JETHRO TULL: “Curious Ruminant”

ALBUM

Όταν μια μπάντα φτάνει αισίως στο 24ο της άλμπουμ, έχει δύο επιλογές: ή να αναπαράγει με αξιοπρεπή τρόπο τις μουσικές φόρμες του ένδοξου παρελθόντος ή να ρισκάρει στα ύστερά της, να ανανεωθεί. Οι Jethro Tull, το περίεργο εκείνο υβρίδιο μεταξύ λαϊκής παράδοσης, prog καινοτομίας και μυστικιστικής ποίησης, κάνουν με το “Curious Ruminant” κάτι ακόμα πιο σπάνιο: δεν αναζητούν ταυτότητα. Την αφήνουν να προκύψει.

Ο Ian Anderson, πια στα 77 του, δεν τραγουδάει τόσο, όσο απαγγέλλει. Γιατί αν το παρόν δεν επιτρέπει «ακροβατικά», εντούτοις προσφέρει χώρο για σκέψη. Κι αν ο παλιός θεός των πνευστών δεν φτάνει πλέον τις κορυφές της φωνητικής έκτασης, ξέρει πώς να μας περιηγήσει ανάμεσα σε ιστορίες, σαν νυχτερινός αφηγητής σε πανδοχείο του Yorkshire.

Το “Curious Ruminant”, ούσα η τρίτη δισκογραφική δουλειά της μπάντας σε διάστημα τεσσάρων χρόνων, κάτι που για ένα σχήμα που έμεινε «δισκογραφικά σε σίγαση» επί σχεδόν δύο δεκαετίες, αποτελεί από μόνο του γεγονός. Πιο αφηγηματικό από το “The Zealot Gene”, λιγότερο θεματικά περιορισμένο από το “RökFlöte”, το νέο άλμπουμ παρουσιάζει μια συλλογή τραγουδιών χωρίς κεντρικό concept, αλλά με ξεκάθαρη συνοχή.

Δεν υπάρχει κάποια μεγάλη αισθητική μεταστροφή, ούτε καινοτομία προς επίδειξη. Αντίθετα, υπάρχει μια σταθερότητα που δεν κουράζει, αλλά επιτρέπει στον ακροατή να σταθεί σε όσα έχουν σημασία· στη δομή, στη σκέψη, στη θεματική, στον τόνο. Ο δίσκος δεν διεκδικεί προσοχή, αλλά τη διατηρεί συνεχώς.

Από την πρώτη στιγμή, με το “Puppet and the Puppet Master”, το album καταδεικνύει το ύφος του. Παραδοσιακή folk με rock ραχοκοκαλιά, φλάουτο που χορεύει αντί να επιτίθεται, και στίχοι που μιλούν για έλεγχο, χειραγώγηση και προσωπική ελευθερία – χωρίς ποτέ να το πουν ευθέως.

Ο Ian Anderson δεν γράφει πια «τραγούδια». Γράφει μικρά, ποιητικά επεισόδια ως ένας στοχαστής, κι όχι σαρκαστικός στιχουργός. Το “Savannah of Paddington Green” δεν είναι απλώς ωδή σ’ ένα λονδρέζικο πάρκο. Είναι η θλίψη για τον αστικό χώρο που πνίγει το πράσινο, αλλά γραμμένη με στοχασμό, όχι ακτιβισμό. Το “The Tipu House” δείχνει μια ασυνήθιστα ζεστή πλευρά του Anderson – αποτύπωση μιας κοινότητας, ίσως αναμνήσεις από τη μακρινή νιότη, ίσως απλώς μια άσκηση ευγνωμοσύνης σε καθημερινούς ανθρώπους.

Η μεγάλη σουίτα “Drink from the Same Well” (16 λεπτά και κάτι, γιατί ο Ian ποτέ δεν αγάπησε τις συντομεύσεις), είναι το πιο τολμηρό κομμάτι του άλμπουμ και ενδεχομένως της τελευταίας δεκαετίας και βάλε της μπάντας. Οι στίχοι του εναλλάσσονται μεταξύ αλληγορίας, κοινωνικού σχολίου και σκόρπιων παρατηρήσεων. Είναι ό,τι πλησιέστερο έχει φτάσει ποτέ ο Anderson σχετικά με τον πολιτικό λόγο, χωρίς να τον μετατρέπει σε κήρυγμα.

Η μουσική είναι απροσδόκητα συγκρατημένη, αλλά βαθιά μελετημένη. Ο ήχος θυμίζει τη θρυλική folk τριλογία των ’70s, αλλά χωρίς την υπερβολή του πρότερου οίστρου. Το παίξιμο είναι ουσιαστικό, λειτουργικό, χωρίς ανούσιους μονολόγους. Ο Jack Clark (στην πρώτη του μεγάλη συμμετοχή) δεν προσπαθεί να είναι ο Barre, και ευτυχώς γι’ αυτόν και για όλους μας. Οι κιθάρες του είναι ατμοσφαιρικές, μελωδικές, ποτέ όμως επιδεικτικές. Το rhythm section (David Goodier & Scott Hammond) δίνει μια στιβαρότητα χωρίς βαβούρα. Η ρυθμική οικονομία είναι τέτοια που σχεδόν δεν την προσέχεις – και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους στο album. Τα πλήκτρα του John O’Hara και το ακορντεόν του, μαζί με τη συνεισφορά του πρώην πληκτρά, Andrew Giddings, σε κάποια σημεία, χαρίζουν στο δίσκο ένα ηχητικό αποτέλεσμα τόσο γεμάτο, ώστε η απουσία επιθετικότητας να γίνεται αρετή.

Η παραγωγή από τον ίδιο τον Anderson, υποβοηθούμενη από μίξεις σε 5.1 και Dolby Atmos από τον Bruce Soord (The Pineapple Thief), δεν είναι «εντυπωσιακή», είναι κάτι παραπάνω από αξιοπρεπής, έντιμη. Δίνει χώρο στα όργανα να ακουστούν, αφήνει τις σιωπές να αναπνεύσουν, και χτίζει ένα περιβάλλον που δεν κυνηγάει την προσοχή – την κερδίζει.

Το “Curious Ruminant” δεν είναι ένα album-σταθμός, είναι ένα album-καθρέφτης. Δε μπαίνει στη ζυγαριά με τη φρεσκάδα του “Songs from the Wood”, ούτε με την πειραματική διάθεση του “Roots to Branches”, αλλά αντικατοπτρίζει κάτι πιο απλό· ένα ώριμο άκουσμα, σαν γράμμα προς φίλο που ξέρεις χρόνια και δεν χρειάζεται να εντυπωσιάσεις. Αντίθετα με το “The Zealot Gene”, που είχε ένα βαρύ concept, και το “RökFlöte”, που έχανε το μέτρο στην εμμονή με το φλάουτο ως μυθολογικό όργανο, το “Curious Ruminant” πατάει στη γη, μιλάει ανθρώπινα και αναπνέει φυσικά.

Όλα τα παραπάνω επανέρχονται κυκλικά στην αρχή, στον τίτλο (“Curious Ruminant”), που δεν είναι ένα απλό εύρημα. Το γεμάτο περιέργεια μηρυκαστικό είναι και ζώο, αλλά κυρίως στάση ζωής. Ό,τι ακριβώς και ο Ian Anderson του 2025. Όχι φλογερός, ούτε επιθετικός, αλλά ανήσυχος και πιο στοχαστικός από ποτέ· δεν εφορμά, επεξεργάζεται.

Το “Curious Ruminant” είναι το album που αποδεικνύει ότι ακόμα και μια μπάντα με πάνω 55 χρόνια πορείας στην πλάτη μπορεί να είναι ζωντανή, ουσιαστική και επίκαιρη στο έπακρον. Αφήνοντας στην άκρη revival και κρότους και βάζοντας στο παιχνίδι το στοχασμό και τον αναστοχασμό. Ο Ian Anderson είναι ο απόλυτος παρατηρητής της εποχής μας και μας καλεί να κάνουμε το ίδιο. Να σταθούμε για λίγο, να αναμασήσουμε τις σκέψεις μας, να τις καταπιούμε με σύνεση και να προχωρήσουμε. Αν στο μεταξύ αναρωτηθούμε αν οι Jethro Tull έχουν ακόμα κάτι ουσιαστικό να πουν, η απάντηση είναι απλή. Ότι το είπαν ήδη. Με τον πιο συγκροτημένο, στοχαστικό και ουσιαστικό δίσκο τους, των τελευταίων τριάντα χρόνων.

Είδος: Progressive Rock, Folk Rock, Art Rock
Δισκογραφική: Inside Out Music
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 7 Μαρτίου 2025

Official Website
Youtube Chanel
Facebook
Instagram  
Spotify

Avatar photo
About Παναγιώτης Σπυρόπουλος 95 Articles
Γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 70 και μεγάλωσε στα Δυτικά της Αθήνας, γαλουχημένος με ρεμπέτικα και λαϊκά από το σπίτι, κλασική / λόγια μουσική στα ωδεία, τον σκληρό ήχο μιας οργισμένης κι επαναστατημένης εφηβείας, τα blues σε μια περίοδο ανώριμης εξέλιξης και από progressive metal ηχοτοπία σε φάση περισυλλογής. Προσπαθεί να ισορροπήσει σ’ ένα αντεστραμμένο κόσμο, απαλλαγμένος από τη δικτατορία των πεποιθήσεων των άλλων. Δε θα ερμηνεύσει την τέχνη στους δημιουργούς της, αλλά θα μοιραστεί τις εντυπώσεις που αποκόμισε μ’ ένα ευρύτερο κοινό.