BLACKENED CORVUS: “Until We Die”

ALBUM

Από την κωμόπολη Vendome της Γαλλίας, στο πλευρό του ποταμού Λίγηρα μας έρχονται ετούτοι εδώ οι Γάλλοι και ήδη συμπληρώνουν μια δεκαετία ύπαρξης. Με το ομότιτλο EP τους να δίνει το πρώτο δισκογραφικό τους στίγμα το 2014, κυκλοφόρησαν το πρώτο πλήρες άλμπουμ τους , με τον τίτλο “Nevermore” το 2016, και φέτος στο φινάλε του 2022, επέστρεψαν με το φιλόδοξο “Until We Die”.

Παραμένοντας ως σήμερα ανεξάρτητοι, χωρίς τη συνδρομή κάποιας δισκογραφικής εταιρείας, το γαλλικό κουιντέτο, πέρα από την τυπική σύνθεση που περιλαμβάνει τους δυο κιθαρίστες, τους Thierry και Gilles Goizet, τον μπασίστα Philippe, και τον ντράμερ Vince Rochais, έχει στο μικρόφωνο τον David, που παίζει και βιολί. Αυτό το στοιχείο είναι αναμενόμενα και το αντίπαλο δέος στο δεμένο, επιβλητικό groove metal που παίζουν οι Γάλλοι και δίνει μια χαρακτηριστική ομοιογένεια στο άλμπουμ.

Η μουσική τους, με τον ρυθμό να προωθεί τα βασικά στοιχεία του κλασικού metal σε έναν μοντέρνο πρωταγωνιστή, παρουσιάζεται δυναμική, με ένα σκοτάδι που στηρίζεται τόσο από τα στιβαρά ριφ και τους μέσης ταχύτητας ρυθμούς, όσο και στην πειστική, γεμάτη γρέζι και μονολιθική σοβαρότητα φωνή του David. Ανάμεσα λοιπόν σε όλα αυτά τα σφιχτοδεμένα ρυθμικά μέρη, έρχονται και κάποιες νεοκλασικές παρεμβάσεις με οδηγό το βιολί του τραγουδιστή και ανοίγουν τον ήχο του σχήματος. Το ύφος φυσικά παραμένει σοβαρό, με ένα μετρημένο σκοτάδι και την υποψία μιας αιωρούμενης θλίψης να κάθεται σε όλες τις συνθέσεις. Η μπάντα έχει φροντίσει να κρατήσει μια ομαλή ποιότητα και συνέπεια σε όλη τη διάρκεια του δίσκου, αποφεύγοντας εκπλήξεις που δεν θα ταίριαζαν με την δική τους ταυτότητα. Έτσι, όπως σκιαγραφείται το μονοπάτι του άλμπουμ από τα ικανοποιητικά “Black Knight” και “Wmii” που τραβούν την κουρτίνα, έτσι συνεχίζουν και ολοκληρώνουν. Με τον David να σηκώνει τις μελωδικές του αφηγήσεις με μια σταθερή υποβολή που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον πρόσφατο Jon Oliva και τον James Hetfield, οι Γάλλοι ξεδιπλώνουν μια σειρά τραγουδιών που θα περάσουν με τη διάφανη δομή τους και την ξεκάθαρη τακτική τους κυρίως στον κλασικό metal ακροατή. Φροντίζουν παράλληλα με σύντομα μετρημένα τρικ να δελεάσουν στιγμιαία και τον πιο εκκεντρικό φίλο του σκληρού ήχου, αλλά δεν αποκλίνουν του αρχικού δρόμου.

Μέσα σε μια φαρέτρα έντεκα συνθέσεων σχεδόν παρόμοιας δυναμικής, έπιασα τον εαυτό μου να επιστρέφει πιο συχνά στο σχεδόν εμβατηριακό “Wmii” με την επιφυλακτική avant garde υπόνοιά του, στο οργισμένο “Holy Hypocrites” με την κατανυκτική έναρξη, και στο μεγαλύτερο σε διάρκεια “In My Darkest Hours” που μαζί με το “Too Late” είναι οι δυο πλουσιότερες  μεταλλικές συμφωνίες τους. Όμορφο το σχεδόν εξωτικό χρώμα του “Face Me”, ενώ το “Sorry” μέσα στη βελούδινη ηρεμία του τυλίγει τον ακροατή σαν μια οριστική υπαρξιακή απολογία, απόλυτα εναρμονισμένη στο κυρίαρχο χρώμα του δίσκου.

Σε όσους φίλους του κλασικού σκληρού ήχου αρέσουν οι ευδιάκριτες αλλά σκοτεινές διαδρομές χωρίς πολλά τερτίπια και ευρήματα, το “Until We Die” είναι ένα άλμπουμ που με τις προφανείς του αναγωγές θα σου δώσει κάτι λειτουργικό, άμεσο και όμορφα φτιαγμένο. Χωρίς να αναποδογυρίζουν το σύμπαν του αντίστοιχου χώρου τους δίνουν σοβαρές υποσχέσεις και έναν προσγειωμένο δίσκο για συγκεκριμένες διαθέσεις.

Είδος: Heavy/Groove metal
Εταιρεία: Ανεξάρτητη κυκλοφορία
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 23 Δεκεμβρίου 2022

Facebook: https://www.facebook.com/blackenedcorvus/
Bandcamp: https://blackenedcorvus.bandcamp.com/

79
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 278 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.