KING HANNAH: “Big Swimmer”

ALBUM

Το indie rock ντουέτο από το Liverpool, μπροστά στην πρόκληση του δεύτερου άλμπουμ, έκανε μάλλον τη σοφή επιλογή να αφήσει την εξέλιξη των ζωών και της καριέρας τους να πάρουν τα ηνία της έμπνευσης. Η γενναιόδωρη προσφορά ενός νέου ατέλειωτου ορίζοντα με πλήθος ερεθισμάτων που έφερε η πρώτη τους περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν σχεδόν αδύνατο να περιφρονηθεί.

Η τραγουδίστρια Hannah Merrick και ο συνοδοιπόρος της κιθαρίστας και συνθέτης Craig Whittle, άφησαν τους αισθητήρες τους να ενεργοποιηθούν στο πουθενά των νοτιοδυτικών ερήμων του Νέου Μεξικού, σε περίεργους τόπους που είχαν δει πριν μόνο σε ταινίες στην τηλεόραση. Το μεγάλο αυτό ταξίδι και τα παράθυρα-οθόνες του κάλεσαν την ανάλογη έμπνευση να γεμίσει και να καθορίσει κατά πολύ τα πάντα στο νέο δίσκο. Όταν επισκέπτεσαι για πρώτη φορά μια τόσο διαφορετική χώρα, υπάρχει αναμφισβήτητα η αίσθηση πως παρακολουθείς τις ζωές των ανθρώπων εκεί. Ένα πλήθος ανάμικτων και συγκρουόμενων ερεθισμάτων πέρασε αναπόφευκτα στις ιστορίες του “Big Swimmer”.

Η αίσθηση του άλμπουμ είναι πράγματι σαν ένα συμπυκνωμένο road movie στην αχανή ήπειρο στην απέναντι πλευρά του ωκεανού. Συχνά, οι γεωγραφικοί προσδιορισμοί είναι συγκεκριμένοι, όπως στο έξυπνο “New York, Let’s Do Nothing” με τη συνέντευξη για δουλειά στο τραγούδι, ή στο αχανές επικό folk post “Somewhere Near El Paso” , με τις αλλόκοτες σκέψεις για τα μηχανήματα αυτόματης πώλησης. Τα χρονογραφήματα των King Hannah καταφέρνουν να είναι ευέλικτα μέσα στη διάφανη ηχητική τους λιτότητα, αλλά και τόσο συγκεκριμένα στις αποχρώσεις τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αναπλαστικό “Milk Boy” με ον ανησυχητικό, συναρπαστικό ρεαλισμό του, ένα επεισόδιο διαμάχης ενός νεαρού αγοριού και ενός άντρα, ένα σύντομο  μονόπρακτο καθημερινής ζωής που μεταφέρεται και οξύνεται πάνω στις περιστασιακές οργές της κιθάρας του Whittle.

Μια από τις πιο αδιαπραγμάτευτα καθαρές και τρυφερές σελίδες του δίσκου είναι ο λυρικός φόρος τιμής στον σπουδαίο John Prine. Υπέροχες, συγκινητικές λεπτομέρειες της απλής, καθημερινής ζωής συνοδεύουν αρμονικά την ουσία και την αξία της μεγάλης μουσικής ενός δημιουργού. Είναι ενδεικτική από την έναρξη με το ομότιτλο τραγούδι και την σεμνή συνδρομή της Van Etten στα φωνητικά, αυτή η γήινη, προσιτή, ουσιαστική προσέγγιση των στιγμιότυπων. Ο δίσκος ξετυλίγεται σαν ένα απέραντο σεντόνι, με τη στιγμιαία σημασία και τραγικότητα των ηρώων να αργοσβήνει στον αχανή ορίζοντα. Η κλασική ηλεκτροακουστική προσέγγιση του ντουέτου, που ταυτόχρονα ανακαλεί τόσα προφανή ονόματα, αλλά κλέβει και τη δική του ιδιαιτερότητα στην κάμερα που κρατά απέναντί στους ήρωές του, λειτουργεί τελικά με μια μυστηριώδη αισιοδοξία.

Όταν σε ένα τέτοιας προσέγγισης άλμπουμ συναντάς συχνά τον Bill Callahan στις λεπτομέρειες, μόνο καλό μπορεί να είναι αυτό. Το ντουέτο του Liverpool φρόντισε να στηρίξει εμπνευσμένα τις σύντομες, μικρές καθημερινές του αλήθειες, και σε αυτή τη διαδικασία, αποφεύγοντας μάλλον εύκολα τον ύφαλο του δεύτερου δίσκου, βρέθηκε να μας κακομαθαίνει.

Είδος: Americana/Folk Rock/Alternative
Εταιρεία: City Slang
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 31 Μάιου 2024

Website
Facebook

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 989 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.