CHARLIE DOMINICI

TRIBUTE

Γεννημένος στις 16 Ιουνίου του 1951 στο Brooklyn της Νέας Υόρκης, από γονείς Ιταλικής καταγωγής, ο Charlie Dominici μεγάλωσε στην περιοχή Five Towns της κομητείας του Nassau, στο Long Island. Η αγάπη του για τη μουσική τον έκανε γρήγορα να αποκτήσει μια πολύ καλή σχέση με την κιθάρα και τα πλήκτρα, ενώ δεν δίστασε να δοκιμάσει τις ικανότητές του στο μικρόφωνο.

Περνώντας ένα σεβαστό χρονικό διάστημα με συμμετοχές σε διάφορες τοπικές μπάντες χωρίς ιδιαίτερες προοπτικές ανέλιξης, άρχισε να γίνεται γνωστός σαν μέλος των Franke and the Knockouts, στους οποίους έπαιξε κιθάρα και έκανε δεύτερα φωνητικά. Έχοντας τους αισθητήρες του σε εγρήγορση για μια πιο σημαντική ευκαιρία, διάβασε μια μέρα μια αγγελία στην εφημερίδα από κάποιους Majesty που βρίσκονταν σε αναζήτηση τραγουδιστή. Ο τρόπος που είχαν διατυπώσει την αγγελία τον εξιτάρισε: ο ίδιος σκέφτηκε πως η περίπτωση αυτή θα ήταν κάτι των άκρων, κάτι πραγματικά σπουδαίο ή εντελώς ένα χάσιμο χρόνου. Επικοινώνησε μαζί τους και κανόνισε να περάσει από ακρόαση. Όντας απασχολημένος και χρονικά πιεσμένος εκείνο τον καιρό, προέκυψαν 2-3 αναβολές, μέχρι τη μέρα που πήγε τελικά, με το δικό του PA, όπως του είχαν τονίσει στην επικοινωνία.

Η πρόβα κύλισε ομαλά, με τον Charlie να αφήνει καλές εντυπώσεις, και πριν φτάσουν στο τυπικό “θα σου τηλεφωνήσουμε άμεσα”, ο ίδιος ζήτησε να του δώσουν να κοιτάξει κάτι έτοιμο που δεν έχει φωνητικές μελωδίες, καθώς είχε την πίστη πως το δυνατότερο στοιχείο του ήταν η δημιουργική του πλευρά. Έχοντας ένα προσωπικό στυλ που απείχε αισθητά από τους σπουδαίους υψίφωνους του χώρου και της εποχής, αλλά και του προκατόχου του Chris Collins, θέλησε να δοκιμάσει να βάλει κάτι δικό του, στα δικά του φωνητικά πεδία για να ακουστεί ο εαυτός του. Του έδωσαν τη μουσική και τους στίχους του “The Killing Hand”, το κοίταξε, έβαλε τις φωνητικές μελωδικές γραμμές επί τόπου και το τραγούδησε. Περίπου μια εβδομάδα αργότερα, τον πήραν τηλέφωνο και τον ενημέρωσαν πως θα πάρει τη θέση του τραγουδιστή δοκιμαστικά, δίνοντας την εντύπωση μιας μουσικής εταιρείας που προσλάμβανε έναν μισθωτό τραγουδιστή.

Με τον Dominici στο μικρόφωνο, οι Majesty μετονομάστηκαν τελικά σε Dream Theater, μετά από μια πρόταση του πατέρα του Portnoy να χρησιμοποιήσουν το όνομα ενός κοντινού κινηματογράφου. Υπέγραψαν το πρώτο τους συμβόλαιο με την Mechanic/MCA και ηχογράφησαν το άλμπουμ “When Dream and Day Unite” το καλοκαίρι του 1988 στα Kajem/Victory Studios στο Gladwyne της Pensylvania, σε ένα διάστημα τριών εβδομάδων. Το βασικό υλικό του δίσκου προήλθε από τα demo των Majesty, και με δεδομένο τον θόρυβο που είχαν ήδη δημιουργήσει, είχαν καλλιεργήσει υψηλές προσδοκίες για την υποδοχή του κοινού. Το άλμπουμ όμως πέρασε σχεδόν απαρατήρητο συνολικά από τη μουσική βιομηχανία, και οδήγησε την εταιρεία στη διακοπή της συνεργασίας με το γκρουπ, με αποτέλεσμα να κάνουν μόνο μια μικρή περιοδεία σε clubs της περιοχής της Νέας Υόρκης για την προώθησή του.

Ο ίδιος ο Dominici έχει πει πως η εταιρεία πρώτη δεν τήρησε τις υποσχέσεις της, που περιλάμβαναν ένα promo βίντεο και μια περιοδεία στην Ιαπωνία. Ο ίδιος ένιωθε ήδη στο τέρμα μιας μεγάλης διαδρομής με παροδικές παρουσίες σε μπάντες χωρίς προοπτική. Οι υπόλοιποι ήταν όλοι τους μόλις μετά τα είκοσι χρόνια τους και αυτή ήταν ουσιαστικά η πρώτη σοβαρή τους εμπειρία στη μουσική βιομηχανία. Ο ίδιος ένιωθε τρομερά πιεσμένος, σε έναν πανικό, μια προσωπική τρέλα που τον οδηγούσε να κάνει πολλά λάθος πράγματα. Όλα τα προβλήματα άρχισαν να συσσωρεύονται και να σχηματίζουν ξεκάθαρα χωριστούς δρόμους μεταξύ τους. Έφτασαν στο σημείο αμφότεροι να καταλάβουν πως αυτός δεν ήταν ο κατάλληλος τραγουδιστής για τη μπάντα, και αυτοί δεν ήταν το κατάλληλο σχήμα γι’ αυτόν. Ο Portnoy είχε πει χαρακτηριστικά πως “είναι σαν να βάζεις τον Billy Joel να τραγουδήσει στους Queensryche”. Ο ίδιος ένιωσε σχεδόν ανακουφισμένος, περισσότερο για δυο συγκεκριμένους λόγους. Ο πρώτος ήταν πως τα φωνητικά ήταν έξω από το δικό του φάσμα και ένιωθε σχεδόν σκλάβος να είναι υποχρεωμένος να τραγουδά με αυτό τον τρόπο. Ο δεύτερος ήταν η κόπωση των αδιεξόδων της ενασχόλησης με τη μουσική για αρκετά χρόνια, μια σημαντική διαφορά και απόσταση από την αντιμετώπιση των υπόλοιπων νεαρών πρώην συμπαικτών του. Όπως συμβαίνει χαρακτηριστικά σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι Dream Theater δήλωσαν πως απέλυσαν τον τραγουδιστή τους, και ο Dominici πως απέλυσε το υπόλοιπο συγκρότημα. Γι’ αυτόν άλλωστε, όταν η εταιρεία τους εγκατέλειψε, ήταν δεδομένο πως τελείωσε για τη μουσική.

Ήθελε πραγματικά να ξεφύγει εντελώς από τη μουσική. Είχε αποφασίσει πως μετά από τη φθορά τόσων ετών και τις απανωτές απογοητεύσεις, δεν την αγαπούσε πια όσο την είχε αγαπήσει. Ήταν ουσιαστικά σαν ένας χωρισμός από τη μουσική του καριέρα. Μόνο που τελικά έμεινε μακριά λίγο περισσότερο από όσο φανταζόταν στην αρχή. Έτσι άρχισε να σκέφτεται πως πιθανώς θα έμενε μακριά για πάντα, πώς αυτό το μέρος της ζωής του είχε τελειώσει. Είχε ήδη αρχίσει να δοκιμάζει επιχειρηματικά άλλα πράγματα. Έγινε πολύ πετυχημένος στα χρηματοοικονομικά στην αυτοκινητοβιομηχανία. Διατηρούσε μόνος του αντιπροσωπείες της Toyota, βγάζοντας αρκετά χρήματα. Κάπου αισθανόταν άθλια να βλέπει τον εαυτό του μέσα σε ένα φανταχτερό κάμπριο Mercedes Benz στο San Diego, να έχει τα πάντα στο σπίτι του, αλλά να είναι δημιουργικά νεκρός. Κάπως έτσι, επέστρεψε αναπόφευκτα η αγάπη για τη μουσική. Τα πούλησε όλα, άρχισε ξανά να γράφει και αυτή τη φορά δεν τον ένοιαζε αν θα τα κατάφερνε. Ήθελε μόνο να κάνει τη μουσική με τον δικό του τρόπο, χωρίς κανείς να του υποδείξει πώς να την κάνει.

Οι καρποί αυτής της δεύτερης απόπειρας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και την πίεση της μουσικής βιομηχανίας, μεταφράστηκαν σε μια τριλογία από προσωπικά άλμπουμ, που κυκλοφόρησαν το 2005, το 2007, και το 2008. Το πρώτο μέρος του έργου είναι αμιγώς ακουστικό, με τον Dominici να τραγουδά, να παίζει ακουστική κιθάρα και φυσαρμόνικα, και τις country επιρροές να είναι συχνά εμφανείς. Το θέμα περιγράφει την ιστορία ενός ανθρώπου που απήχθη στα δέκα του χρόνια από μια τρομοκρατική οργάνωση με σκοπό να τον εκπαιδεύσουν. Καθώς σταδιακά αρχίζει να αμφιβάλλει απέναντι σε όλα αυτά, γνωρίζοντας και τον έρωτα στη ζωή του, έρχεται αντιμέτωπος με την πρώτη του αποστολή. Πριν όμως προλάβει να ενεργοποιηθεί, συλλαμβάνεται από το FBI και καταλήγει στη φυλακή, όπου τον βρίσκουμε να αναλογίζεται για τις αποφάσεις που θα πάρει όταν επιστρέψει ξανά έξω στον ελεύθερο κόσμο.

Το δεύτερο μέρος μας έρχεται με μια πλήρη μπάντα εξαιρετικών μουσικών που μπορούν να αποδώσουν αυτό που θέλει να κάνει ο Dominici, και η έκπληξη είναι πως η μουσική, η δομή, και η πλοκή των συνθέσεων παραπέμπει φανερά στους πρώην συμπαίκτες, με ένα άλμπουμ συμφωνικού, παλαιάς κοπής progressive metal, άρτια παιγμένου και καλογραμμένου , με μοναδικό ψεγάδι την έλλειψη αυθεντικής υπόστασης. Ας μην ξεχνάμε όμως πως υπήρξε μέλος των Dream Theater. Το concept συνεχίζει την ιστορία του πρωταγωνιστή μετά την έξοδό του από τη φυλακή, με εμπλοκή ντετέκτιβ, αναφορές στην ανθρώπινη απληστία και τις αδικίες του συστήματος, και το τελικό χτύπημα με την απελευθέρωση ενός χημικού με τη μορφή έκρηξης από τον πρωταγωνιστή. Το τρίτο μέρος μεταφέρει ουσιαστικά τα ίδια χαρακτηριστικά, ίσως με πιο βαρύ ήχο σε κάποιες περιπτώσεις και η ιστορία κλείνει σε παρόμοιο ύφος και θεματολογία με αρκετές ανατροπές.

Ο Dominici παρέμεινε σε επαφή με τους Dream Theater σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του, μάλιστα τραγούδησε στο γάμο του Mike Portnoy με την Marlene Apuzzo. Η φωνή του ακούστηκε επίσης στην κυκλοφορία της YtseJam Records “When Dream and Day Unite Demos”, η οποία περιλάμβανε pre-production και φωνητικά demos πολλών τραγουδιών, καθώς και μια διασκευή των The Beatles (Golden Slumbers/Carry That Weight/The End) και το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο τραγούδι “O Holy Night”.

Στις 6 Μαρτίου 2004, ενώθηκε ξανά με τους πρώην συμπαίκτες του στη σκηνή στο Los Angeles για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια, για μια ειδική γιορταστική εμφάνιση για την 15η επέτειο του πρώτου άλμπουμ, τραγουδώντας στο “To Live Forever” (ένα ακυκλοφόρητο κομμάτι γραμμένο την ίδια χρονική περίοδο) και το “Metropolis” μαζί με τον LaBrie και τον πρώην κημπορντίστα Derek Sherinian. Αυτή η παράσταση κυκλοφόρησε αργότερα ως “When Dream and Day Reunite”, και η έκδοση DVD που περιέχει επίσης πλάνα από την περιοδεία του συγκροτήματος το 1989 με τον Dominici.

Τέλος, άνοιξε για τους Dream Theater σε τρεις εμφανίσεις στην περιοδεία “Chaos in Motion” τον Ιούνιο του 2007.

Τον Νοέμβριο του 2023, δυστυχώς ανακοινώθηκε ο απρόσμενος θάνατός του, σε ηλικία 72 χρόνων.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 990 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.