EARLY MOODS

INTERVIEW

Πέντε άγνωστοι Καλιφορνέζοι τύποι που λατρεύουν το αρχέγονο doom αλλά υπάρχει άφθονος χώρος στις καρδιές τους και για το NWOBHM, κατάφεραν να μας δώσουν ένα ντεμπούτο που εύκολα γήτευσε κάθε νοσταλγό των παραπάνω, αλλά ταυτόχρονα βούλωσε και το στόμα του δύστροπου ακροατή που θέλει φρεσκάδα, ανανέωση και χαρακτήρα. Προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουμε αυτό το κατόρθωμα και να πλουτίσουμε τις γνώσεις μας γύρω από τους νέους αυτούς ήρωες, συνομιλούμε με τον ιδρυτή και κιθαρίστα Eddie Andrade.

Αρχικά  μπορείς να μας περιγράψεις σύντομα πώς έγινε το ξεκίνημα για τους Early Moods;
Λοιπόν, η αρχή για τους Early Moods μας πηγαίνει πίσω στο 2015. Εγώ και ο Albert, ο τραγουδιστής, μπασίστας τότε, γνωριζόμαστε από τότε που ήμασταν παιδιά και μεγαλώσαμε παίζοντας μαζί σε μπάντες. Παρόλο που παίζαμε σε death και black metal συγκροτήματα σε όλο το LA, πάντα αγαπούσαμε το κλασικό doom metal και το rock ‘n’ roll. Έτσι, μια μέρα στο γκαράζ μου, αποφασίσαμε οριστικά ότι θέλαμε να αρχίσουμε να παίζουμε κάποιο βαρύ παραδοσιακό doom στο ύφος των Witchfinder General, των Pentagram, των Trouble, των Saint Vitus και των Sabbath  φυσικά.

Μεταξύ του EP “Spellbound” και του ντεμπούτου άλμπουμ σας, τι είδους διαφορές και αίσθηση εξέλιξης αντιλαμβάνεστε σαν δημιουργοί και των δύο έργων;
Λοιπόν, αφού κυκλοφόρησε το “Spellbound”, αρχίσαμε αμέσως να γράφουμε για το ντεμπούτο άλμπουμ μας και παρατηρήσαμε ότι η γραφή μας προχώρησε στιχουργικά και μουσικά. Πάντα λέγαμε στους ανθρώπους μας ότι θέλαμε να ενσωματώσουμε τις μελωδίες του heavy metal στο στυλ του doom metal μας, οπότε όταν ήρθε η ώρα να γράψουμε αυτά τα νέα τραγούδια, τα προσεγγίσαμε με διαφορετικό τρόπο και πιο ανοιχτόμυαλα. Όταν ολοκληρώσαμε το ντεμπούτο, σταματήσαμε και κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον και παρατηρήσαμε την εξέλιξη από το “Spellbound” σε αυτό. Όταν είσαι μουσικός είναι φυσικό να συμβαίνουν τέτοια πράγματα.

Έχοντας τον πρώτο τίτλο υποδοχής “Return to Salem’s Gate”, εισάγετε τον ακροατή σε μια απόκρυφη διάθεση. Είναι κάτι που νιώθεις ότι ανήκει στη φύση της μπάντας;
Όλοι μας στο συγκρότημα είχαμε πάντα ενδιαφέρον για την απόκρυφη πλευρά των πραγμάτων στη ζωή, την έχουμε συμπεριλάβει σε ορισμένα σημεία των στίχων μας, ακόμα και στο υλικό του “Spellbound”. Έχουμε μεγάλο ενδιαφέρον για αυτό, αλλά δεν το θεωρούμε απαραίτητα την πρωταρχική μας στιχουργική έμπνευση. Πολλοί από τους στίχους μας επηρεάζονται από γεγονότα της ζωής μας ή ιστορίες από την οπτική της ζωής. Επιλέξαμε το “Return to Salem’s gate” σαν εναρκτήριο τραγούδι για το άλμπουμ λόγω της ενέργειας που έχει. Η στιχουργική έμπνευση για αυτό το τραγούδι τυχαίνει να βασίζεται στην ομότιτλη ταινία.

Καθώς οι άνθρωποι συνήθως αγαπούν να μιλούν με είδη, ποιο πιστεύεις ότι είναι το πιο δυνατό σας όπλο για να επιβιώσετε σε αυτό το ρέον vintage ρεύμα μαζί με αμέτρητα συγκροτήματα;
Νομίζω ότι το πιο δυνατό μας όπλο είναι ότι ενσωματώνουμε την αγάπη μας για το new wave of British heavy metal στη μουσική μας. Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε με ξεχωριστές επιρροές στη μουσική και όλοι προσπαθούμε να τα ενσωματώσουμε όλα αυτά σε μια συνολική γραφή. Ένα από τα πλεονεκτήματα αυτού είναι ότι μπόρεσαν να προστεθούν στην κύρια έκφραση του heavy metal, και επιρροές doom metal και stoner που είναι αρκετά μοναδικές.

Υποθέτω ότι, όπως καταλαβαίνει και ο κόσμος, είστε βαθιά επηρεασμένοι από τους doom metal masters, όπως οι Black Sabbath (πάνω από όλους), Candlemass, Trouble. Μπορείς να αποκαλύψεις κάποιες άλλες σοβαρές επιρροές που δεν είναι τόσο εμφανείς σε όλους όσο αυτές;
Ναι, φυσικά θα μπορούσε εύκολα κανείς να ακούσει στη μουσική μας πόσο επιδρούν αυτές οι συγκεκριμένες μπάντες: Candlemas, Saint Vitus, Solitude Aeternus, Trouble κ.λπ. Είμαστε επίσης μεγάλοι φίλοι πολλών psych rock συγκροτημάτων και κλασικού heavy metal. Είμαστε τεράστιοι θαυμαστές των Iron Maiden, οπότε πολλά από τα μέρη με τις δισολίες στις κιθάρες μπορούν να χρεωθούν σε αυτούς.

Το ντεμπούτο σας άλμπουμ κυκλοφορεί από την RidingEasy Records. Μπορείς να περιγράψεις τη σχέση σας με την εταιρεία και ποια είναι τα μελλοντικά σχέδια για την προώθηση του άλμπουμ;
Ναι, η σχέση μας με την εταιρεία μας είναι εξαιρετική, μας υποστηρίζουν με πολλούς τρόπους και φροντίζουν να μας προσέχουν. Όταν ήρθε για την κυκλοφορία του άλμπουμ, υπήρξε αδιάκοπη προώθηση από αυτούς, κάτι που χρειάζεσαι σε μια καλή εταιρεία. Επιπλέον, βοηθούν κλείνοντας ορισμένες εμφανίσεις. Προς το παρόν έχουμε έναν άλλο δίσκο στον οποίο δουλεύουμε, και θα κυκλοφορήσει ξανά μέσω της ίδιας εταιρείας.

Αν προσπαθούσες λοιπόν να μαζέψεις κάθε πηγή έμπνευσης σαν περιγραφή για το ντεμπούτο άλμπουμ σας σε κάθε μέρος του, τη διάθεση, τους στίχους, τον ήχο, σε λίγες γραμμές, τι θα έλεγες;
Απλά, πραγματικό  Heavy Classic Doom με γεύση NWOBHM.

Μια βασική διαφορά που σας κάνει ξεχωριστούς  από τα πρώτα δευτερόλεπτα είναι η φωνή του Alberto Alcaraz που αποφεύγει να μιμηθεί τους θρυλικούς τραγουδιστές των doom metal πρωτοπόρων. Μπορείς να μας αποκαλύψεις τις επιρροές του, τους αγαπημένους του τραγουδιστές;
Ναι, είναι τρελό γιατί δεχόμαστε πολλά κομπλιμέντα για τα φωνητικά του Albert και αρχικά δεν ήταν καν τραγουδιστής. Όταν ξεκινούσαμε το συγκρότημα δεν μπορούσαμε να βρούμε κανέναν σταθερό τραγουδιστή, οπότε κατάφερα να τον πείσω να τραγουδήσει κανονικά, καθώς ήταν ο αρχικός μπασίστας και έπιασε. Μερικοί από τους αγαπημένους του τραγουδιστές είναι ο Iggy Pop, ο Messiah Marcolin και ο Rob Tyner.

Όντας ένα πολύ σοβαρό μέρος της underground σκηνής στο Los Angeles της California, μπορείς να μας προτείνεις μερικά πραγματικά σπουδαία νέα ονόματα που πιστεύεις πως ξεχωρίζουν;
Με κάθε ειλικρίνεια, δεν υπήρξε κανένα τοπικό συγκρότημα εδώ στο Los Angeles που να έχει τραβήξει την προσοχή μας. Είναι περισσότερο εκτός της πολιτείας μπάντες που ανακαλύψαμε, με τις οποίες έχουμε καταφέρει να κάνουμε μαζί εμφανίσεις και να γίνουμε φίλοι. Συγκροτήματα όπως οι Hög, Love Gang, Peth και Time Rift δεν είναι μόνο υπέροχες μπάντες αλλά και υπέροχοι άνθρωποι.

Αν έπρεπε να πάρεις μαζί σου μόνο πέντε άλμπουμ στο tour bus, φεύγοντας για μια παγκόσμια περιοδεία, πες μου ποιους θα διάλεγες και γιατί.
ΟΚ, σίγουρα θα έφερνα μαζί μου το ντεμπούτο άλμπουμ των Iron Maiden, μετά Roky Erickson – “Evil One”, Waylon Jennings – “Nashville Rebel”, Rory Gallagher – “Top Priority” και το τελευταίο θα ήταν ένα από τα αγαπημένα μου live άλμπουμ όλων των εποχών: Thin Lizzy – “Live and Dangerous”. Μεγάλωσα με αυτά τα άλμπουμ και είχαν μεγάλη επιρροή στη ζωή μου. Τους άκουγα καθημερινά και δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να σταματήσει να τους ακούει ποτέ. Ιδιαίτερα στο “Live and Dangerous”, οι αρμονίες στις δισολίες  από τους Scott Gorham και Brian Robertson είναι κορυφαίες.

Πώς σχεδιάζετε ή φαντάζεστε το επόμενο βήμα για τους Early Moods, στιχουργικά και μουσικά;
Λοιπόν, από τώρα, το επόμενο βήμα είναι να τελειώσει αυτός ο νέος δίσκος και να φτάσει στο στούντιο για να τον ηχογραφήσουμε, κάτι για το οποίο έχουμε μια γενική προσέγγιση για τα τέλη Μαρτίου, αρχές Απριλίου. Μέχρι στιγμής έχουμε περίπου έξι τραγούδια, τα οποία πιστεύουμε ότι είναι πολύ δυνατά και επίσης λίγο διαφορετικά με την καλή έννοια, φυσικά. Η συνθετική μας έκφραση σίγουρα εξελίσσεται και ανυπομονούμε να ακούσουμε πώς θα βγουν τα υπόλοιπα νέα τραγούδια.

Τέλος, από όλα τα σχόλια που λάβατε μέχρι στιγμής για το άλμπουμ, μπορείτε να θυμηθείτε κάτι πραγματικά ξεχωριστό και περίεργο που έχει κολλήσει στη μνήμη σας;
Από τότε που κυκλοφόρησε ο δίσκος, δεν λαμβάναμε τίποτα πέρα από πολύ θετικά σχόλια και τίποτα πραγματικά περίεργο, αλλά ζήσαμε κάποιες ιδιαίτερες στιγμές από αυτό. Μόλις κάναμε μια περιοδεία με τους Municipal Waste, High on Fire και στο τέλος της περιοδείας ο Matt Pike ήρθε κοντά μας, μας επαίνεσε για το άλμπουμ μας και μας είπε πώς το απόλαυσε πραγματικά. Αυτή ήταν σίγουρα μια ξεχωριστή στιγμή για εμάς αφού μεγαλώσαμε με το συγκρότημά του, τους Sleep.

113
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 278 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.