MEGADETH: Το 1985 ανοίγουν το δικό τους λογαριασμό

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ- 12 ΙΟΥΝΙΟΥ

Το “Killing Is My Business… and Business Is Good!” είναι το ντεμπούτο στούντιο άλμπουμ του αμερικανικού thrash metal συγκροτήματος Megadeth, που κυκλοφόρησε στις 12 Ιουνίου 1985 από την Combat Records. Ο ηγέτης και ιθύνων νους του γκρουπ Dave Mustaine εκδιώχθηκε από τους Metallica λόγω αλκοόλ, κατάχρησης ουσιών, βίαιης συμπεριφοράς και προσωπικών συγκρούσεων με τους James Hetfield και Lars Ulrich.

Δύο μήνες αγότερα, ο Mustaine συνάντησε τον μπασίστα David Ellefson και μαζί σχημάτισαν τους Megadeth στο Λος Άντζελες. Ο Mustaine θυμόταν χαρακτηριστικά: “Μετά την απόλυση από τους Metallica, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ήθελα αίμα. Το δικό τους. Ήθελα να είμαι πιο γρήγορος και βαρύτερος από αυτούς.” Τροφοδοτημένος από την επιθυμία για εκδίκηση, ανέβασε την ένταση της μουσικής των Megadeth προκειμένου να προκαλέσει την πρώην μπάντα του. Επιτάχυνε τα παλιότερα τραγούδια όπως το “Mechanix”, το οποίο η νέα σύνθεση των Metallica προσάρμοσε στο πιο αργό ρυθμό του “The Four Horsemen”. Ο Mustaine συμπεριέλαβε τελικά την αρχική εκδοχή του τραγουδιού στο άλμπουμ για να “ισιώσει τους Metallica”, καθώς αυτοί αναφέρονταν στον Mustaine σαν έναν μπεκρή που δεν μπορούσε να παίξει κιθάρα.

Στις αρχές του 1985, το συγκρότημα έλαβε 8.000 δολάρια από το Combat Records για να ηχογραφήσει και να κάνει την παραγωγή  στο ντεμπούτο άλμπουμ του. Τελικά  αναγκάστηκαν να απολύσουν τον αρχικό τους παραγωγό και να κάνουν την  παραγωγή μόνοι τους, αφού ξόδεψαν το μισό του προϋπολογισμού του άλμπουμ σε ναρκωτικά, αλκοόλ και φαγητό. Παρά την κακή παραγωγή, το άλμπουμ ήταν μια απόπειρα με καλή υποδοχή που απέσπασε έντονες κριτικές σε διάφορες μουσικές εκδόσεις. Το “Killing Is My Business… and Business Is Good!” έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην καθιέρωση του thrash metal ως αυθεντικού ιδιώματος του heavy metal. Η στιχουργική του προσέγγιση έχει να κάνει με θέματα θανάτου, αποκρυφισμού και βίας.

1970– Το “Band of Gypsys” είναι ένα ζωντανό άλμπουμ του Jimi Hendrix και το πρώτο χωρίς το αρχικό του γκρουπ, τους Jimi Hendrix Experience. Ηχογραφήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1970, στο Fillmore East της Νέας Υόρκης με τον Billy Cox στο μπάσο και τον Buddy Miles στα ντραμς, που συχνά αναφέρονται ως Band of Gypsys. Το άλμπουμ αναμιγνύει funk και rhythm and blues στοιχεία με hard rock και jamming, μια προσέγγιση που αργότερα έγινε η βάση του funk rock. Περιέχει τραγούδια που δεν είχαν κυκλοφορήσει στο παρελθόν και ήταν το τελευταίο ολοκληρωμένο άλμπουμ του Hendrix που κυκλοφόρησε πριν από το θάνατό του.

1995– Το “Draconian Times” είναι το πέμπτο στούντιο άλμπουμ του βρετανικού heavy metal συγκροτήματος Paradise Lost και κυκλοφόρησε από τη Music For Nations και τη Relativity . Δύο κομμάτια από το άλμπουμ, “The Last Time” και “Forever Failure”, κυκλοφόρησαν ως singles με αντίστοιχα μουσικά βίντεο και μπήκαν στα charts.

Το άλμπουμ παίχτηκε ολόκληρο στο ζωντανό δίσκο του συγκροτήματος “Draconian Times MMXI”. Κυκλοφόρησε επίσης μαζί με το “Shades of God” και το “Icon” σε ένα box set  με τον τίτλο “Original Album Classics”.

Το τραγούδι “Another Desire” γράφτηκε κατά την ηχογράφηση του “Draconian Times”, αλλά δεν κυκλοφόρησε στο άλμπουμ ή στις επανεκδόσεις. Αντίθετα, συμπεριλήφθηκε στο single “Forever Failure”. Το άλμπουμ είχε περιγραφεί από τον τύπο σαν μια μίξη “μεταξύ έντονου, καταθλιπτικού goth rock και crunching heavy metal” και επισημάνθηκε η ικανότητα των Paradise Lost να “δημιουργούν και να διατηρούν μια διάθεση”. Μια περισσότερο γραφική προσέγγιση ήταν πως ακουγόταν “σαν να πήρε ο Hetfield μια γερή δόση από  το First and Last and Always”.

Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το Το Red Medicine, το τέταρτο στούντιο άλμπουμ του αμερικανικού post-hardcore συγκροτήματος Fugazi, από την Dischord Records. Είναι το πιο επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ του συγκροτήματος, φτάνοντας στο νούμερο 126 στο Billboard 200 των ΗΠΑ και στο νούμερο 18 στο UK Albums Chart.

Οι ηχογραφήσεις του άλμπουμ πραγματοποιήθηκαν από τον Ιανουάριο έως τον Φεβρουάριο του 1995 στα Inner Ear Studios στο Arlington της Virginia. Το συγκρότημα συνεργάστηκε με τον μηχανικό Don Zientara, αλλά δεν επέλεξε να συνεργαστεί ξανά με τον παραγωγό Ted Niceley. Οι Fugazi αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τις τακτικές της in-your-face παραγωγής του “In on the Kill Taker” και δούλεψαν για να δημιουργήσουν έναν ήχο ατμοσφαιρικό που θα έδινε μεγαλύτερο βάθος. Για να το πετύχουν αυτό, χειρίστηκαν μόνοι τους την παραγωγή και, με αυτόν τον τρόπο, απέκτησαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση με τους πειραματισμούς στο στούντιο.

1999– Είναι 12 Ιουνίου και οι Metallica έχουν κυκλοφορήσει τα “Load” (1996), “Reload” (1997) και “Garage Inc.” (1998). Έρχονται στη Ριζούπολη για την δεύτερη παρουσία τους στην Ελλάδα λοιπόν (μετά από την εμφάνιση στη Νέα Σμύρνη εν έτει 1993), στο πλαίσιο της περιοδείας “The Garage Remains The Same”.

Εν μέσω οξείας κριτικής, μετά τις προαναφερθείσες κυκλοφορίες 1996 και 1997, ανεβαίνουν στη σκηνή και καθιστούν σαφές ότι they…..”Take no Prisoners”.

Αρχίζουν το show με την τριάδα “So What”, “Last Caress”, “Master of Puppets”, και με το τέλος της το κοινό δεν δύναται να αρθρώσει ούτε ένα “yeah” στο ερώτημα του Hetfield “Are you Ok?”. Χρειάστηκαν μόνο λίγες ώρες, με ένα από τα μεγαλύτερα ατού τους στην πολυετή καριέρα τους, τις ζωντανές εμφανίσεις, ώστε η πρότερη δριμεία κριτική να μετατραπεί στους διθυράμβους της επόμενης ημέρας.

2012– Το Clockwork Angels είναι το δέκατο ένατο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ του μυθικού καναδικού τρίο Rush, που κυκλοφόρησε από την Roadrunner Records. Κατά τη διάρκεια του ενάμιση έτους διάλειμμα του συγκροτήματος μετά την περιοδεία Snakes & Arrows, το γκρουπ αποφάσισε να γράψει ένα νέο στούντιο άλμπουμ. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε τον Απρίλιο του 2010 στο Blackbird Studio στο Nashville  του Tennessee και από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 2011 στο Revolution Recording στο Toronto, στον Καναδά, με παραγωγό ξανά τον Nick Rasckulinecz.

Το κύκνειο άσμα της μεγάλης αυτής μπάντας ήταν τελικά ένα concept έργο. Ο μυθιστοριογράφος επιστημονικής φαντασίας Kevin J. Anderson, μακροχρόνιος φίλος του Neil Peart, ανακοίνωσε ότι θα έγραφε μια νουβέλα για το “Clockwork Angels”. Αποκάλυψε επίσης πληροφορίες για το περιεχόμενο της ιστορίας του άλμπουμ: Στην προσπάθεια ενός νεαρού άνδρα να ακολουθήσει τα όνειρά του, βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στις μεγαλειώδεις δυνάμεις της τάξης και του χάους. Ταξιδεύει σε έναν πλούσιο και πολύχρωμο κόσμο αλχημείας, με χαμένες πόλεις, πειρατές, αναρχικούς, εξωτικά καρναβάλια και έναν αυστηρό ωρολογοποιό που επιβάλλει την ακρίβεια σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής.

Το εκπληκτικό “The Garden” κλείνει την ανυπολόγιστη προσφορά των Rush στη μουσική και τη ζωή, με τον ιδανικό τρόπο.

109
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 174 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.