RORY GALLAGHER: Η σχέση του με το Φεστιβάλ του Montreau σε μια ξεχωριστή κυκλοφορία

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ- 31 ΙΟΥΛΙΟΥ

Το “Live at Montreux” είναι ένα ντοκουμέντο ζωντανό άλμπουμ που κυκλοφόρησε μετά το θάνατο του μεγάλου Ιρλανδού blues rock κιθαρίστα, Rory Gallagher στις 31 Ιουλίου του 2006. Είναι ουσιαστικά μια ζωντανή συλλογή που ηχογραφήθηκε στο Montreux Jazz Festival το 1975, 1977, 1979 και 1985. Το άλμπουμ περιέχει τα 12 highlights από αυτές τις εμφανίσεις του.

“Θέλω να παίζω ακόμα όταν θα είμαι 50”, δήλωσε ο Ιρλανδός κιθαρίστας κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης στην Beat Instrumental τον Ιούνιο του 1971. Κατά πάσα πιθανότητα, ο καταξιωμένος κιθαρίστας των μπλουζ θα είχε φτάσει εύκολα εκείνο το όριο, αν δεν είχε υποκύψει σε έναν πρόωρο θάνατο λόγω επιπλοκών κατά τη διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης μεταμόσχευσης ήπατος το 1995. Ο Gallagher ήταν 47 χρονών.

Αν ο Claude Nobs, ο αγαπημένος promoter πίσω από το Montreux Jazz Festival, είχε τον τρόπο του, ο Gallagher θα είχε πάντα ένα σπίτι στη σκηνή κατά μήκος της ακτογραμμής της λίμνης της Γενεύης. Στο σημειώσεις του booklet για το Live At Montreux, ο Nobs γράφει:  “την μέρα που πέθανε, ήξερα ότι το ροκ και το μπλουζ στο Μοντρέ δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο”. Ο Gallagher έπαιξε στο Montreux από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μέχρι τη χρονιά  πριν πεθάνει. Συμμετείχε επίσης με διακεκριμένους καλλιτέχνες όπως ο Albert King και ο Larry Coryell στη διοργάνωση. Μόνος με μια ακουστική ή σε πλήρη επίθεση με τη θρυλική Stratocaster και την αφοσιωμένη μπάντα πίσω του, ο Rory Gallagher ήξερε πάντα να κάνει τη διαφορά εκεί. Το συγκεκριμένο live δεν είναι παρά μια σύντομη ματιά της σχέσης μεταξύ του μεγάλου κιθαρίστα και του φεστιβάλ. Ο Gallagher έβαζε το 110 τοις εκατό σε κάθε στιγμή και όπως είπε κάποτε ο Cameron Crow, “ αυτός με την κιθάρα του ήταν τα πάντα, έμπαινε στην ψυχή σου”.

1985– Γεννιέται η Alissa White-Gluz, Καναδή τραγουδίστρια, περισσότερο γνωστή σαν η τωρινή τραγουδίστρια του σουηδικού μελωδικού death metal συγκροτήματος Arch Enemy, και πρώην τραγουδιστής και ιδρυτικό μέλος του καναδικού μελωδικού death metal συγκροτήματος The Agonist. Το φωνητικό της στυλ περιλαμβάνει τόσο growls όσο και καθαρά φωνητικά.  Αν και συνδέθηκε κυρίως με το μελωδικό death metal και το metalcore, έχει εμφανιστεί σαν guest τραγουδίστρια για συγκροτήματα power metal, συμφωνικού metal και deathcore, σε ονόματα κυρίως όπως οι Kamelot, Delain, Carnifex και Powerwolf, ενώ έχει εμφανιστεί ζωντανά με τους Nightwish και την Tarja Turunen.

1980– Μια ζωντανή εμφάνιση στο Long Beach της California, σηματοδοτεί εκείνη τη μέρα τη διάλυση του δημοφιλούς rock σχήματος, The Eagles, όταν ξέσπασε μεγάλος καυγάς επί σκηνής μεταξύ του τραγουδιστή/κιθαρίστα Glenn Frey και του κιθαρίστα Don Felder. Οι σοβαρές απειλές που αντάλλαξαν μεταξύ τους ακούστηκαν από το έκπληκτο κοινό. Η συναυλία τελείωσε με τον Felder να σπάει μια κιθάρα στον τοίχο στα παρασκήνια και να απομακρύνεται γρήγορα με μια λιμουζίνα, και το γκρουπ ακολούθησε χωριστούς δρόμους. Όλα τα μέλη του συγκροτήματος ξεκίνησαν σόλο καριέρα τα επόμενα χρόνια, με περιορισμένη επιτυχία. Όλοι υποστήριξαν όλα αυτά τα χρόνια ότι το συγκρότημα είχε τελειώσει, αλλά οι Eagles εξέπληξαν τους πάντες όταν ενώθηκαν ξανά τον Δεκέμβριο του 1993 για να εμφανιστούν στο βίντεο για τη διασκευή του Travis Tritt στο “Take It Easy”.

1981– Κυκλοφορεί το μάλλον πολύ παραμελημένο single των Thin Lizzy, “Trouble Boys”, που περιέχει μια απόδοση του ομότιτλου τραγουδιού του Dave Edmunds, καθώς και το τραγούδι “Memory Pain”, μια σύνθεση του Αμερικανού τραγουδιστή και συνθέτη rhythm and blues, Percy Mayfield. Το single κυκλοφόρησε την εποχή του “Renegade”.

2001– Κυκλοφορεί το “Demolition”, που είναι το δέκατο τέταρτο στούντιο άλμπουμ των άγγλων  heavy metal gods, Judas Priest και το πρώτο στη δεκαετία του 2000. Είναι το δεύτερο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ στο οποίο συμμετέχει ο Tim “Ripper” Owens στα φωνητικά. Είναι επίσης το μοναδικό στούντιο άλμπουμ των Judas Priest που έχει την περιβόητη ετικέτα “Parental Advisory” στο εξώφυλλο του άλμπουμ, λόγω των τραγουδιών “Machine Man”, “Hell Is Home” και “Metal Messiah” που περιέχουν ακραίο λεξιλόγιο. Όπως το προηγούμενο άλμπουμ “Jugulator”, το “Demolition” είναι άλλο ένα άλμπουμ των Judas Priest που δεν έχει περιληφθεί ποτέ σε κανένα μεγάλο ιστότοπο ψηφιακών μέσων, λόγω του ότι η SPV κατέρρευσε οικονομικά  και χρεοκόπησε το 2009.

2002– Κυκλοφορεί το “ Demonstrations in Chaos”, που είναι μια συλλογή αρχείων από το progressive metal συγκρότημα Watchtower, και περιέχει διάφορες πρώιμες ηχογραφήσεις που τοποθετούνται χρονικά από το 1983 έως το 1987.

Τα πρώτα 7 τραγούδια του άλμπουμ ηχογραφήθηκαν το καλοκαίρι του 1983 για την αρχική έκδοση του Energetic Disassembly. Μετά όμως έκλεισαν τα Β.Ο.S.S. (συντομογραφία του Bob O’Neill Sound Studios) και η δισκογραφική της, Rainforest Records, έπαψε να υφίσταται. Και τα 7 κομμάτια, συν το “Violent Change”, κόπηκαν ξανά για την κυκλοφορία της Zombo Records το 1985.

64
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 171 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.