DAVID COVERDALE: Γενέθλια για την αιώνια βαθιά φωνή της αγάπης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ - 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Ο David Coverdale γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1951 και είναι φυσικά ο διάσημος Άγγλος τραγουδιστής που σημάδεψε ολόκληρες γενιές ακροατών του hard rock, με την παρουσία του στο μικρόφωνο των Deep Purple, αλλά και με τη μακριά διαδρομή του δικού του γκρουπ, των Whitesnake. Μια συνεργασία επίσης με τον πρώην κιθαρίστα των Led Zeppelin Jimmy Page οδήγησε σε ένα στούντιο άλμπουμ του 1993 που έγινε πλατινένιο.

Το 2016, ο Coverdale μπήκε στο Rock and Roll Hall of Fame σαν μέλος των Deep Purple, δίνοντας μία από τις εισαγωγικές ομιλίες του συγκροτήματος. Ο Coverdale άφησε το στίγμα του με τη δυνατή blues φωνή του αλλά και την παροιμιώδη, ερωτική σκηνική του παρουσία.

Γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1951 στο Saltburn, στο North Riding του Yorkshire, στην Αγγλία, γιος του Thomas Joseph Coverdale και της Winnifred May (Roberts) Coverdale. Γύρω στα 14 του άρχισε να τραγουδά επαγγελματικά και να αναπτύσσει τη φωνή του. Ο Coverdale άρχισε να παίζει με τοπικά συγκροτήματα σαν τους Vintage 67 (1966–68), The Government (1968–72) και Fabulosa Brothers (1972–73).

Το 1973 είδε ένα άρθρο σε ένα τεύχος του Melody Maker, το οποίο έλεγε ότι οι Deep Purple έκαναν οντισιόν για τραγουδιστές για να αντικαταστήσουν τον Ian Gillan. Ο Coverdale είχε συμμετάσχει σε ένα τοπικό συγκρότημα που ονομαζόταν The Government, το οποίο είχε παίξει με τους Deep Purple στον ίδιο πρόγραμμα το 1969, έτσι αυτός και το συγκρότημα ήταν εξοικειωμένοι μεταξύ τους. Μετά την αποστολή μιας κασέτας και αργότερα περνώντας από ακρόαση, ο Coverdale, ο οποίος κατέχει το φωνητικό εύρος ενός τενόρου leggiero, έγινε δεκτός στο συγκρότημα, με τον μπασίστα Glenn Hughes να προσθέτει και τα δικά του φωνητικά.

Μετά τη διάλυση των Deep Purple, ξεκίνησε σόλο καριέρα. Κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ τον Φεβρουάριο του 1977, με τίτλο “White Snake”. Όλα τα τραγούδια γράφτηκαν από τον Coverdale και τον κιθαρίστα Micky Moody. Σαν πρώτη του σόλο προσπάθεια, ο Coverdale παραδέχτηκε αργότερα: “Είναι πολύ δύσκολο να σκεφτείς πίσω και να μιλήσεις λογικά για το πρώτο άλμπουμ. Το White Snake ήταν μια πολύ εσωστρεφής, στοχαστική και χαμηλών τόνων υπόθεση, γραμμένη και ηχογραφημένη καθαρά στον απόηχο της κατάρρευσης των Deep Purple”. Παρόλο που το άλμπουμ δεν ήταν επιτυχημένο, ο τίτλος του ενέπνευσε το όνομα της μελλοντικής μπάντας του Coverdale.

Το 1978, ο Coverdale κυκλοφόρησε το δεύτερο σόλο άλμπουμ του “Northwinds”, το οποίο έγινε δεκτό πολύ καλύτερα από το προηγούμενο άλμπουμ. Αλλά πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, είχε ήδη δημιουργήσει ένα νέο συγκρότημα.

Αμέσως μετά λοιπόν  την ηχογράφηση του “Northwinds”, ο Coverdale δημιούργησε το συγκρότημα Whitesnake, με τον Bernie Marsden και τον Micky Moody να αναλαμβάνουν τις δυο κιθάρες.  Αν και αυτό ήταν αρχικά ένα συγκρότημα περιοδειών για το πρώτο σόλο άλμπουμ του Coverdale, σύντομα εξελίχθηκε σε κανονικό και μόνιμο σχήμα. Στις αρχές του 1978, το συγκρότημα κυκλοφόρησε το “Snakebite” EP, το οποίο αργότερα επανακυκλοφόρησε σαν  πλήρες άλμπουμ .

1958– Γεννιέται η Joan Jett (Joan Marie Larkin),  η Αμερικανίδα τραγουδίστρια, κιθαρίστας, παραγωγός δίσκων και ηθοποιός. Η Jett είναι περισσότερο γνωστή για τη δουλειά της ως frontwoman του συγκροτήματός της Joan Jett & the Blackhearts, και για την ίδρυση και τις εμφανίσεις στο παρελθόν με τους Runaways, οι οποίοι ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν το επιτυχημένο τραγούδι “Cherry Bomb”. Με τους The Blackhearts, η Jett είναι γνωστή για τη διασκευή της στο τραγούδι “I Love Rock ‘n Roll” που ήταν νούμερο ένα στο Billboard Hot 100 για επτά εβδομάδες το 1982.  Άλλα αξιοσημείωτα τραγούδια της Jett είναι τα “Bad Reputation”, “Light of Day”, “I Hate Myself for Loving You” και οι διασκευές της στα “Crimson and Clover”, “Do You Wanna Touch Me (Oh Yeah)” και “Dirty Deeds” .

Η Jett έχει φωνητικό εύρος μέτζο-σοπράνο. Έχει τρία άλμπουμ που έχουν γίνει χρυσά ή πλατινένια και έχει χαρακτηριστεί βασίλισσα του rock & roll.

1986– Το “Constrictor” είναι το ένατο σόλο στούντιο άλμπουμ του Αμερικανού rock μύθου Alice Cooper. Κυκλοφόρησε από την MCA Records. Μετά από ένα διάλειμμα από τη μουσική βιομηχανία μετά την κυκλοφορία του “DaDa”, ο Cooper παρέμεινε σε απομόνωση για τρία χρόνια. Πρωταγωνίστησε στο “Monster Dog”, μια ταινία τρόμου για την οποία έγραψε δύο τραγούδια. Έπαιξε επίσης ως guest στο βίντεο για το κομμάτι των Twisted Sister “Be Chrool to Your Scuel”. Το “Constrictor” ήταν το πρώτο άλμπουμ του Alice Cooper στο οποίο συμμετείχε ο Kane Roberts στην κιθάρα, ο Kip Winger, ο οποίος αργότερα θα γινόταν γνωστός με το δικό του συγκρότημα, τους Winger, στο μπάσο, και το μόνο που είχε τη συμμετοχή του David Rosenberg στα ντραμς.

Το άλμπουμ επέστρεψε τον Cooper στα charts στο νούμερο 59, αφού οι δύο προηγούμενες κυκλοφορίες του “Zipper Catches Skin” και “DaDa” απέτυχαν να μπουν στο Top 200.

Η σειρά τρόμου “Friday the 13th” συνεργάστηκε με τον Cooper κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου για την παραγωγή του βασικού τραγουδιού για την τελευταία της ταινία. Το τραγούδι “He’s Back (The Man Behind the Mask)” γράφτηκε για το “Friday the 13th Part VI: Jason Lives” και έγινε No1 επιτυχία στη Σουηδία. Στην ταινία ακούστηκαν επίσης τα “Teenage Frankenstein” και “Hard Rock Summer” των τραγουδιών που γράφτηκαν για το Constrictor, το τελευταίο από τα οποία δεν κατέληξε στο άλμπουμ.

1992– Το “III Sides to Every Story” είναι το τρίτο άλμπουμ του funk metal συγκροτήματος της Βοστώνης Extreme, που κυκλοφόρησε από την A&M. Ήταν η συνέχεια του πολύ επιτυχημένου άλμπουμ “Pornograffitti”. Ήταν το τελευταίο άλμπουμ που περιείχε πλήρως την αρχική σύνθεση του συγκροτήματος: Gary Cherone, Nuno Bettencourt, Pat Badger και Paul Geary. Ο Geary αργότερα έφυγε και αντικαταστάθηκε από τον Mike Mangini.

Το άλμπουμ είναι δομημένο ως ένα concept άλμπουμ σε τρεις ενότητες που χαρακτηρίζονται ως “πλευρές”—ένα παιχνίδι για την έννοια των “διαφορετικών πλευρών σε μια ιστορία” και εκείνη των “πλευρών” ενός άλμπουμ. Οι πλευρές, που αναφέρονται στο τραγούδι “Cupid’s Dead” ως “τρεις πλευρές σε κάθε ιστορία” ονομάζονται “Yous”, “Mine” και “The Truth” και το καθένα διαθέτει ξεχωριστό μουσικό και στιχουργικό ύφος.

2004– Το “Start from the Dark” είναι το έκτο στούντιο άλμπουμ των  Σουηδών hard rockers Europe. Κυκλοφόρησε από την Sanctuary Records. Ήταν η πρώτη κυκλοφορία του συγκροτήματος μετά τη επανασύνδεση του 2003, το πρώτο άλμπουμ με ολοκαίνουργιο υλικό από το “Prisoners in Paradise” του 1991 και το πρώτο άλμπουμ στο οποίο συμμετείχε ξανά  ο αρχικός κιθαρίστας του συγκροτήματος John Norum από το “The Final Countdown” του 1986.

Το “Start from the Dark” παρουσίασε έναν πιο σύγχρονο ήχο σε σύγκριση με τα προηγούμενα  άλμπουμ τους. Ο Tempest είχε πει “νιώθαμε ότι δεν θέλαμε να κάνουμε ένα άλμπουμ της δεκαετίας του ’80 δηλαδή, θέλαμε να ξεκινήσουμε πραγματικά σαν μια νέα μπάντα.” Τελικά, το άλμπουμ πούλησε πάνω από 600.000 αντίτυπα παγκοσμίως.

49
Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 174 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.