THIN LIZZY: Το θρυλικό και αμφιλεγόμενο “Live And Dangerous” του 1978

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ- 2 ΙΟΥΝΙΟΥ

Το Live and Dangerous είναι ένα ζωντανό διπλό άλμπουμ του ιρλανδικού hard rock θρύλου Thin Lizzy, που κυκλοφόρησε τις 2 Ιουνίου του 1978, από την Vertigo, την Mercury στον Καναδά, και την Warner Bros στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το συγκρότημα αποφάσισε να κυκλοφορήσει ένα ζωντανό άλμπουμ αφού ο παραγωγός τους Tony Visconti δεν είχε τον απαραίτητο  χρόνο τότε, να δουλέψει για ένα άλμπουμ με νέο υλικό στο στούντιο.

Το συγκρότημα και ο Visconti άκουσαν πάνω από 30 ώρες ηχογραφήσεων από τα αρχεία τους, αναζητώντας τις καλύτερες εκτελέσεις για την κυκλοφορία. Στις σημειώσεις του άλμπουμ αναφέρονται δύο συναυλίες σαν πηγές του συνολικού υλικού –  στο Hammersmith Odeon, στο Λονδίνο, στην Αγγλία στις 14 Νοεμβρίου 1976 (ως μέρος της περιοδείας για το “Johnny the Fox”, που κυκλοφόρησε νωρίτερα εκείνο το έτος) και στο Seneca College Fieldhouse, Don Mills, στο Τορόντο , στον Καναδά στις 28 Οκτωβρίου 1977 (ως μέρος της περιοδείας για το “Bad Reputation”). Ο Visconti αποκάλυψε αργότερα ότι οι εμφανίσεις στο “Tower Theatre” της Φιλαδέλφειας στις 20 και 21 Οκτωβρίου 1977, μια εβδομάδα πριν από τη συναυλία του Τορόντο, είχαν επίσης ηχογραφηθεί. Το συγκρότημα είχε ακούσει ξανά τις κασέτες του Hammersmith λίγο μετά την ηχογράφηση και συμφώνησε ότι οι εκτελέσεις ακούγονταν καλύτερα από τις αντίστοιχες ηχογραφήσεις στο στούντιο.

Ο βιογράφος των Thin Lizzy, Mark Putterford, πιστεύει ότι η πλειονότητα των ηχογραφήσεων στο τελικό άλμπουμ είναι από το show του Hammersmith. Ο Visconti είπε αργότερα ότι η εκτέλεση του “Southbound” προήλθε από ένα soundcheck πριν από μια από τις συναυλίες της Φιλαδέλφειας, με τις φωνές του κοινού να προστίθενται από άλλο τραγούδι.

Το άλμπουμ έφτασε στο Νο. 2 στα chart album του Ηνωμένου Βασιλείου, πουλώντας τελικά πάνω από μισό εκατομμύριο αντίτυπα. Συνέχισε να κερδίζει την αποδοχή των κριτικών και έχει εμφανιστεί σε πολλές λίστες με τα καλύτερα ζωντανά άλμπουμ όλων των εποχών. Συνεχίζει να συνοδεύεται από τη διχογνωμία του Visconti με τον Lynott σχετικά με τα overdubs, με τον ηγέτη των Thin Lizzy να ξεκαθαρίζει  ότι υπήρχαν μερικά απαραίτητα overdubs, αλλά “οτιδήποτε άλλο θα είχε καταστρέψει την ατμόσφαιρα σε αυτές τις ηχογραφήσεις και θα κατέληγε μια κοροϊδία για ένα ζωντανό άλμπουμ”. Ο Robertson ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για την άποψη του Visconti. Είπε ότι το άλμπουμ είναι σχεδόν όλο ζωντανό και τα επίπεδα ήχου στη σκηνή καθιστούσαν αδύνατη την παρατεταμένη χρήση overdubs λόγω της έλλειψης ακουστικού διαχωρισμού μεταξύ των οργάνων.

Ήταν το τελευταίο άλμπουμ των Thin Lizzy στο οποίο συμμετείχε ο κιθαρίστας Brian Robertson, που έφυγε από το συγκρότημα λίγο μετά την κυκλοφορία του.

1972– Το “Obscured by Clouds” είναι το έβδομο στούντιο άλμπουμ των πρωτοπόρων του progressive rock,  Pink Floyd, που κυκλοφόρησε από την Harvest και την Capitol Records. Χρησιμοποιήθηκε σαν soundtrack για τη γαλλική ταινία “La Vallée”, του Barbet Schroeder. Ηχογραφήθηκε σε δύο sessions στη Γαλλία, ενώ οι Pink Floyd βρίσκονταν στη μέση της περιοδείας, και με παραγωγή από το συγκρότημα.

Ο δίσκος αυτός είναι πιο σύντομος σε διάρκεια από τα προηγούμενα άλμπουμ των Pink Floyd και χαρακτηρίζεται από τον πρωταγωνιστικό ρόλο της ακουστικής κιθάρας. Στιχουργικά, τα τραγούδια επικεντρώνονται γύρω από την αγάπη, ένα κοινό θέμα στην ταινία από την οποία εμπνεύστηκε το άλμπουμ. Το μόνο single του άλμπουμ ήταν το “Free Four”. Το “Obscured by Clouds” έχει θεωρηθεί ως ένα ενδιάμεσο διάλειμμα για το συγκρότημα, το οποίο είχε ξεκινήσει να δουλεύει για το επόμενο άλμπουμ τους, “The Dark Side of the Moon” του 1973. Το άλμπουμ έφτασε στο νούμερο 6 στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο νούμερο 46 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

1974– Το “The Psychomodo” είναι το δεύτερο στούντιο άλμπουμ των Cockney Rebel, το οποίο κυκλοφόρησε από την EMI και η παραγωγή έγινε από τον Steve Harley και τον Alan Parsons.

Το ντεμπούτο άλμπουμ των Cockney Rebel, “The Human Menagerie”, κυκλοφόρησε το 1973 και απέτυχε να αναρριχηθεί στο UK Albums Chart. Το single “Sebastian” ήταν επίσης μια αποτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά έκανε επιτυχία στην Ηπειρωτική Ευρώπη. Η έλλειψη αναγνώρισης στο Ηνωμένο Βασίλειο για τους Cockney Rebel έκανε τη δισκογραφική τους, EMI, να επιμένει σε ένα πετυχημένο single. Αντιδρώντας σε αυτό , ο Harley ξαναδούλεψε το μη ηχογραφημένο τραγούδι του “Judy Teen”, το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1974 και έγινε επιτυχία στο βρετανικό Top 5. Όταν κυκλοφόρησε το single, οι Cockney Rebel ήταν ήδη στη διαδικασία ηχογράφησης του δεύτερου άλμπουμ τους, “The Psychomodo”.

1980– Το “I’m a Rebel” είναι το δεύτερο στούντιο άλμπουμ των Γερμανών metallers Accept, που ηχογραφήθηκε το 1979 και κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο. Ήταν ο πρώτος από τους τρεις συνεχόμενους δίσκους των Accept όπου χρησιμοποίησαν τον Dirk Steffens ως παραγωγό. Το άλμπουμ βρίσκει τους Accept να συνεχίζουν να αναζητούν τη μουσική τους κατεύθυνση, πειραματιζόμενοι με έναν πιο εμπορικό ήχο από ότι στο ντεμπούτο τους. Ο μπασίστας Peter Baltes τραγουδά για άλλη μια φορά τα πρώτα φωνητικά σε δύο κομμάτια, στις μπαλάντες “No Time to Lose” και “The King”.

Το ομότιτλο κομμάτι πιστώνεται στον George Alexander, το οποίο είναι ψευδώνυμο του Alex Young, μεγαλύτερου αδελφού του παραγωγού δίσκων και μουσικού George Young και των κιθαριστών των AC/DC Angus Young και Malcolm Young. Ο κιθαρίστας Wolf Hoffmann θυμήθηκε τις συνθήκες που οδήγησαν τον Alex Young να δουλέψει με τους Accept: ασχολήθηκε με τους Accept μέσω του παραγωγού μας. Όλοι μετά τον πρώτο δίσκο είπαν ότι πρέπει να έχουμε μια ραδιοφωνική επιτυχία. “Παιδιά, χρειάζεστε μια ραδιοφωνική επιτυχία και αυτό το τραγούδι είναι για σας. Γιατί δεν δοκιμάζετε αυτό;” Το τραγούδι έγινε η βάση για το πρώτο μουσικό βίντεο του συγκροτήματος.

1986– Το “A Kind of Magic” είναι το δωδέκατο στούντιο άλμπουμ του βρετανικού rock μύθου Queen, που κυκλοφόρησε από την EMI Records στο Ηνωμένο Βασίλειο και από την Capitol Records στις ΗΠΑ. Ήταν το πρώτο τους στούντιο άλμπουμ που ηχογραφήθηκε ψηφιακά και βασίζεται στο soundtrack της ταινίας “Highlander”, σε σκηνοθεσία Russell Mulcahy.

Ήταν το πρώτο άλμπουμ των Queen που κυκλοφόρησε από τότε που σάρωσαν με την εμφάνισή τους στο Live Aid το 1985. Ήταν μια άμεση επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο, πηγαίνοντας κατευθείαν στο νούμερο ένα και πούλησε 100.000 αντίτυπα την πρώτη εβδομάδα. Παρέμεινε στα charts για 63 εβδομάδες, πουλώντας 600.000 μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το άλμπουμ έβγαλε τέσσερα singles: το ομότιτλο κομμάτι του άλμπουμ “A Kind of Magic”,  και τα “One Vision”, “Friends Will Be Friends”, και “Who Wants to Live Forever”, το οποίο περιλαμβάνει ενορχήστρωση από τον Michael Kamen. , ενώ το τελευταίο κομμάτι, το “Princes of the Universe”, είναι το θεματικό τραγούδι του Highlander.

1998– Το “Abandon” είναι το δέκατο έκτο στούντιο άλμπουμ του βρετανικού hard rock  συγκροτήματος Deep Purple, που κυκλοφόρησε από την ΕΜΙ. Ήταν το δεύτερο άλμπουμ των Deep Purple με τον Steve Morse στην κιθάρα και το τελευταίο στο οποίο συμμετείχε ο συνιδρυτής Jon Lord, πριν από την αποχώρησή του το 2002.

Το άλμπουμ ακολούθησε μια επιτυχημένη παγκόσμια περιοδεία το 1998/1999 που έφερε τους Deep Purple στην Αυστραλία για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια. Το 1999 κυκλοφόρησε ένα ζωντανό άλμπουμ και το DVD “Total Abandon: Australia ’99”, που ηχογραφήθηκε στη Μελβούρνη στις 20 Απριλίου 1999.

2014– Οι Αυστραλοί progsters από το Perth, Voyager, κυκλοφορούν το πέμπτο τους άλμπουμ, με τον τίτλο “V”, από τη Nightmare Records, συνεχίζοντας να εξελίσσουν τον ήχο τους σε έναν ξεχωριστό συνδυασμό των επιρροών τους από τις synth pop μέρες των 80’s, με αρκετά djent στοιχεία, με τα ιδιαίτερα φωνητικά του Daniel Estrin να ξεχωρίζουν όπως πάντα.

217
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 176 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.