Return To Decadence”) βάλθηκαν να οργώσουν την κεντρική κι ανατολική Ευρώπη με σαρωτικές live εμφανίσεις, ενώ ταυτόχρονα τροφοδοτούσαν το κοινό τους με ανεξάρτητες (αρχικά) studio παραγωγές, κερδίζοντας βήμα – βήμα την αναγνώριση στο χώρο τους. Το σύνολο· 4 δισκογραφικές ολοκληρωμένες δουλειές και 3 EP, με τις δύο τελευταίες υπό την σκέπη της Rockshots Records, όντας εμφανής η βελτίωση σε κάθε στάδιο της παραγωγής τους.

Στα αξιοσημείωτα επίσης του βιογραφικού τους ότι μοιράστηκαν τη σκηνή ή άνοιξαν events για σημαντικά ονόματα του χώρου και θρύλους των περασμένων δεκαετιών όπως τη Lita Ford, τους Nazareth και τους L.A. Guns.

Το “Play The Part”. που θα κυκλοφορήσει το Μάιο του 2022, είναι θεωρώ η ευκαιρία τους, μιας και το “Untamed” που προηγήθηκε το 2019 απέσπασε πολύ καλές κριτικές, και πάνω που είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν με ζωντανές εμφανίσεις και να εδραιώνουν τη φήμη τους, η πανδημία καταλάγιασε αυτή τη διαφαινόμενη δυναμική. Για να δούμε λοιπόν, τι έχουμε εδώ.

Διατηρούν ένα επιμελώς ανεπιτήδευτο στυλάκι, ενώ η παραγωγή είναι ασύγκριτα καλύτερη από τις προηγούμενες κι ως αναμενόταν, ξεχειλίζουν από ενέργεια και αισιοδοξία, θα ναι σα να μπαίνει η άνοιξη ένα πράγμα. Καλοπαιγμένο, φρέσκο / νέα κοπής hair metal, με αέρα μεσογείου, ενσωματώνοντας αρκετά punk στοιχεία στο ύφος τους, σαν ένα φοιτητικό πάρτι που δε τελειώνει με τίποτα· ήρθε η αστυνομία έκανε συστάσεις, μάζεψε όλο τον κόσμο για διατάραξη της τάξης και οι Sadness εκεί, ακλόνητοι να τα δίνουν όλα.

Στις πρώτες συνθέσεις, πείθουν και δεν πείθουν για κάτι σπουδαίο, αφού o μελιστάλαχτος glam χαρακτήρας τους, με αρκετά pop στοιχεία, δεν προμηνύει για κάτι το συνταρακτικό, με την ουσία συμπυκνώνεται στο “περνάμε καλά και αυτό βγαίνει προς τα έξω”. Καλοβαλμένα τραγουδάκια για να περάσεις όμορφα και ξέγνοιαστα την ώρα σου· μακριά από ακρίβεια, πολέμους, ενεργειακά και πανδημίες, όσο αντέξει κανείς βέβαια αυτή τη διάχυτη θετική ενέργεια.

Το πλέον κομβικό σημείο είναι το “All I ’ve Learnt” μια εξαιρετική slow tempo αισθαντική στιγμή, με το πιανιστικό μέρος να καθηλώνει, με καλά δουλεμένους -κολλητικούς στίχους και μια ενορχήστρωση για σεμινάριο, κάτι ανάμεσα σε Queen και Steelheart, που θα αποτελέσει ταυτόχρονα και το εφαλτήριο για να ξεκινήσουν τα γκάζια και οι Sandness να σταματήσουν την πλακίτσα και να διδάξουν πως παίζεται το heavy metal των προηγούμενων δεκαετιών στο σήμερα.

Δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεχωρίσουμε κάποια σύνθεση, με ειδική μνεία όμως να χρίζει το “The One Who Tricked The Devil”, μια πραγματικά άξια glam metal σύνθεση, με εξαίσια κιθαριστικά σόλο, μοναδικά synthy γεμίσματα, εξαιρετικά χορωδιακά backing vocals, το οποίο αποτελεί κι ένα κρυφό τους χαρτί που τους ανεβάζει επίπεδο). Επίσης, με περισσή hard rock ενέργεια μας στριμώχνουν στο “Bad Company” (έναν rock ύμνο για το punk) και ακόμα πιο γκαζωμένοι κορυφώνουν τη δυναμική τους στο “Go With The Flow”, μια υπέρλαμπρη heavy – rock κομματάρα και σίγουρα δε μπορεί να μείνει εκτός η διασκευή στο “Turn On The Night” των KISS, ως επίλογο σ’ αυτό το πραγματικά άξιο λόγου πόνημα.

Κάνουν ένα δεύτερο μισό που οι λάτρεις του αυθεντικού hair – glam metal θα λατρέψουν, αλλά και γνήσιοι heavy metal-άδες θα εκτιμήσουν δεόντως! Είναι στιγμές που δε θα πιστεύεις ότι αυτή η μουσική παράγεται από ένα trio, αν έχεις κατά νου αυτό το στοιχείο, αλλά από μια πολυμελή rock ορχήστρα. Τα φωνητικά (backing και main) ξεχωρίζουν και πάλι, εναλλάσσονται μοναδικά, σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, προσφέροντας απλόχερα την ενέργεια και την λάμψη των middle 80s, σε μια πιο καλοβαλμένη, λουστραρισμένη κι έτοιμη για σερβίρισμα έκδοση.

Παίζουν με τη στόφα φτασμένων hard-ροκάδων και με την ορμή πιτσιρικάδων. Δεν ξέρω αν θα βγάλω το παλιό μου πέτσινο από την ντουλάπα για να θυμηθώ τα νιάτα μου, άλλα ένα compilation από 4-5 τραγούδια τους θα παίξει στις λίστες μου, στο Mp3 του αυτοκινήτου μου και αναμφισβήτητα θα κουνήσω το σβέρκο ρυθμικά, όντας κολλημένος στην κίνηση. Και στα δικά σας… Andiamo Sandness!

Είδος: Hard Rock, Glam Metal
Δισκογραφική: Rockshots Records
Ημ. Κυκλοφορίας: 20 Μαΐου 2022

Οι Sandness είναι:
Mark Denkley – Bass guitar, lead and backing vocals
Metyou ToMeatyou – Drums and backing vocals
Robby Luckets – Guitars, lead and backing vocals

TRACKLISTING:

  1. High Tide (3:36)
  2. No Filter (3:15)
  3. Someone So Bad (3:46)
  4. Today Tonight (3:46)
  5. Supernova (2:51)
  6. All I’ve Learnt (5:23)
  7. Be The One (3:28)
  8. Give It All (4:20)
  9. Lights On (4:04)
  10. The One Who Tricked The Devil (4:16)
  11. Bad Company (3:56)
  12. Go With The Flow (3:15)
  13. Turn On The Night (Kiss Cover – Bonus Track) (3:47)
    Album Length: 49:50

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
2022 – Play Your Part (Rockshots Records)
2020 – Enter Please – EP – (Rockshots Records)
2019 – Untamed (Rockshots Records)
2016 – Higher & Higher (Sleaszy Rider Records)
2013 – Like An Addiction (Sleaszy Rider Records)
2011 – Life Without Control – EP – (Self-Release)
2010 – Return To Decadence – EP – (Self-Release)

Website: http://www.sandnessofficial.com/
Facebook: https://www.facebook.com/Sandnessband/
Instagram: https://www.instagram.com/sandness_official/

156
Avatar photo
About Παναγιώτης Σπυρόπουλος 18 Articles
Γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 70 και μεγάλωσε στα Δυτικά της Αθήνας, γαλουχημένος με ρεμπέτικα και λαϊκά από το σπίτι, κλασική / λόγια μουσική στα ωδεία, τον σκληρό ήχο μιας οργισμένης κι επαναστατημένης εφηβείας, τα blues σε μια περίοδο ανώριμης εξέλιξης και από progressive metal ηχοτοπία σε φάση περισυλλογής. Προσπαθεί να ισορροπήσει σ’ ένα αντεστραμμένο κόσμο, απαλλαγμένος από τη δικτατορία των πεποιθήσεων των άλλων. Η αισιοδοξία του ξεκινά από την ανάγνωση μιας απαισιόδοξης πραγματικότητας, μη έχοντας καταλήξει αν αγαπά τη ζωή περισσότερο από το ίδιο το νόημα της. Παιδί των καφέ του κέντρου και των προαστίων, φίλος της μοναχικότητας, οπαδός της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας και της δικαιοσύνης. Δε θα προσπαθήσει να ερμηνεύσει τη μουσική ή την τέχνη στους δημιουργούς της, αλλά να μοιραστεί τις εντυπώσεις που αποκόμισε μ’ ένα ευρύτερο κοινό.