Άρθρο – PINK FLOYD: “Poles Apart”

ARTICLE

Η βασανισμένη απουσία του ταλαντούχου αλλά καταραμένου Syd Barrett είχε ήδη στοιχειώσει συνθετικά το επικείμενο ένατο άλμπουμ των Pink Floyd. Τόσο στο βελούδινα συγκινητικό ομότιτλο τραγούδι “Wish You Were Here”, όσο και στο ψυχεδελικό μεγαλειώδες ταξίδι του “Shine On You Crazy Diamond”, το πνεύμα του πρώην frontman της μπάντας είχε καλέσει την έμπνευση των πρώην συμπαικτών του, και του David Gilmour που τον είχε αντικαταστήσει.

Ήταν η 5η Ιουνίου του 1975 και το συγκρότημα βρισκόταν στη διάρκεια μιας από τις υποψήφιες μίξεις του “Shine On You Crazy Diamond”, όταν μια περίεργη φιγούρα εμφανίστηκε στο στούντιο. Αρχικά νόμισαν πως ήταν μέλος του προσωπικού, όμως ο Gilmour αναγνώρισε με δυσκολία τον πρώην σύντροφό τους, που ήταν εμφανώς πρησμένος, είχε ένα ευγενικό και μακρινό βλέμμα και είχε ξυρίσει το κεφάλι και τα φρύδια του. Ήταν τότε 29 χρονών, αλλά έμοιαζε πολύ μεγαλύτερος. Ο Wright με τον Waters προσπάθησαν να του μιλήσουν, αλλά έμοιαζε να μην έχει επικοινωνία με το περιβάλλον. Συμπτωματικά, ήταν η μέρα του γάμου του Gilmour, και ο Barrett περιπλανήθηκε για λίγο ανάμεσα στον κόσμο της δεξίωσης της EMI, και έφυγε με τον ίδιο περίεργο τρόπο, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν. Το σοκ για όλους ήταν μεγάλο, ενώ ο Waters ξέσπασε σε κλάματα. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Aubrey “Po” Powell της περίφημης Hipgnosis, που είχε αναλάβει τα εξώφυλλα των Floyd, είχε πει πως εκείνη τη μέρα ο Barrett είχε περάσει από το δικό τους στούντιο, της Hipgnosis, πριν πάει στα Abbey Road Studios. Σοκαρίστηκε όταν τον είδε φουσκωμένο, με ξυρισμένα μαλλιά, μέσα σε μια λευκή καμπαρντίνα, να κάνει ακατανόητο θόρυβο, προσπαθώντας να μάθει που ηχογραφούσαν.

Μεταφερόμαστε πια στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80. Μετά την αποχώρηση του Waters, μέσα από ισχυρές καλλιτεχνικές, προσωπικές και δικαστικές συγκρούσεις, ο Gilmour ανέλαβε τα ηνία και η μουσική πήρε εμφανώς μια άλλη κατεύθυνση. Ο Wright επέστρεψε ξανά στο συγκρότημα για το άλμπουμ του 1987 “A Momentary Lapse of Reason”, αλλά αυτή η νέα εποχή φάνηκε να ωριμάζει ολοκληρωτικά με το άλμπουμ του 1994, “The Division Bell”. Όπως έγραψε ο ντράμερ Nick Mason στο βιβλίο του “Inside Out: A Personal History of Pink Floyd” το 2005: “είναι ένα άλμπουμ που ακούγεται πιο σπιτικό, αρκετά σαν ένα συγκρότημα που παίζει μαζί σε έναν χώρο. Νομίζω ότι ο Rick, συγκεκριμένα, ένιωσε σημαντικά πιο ενσωματωμένος στη διαδικασία αυτή τη φορά σε σύγκριση με το “Momentary Lapse”. Ήταν ωραίο να τον έχουμε πίσω”.

Το άλμπουμ πήρε το όνομά του από το κουδούνι των συνεδριάσεων του βρετανικού κοινοβουλίου, το οποίο χτυπάει για να ανακοινώσει ψηφοφορία. Όπως είπε ο Mason σε συνέντευξή του στο Boston Globe: “Έχει να κάνει με ανθρώπους που κάνουν επιλογές, ναι ή όχι”. Το συγκρότημα είχε αρχικά παίξει με την ιδέα να ονομάσει το άλμπουμ “Pow Wow” ή “Down to Earth”, αλλά κατέληξε στο τελικό όνομα μετά από ένα γεύμα με τον συγγραφέα Douglas Adams. Παρακινούμενος από την υπόσχεση μιας δωρεάς για την αγαπημένη του φιλανθρωπική οργάνωση, την Environmental Investigation Agency, ο Adams πρότεινε το “The Division Bell”, έναν όρο που εμφανίζεται στους στίχους του τραγουδιού “High Hopes”.

Ο σχεδιασμός του εξώφυλλου για το “The Division Bell” ήταν ένας ακόμη καλλιτεχνικός θρίαμβος για τους Pink Floyd που ήταν διάσημοι για την οπτικά εντυπωσιακή συσκευασία των δίσκων τους. Το έργο τέχνης σκηνοθέτησε ο μακροχρόνιος συνεργάτης Storm Thorgerson της Hipgnosis. Ο διάσημος γραφίστας έστησε δύο γιγάντιες μεταλλικές κεφαλές, το καθένα στο ύψος ενός διώροφου λεωφορείου, σε ένα χωράφι κοντά στο Stuntney, στο Cambridgeshire. Τα αγάλματα ήταν τοποθετημένα το ένα απέναντι στο άλλο σαν να συνομιλούσαν, κάτι που συνδέεται με το θέμα του άλμπουμ. Θεματικά, η μουσική αναδεικνύει τη σημασία της επικοινωνίας σαν μέσο επίλυσης προβλημάτων στον κόσμο. Τα αγάλματα μπορούν επίσης να θεωρηθούν ότι δημιουργούν ένα ενιαίο κεντρικό πρόσωπο μαζί. Ο Thorgerson είπε ότι το “τρίτο απόν πρόσωπο” ήταν μια σκόπιμη αναφορά στον Syd Barrett.

Αν υπάρχει ένα τραγούδι που τυλίγει αρμονικά όλη την ιστορία που προηγήθηκε, από την εμφάνιση φάντασμα του Barrett το 1975, μέχρι τον υπαινιγμό στο εξώφυλλο του “The Division Bell” και ακόμα περισσότερα, αυτό είναι αναμφισβήτητα το σπουδαίο “Poles Apart”. Ίσως ποτέ να μην έγινε από τα πιο γνωστά τραγούδια των Floyd σε ευρύτερα ακροατήρια, αποτελεί όμως ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των φίλων τους από το συγκεκριμένο άλμπουμ. Ένα μεγάλο μέρος της ξεχωριστής γοητείας που ασκεί το τραγούδι, πέρα από τη μουσική του, είναι το στιχουργικό του περιεχόμενο, που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις σε φόρουμ μεταξύ των φίλων της μπάντας. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που συσχέτισαν τους στίχους του με τη χρόνια διαμάχη του Gilmour με τον Waters. Η Polly Samson, συγγραφέας, δημοσιογράφος και σύζυγος του Gilmour, η οποία συνέγραψε τους στίχους του “Poles Apart”με το σύζυγό της, αποκάλυψε κάποια στιγμή πως η πρώτη στροφή είχε να κάνει με τον Syd Barrett, και φαίνεται πως ο στίχος “you were always the golden boy then,and that you ‘d never lose that light in your eyes”, δικαιώνει απόλυτα τον ισχυρισμό. Συνεχίζοντας η Polly έδωσε σαν αποδέκτη της δεύτερης στροφής τον Roger Waters, γι’ αυτό άλλωστε άρχιζε και με τη χαρακτηριστική προσφώνηση “Hey You” , από το ομότιτλο τραγούδι του “The Wall”. O Gilmour από την άλλη, απέναντι σε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς για το “Poles Apart”, αλλά και για άλλα τραγούδια του δίσκου που σύμφωνα με τους φίλους τους είχαν να κάνουν με την ταραχώδη σχέση με τον Waters, προσπάθησε να αποφύγει τον συσχετισμό, λέγοντας πως οι άνθρωποι μπορούν να εφεύρουν και να συνδέονται με κάποιο τραγούδι με τους προσωπικούς τους τρόπους, αλλά γι’ αυτούς ήταν πια κάπως αργά χρονικά να το κάνουν αυτό για τον Roger. Το φινάλε του τραγουδιού πάντως, με την πικρή, μελαγχολική ανακούφιση του Gilmour στους στίχους, μας αφήνει κάθε λόγο να αμφιβάλλουμε.

Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία όμως, αυτό που θέλουν να κρατήσουν στη μνήμη τους οι απανταχού φίλοι τους, είναι η βραδιά της 12ης Μαΐου του 2011, και όσα έγιναν στη σκηνή της 02 Arena του Λονδίνου, στη σόλο εμφάνιση του Waters και την παρουσίαση του “The Wall”. Στη διάρκεια του “Comfortably Numb”, ξαφνικά ο Waters, στο κάτω μέρος του τοίχου των 50 ποδιών, έδειξε προς την κορυφή και ο Gilmour εμφανίστηκε από το πουθενά. Το πλήθος έτρεμε και ούρλιαζε από χαρά, και πολλοί έκλαιγαν. Στο φινάλε ο Waters είπε: “Τώρα ξέρουμε! Απόψε ήταν η νύχτα που ο David μου έκανε την τεράστια τιμή να έρθει να παίξει το Comfortably Numb. Καλωσορίστε λοιπόν τον David Gilmour!”. Στη συνέχεια, οι δυο τους αγκαλιάστηκαν και αμέσως μετά ο Waters κάλεσε και τον Nick Mason στη σκηνή. Με τον Gilmour στο μαντολίνο, τον Waters στην τρομπέτα και τον Mason στο ντέφι, το τρίο – μαζί με το υπόλοιπο συγκρότημα του Waters – έπαιξε μια unplugged εκτέλεση του “Outside The Wall”. Σε μια ιστορική νύχτα για τη μουσική, και μακριά από υπονοούμενα και υπαινιγμούς, οι πόλοι ενώθηκαν στη σκηνή. Και αν θέλουμε να σεβαστούμε τη σχεδιαστική προοπτική του Thorgerson στα γλυπτά του “The Division Bell”, αλλά και τα λόγια του “Poles Apart”, εκείνη η νύχτα έσπρωξε και ένα αεράκι ειρήνης στο ταραγμένο πνεύμα του Barrett.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 730 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.