Το “Tales of No Consequence” είναι η πέμπτη δισκογραφική απόπειρα μιας ορχήστρας που έχει ήδη καθιερωθεί ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και αντισυμβατικά σχήματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής free jazz, τους Νορβηγούς WHATEVER HAPPENS DON’T BE YOURSELF. Το συναπάντημα εννέα μουσικών από διαφορετικές γενιές και μουσικές κουλτούρες και παραστάσεις αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα στο ηχητικό αποτέλεσμα· από την οικουμενική αντίληψη του Snorre Bjerck μέχρι την τραγουδιστική παρουσία της Nelly Moar, το υλικό υπόσχεται ένα αποτέλεσμα, όπου η συλλογική δουλειά παίρνει σάρκα και οστά για τους λάτρεις του πειραματισμού και των εναλλαγών.
Από την πρώτη ψηφιακή κυκλοφορία του “What’s My Chances?”, το album δείχνει από την αρχή πως έχουμε να κάνουμε με μια σειρά από αυθύπαρκτες αφηγήσεις που προσπαθούν να ισορροπήσουν μεταξύ δομημένης σύνθεσης και αυτούσιας αυτοσχεδιαστικής ενέργειας. Επομένως, το βασικό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου πονήματος, είναι η εύρεση ισορροπίας ανάμεσα στο προσχεδιασμένο υλικό και την ελεύθερη έκφραση. Αυτή η σύγκρουση, όμως, αποτελεί ταυτόχρονα και μια παγίδα, και πολλές ως ακροατές ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα έργο μοιάζει πιο ενδιαφέρον στις προθέσεις του παρά στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.
Έχουμε να κάνουμε με μια σειρά μικρών «δραματουργικών» jazz πράξεων που ανοίγουν και κλείνουν μέσα σε κάθε ακρόαση, δικαιολογώντας στο έπακρον το τίτλο του album, “Tales of No Consequence”. Τα “Opus X” και “Seventy-Two” λειτουργούν ως κατάδειξη μιας δομημένης προοπτικής (prepared), όπου ο συνδυασμός σύνθεσης και πρόθεσης είναι μετρημένος, σχεδιασμένος και κατά κάποιον τρόπο στέκεται ειρωνικός απέναντι στο free jazz στερεότυπο. Αντίθετα, συνθέσεις όπως τα “Stormy Nights” και “Green Candela Blues” δείχνουν την άλλη όψη, εκείνη της μουσικής ως ρεύματος και στιγμιαίας έκφρασης. Η παρουσία σθεναρών, αλλά όχι επιτηδευμένων αυτοσχεδιασμών καθιστά αυτά τα μέρη ως αναλαμπές ενδιάμεσα στην κυρίαρχη μουσική φόρμα. Σε κάποιες στιγμές μας δίνει την αίσθηση διαλόγου με την ιστορία της jazz (εμφανείς αναφορές σε Art Ensemble of Chicago, Charles Mingus ή Alice Coltrane), ενώ άλλες στιγμές χάνεται ο μίτος του μουσικού αφηγήματος και μένει στο ενδιάμεσο, το εντυπωσιακό, αλλά όχι πάντα ουσιαστικό.
Ο ήχος είναι ζωντανός, κάπως «ρομβώδης» και ελεύθερος, σχεδόν σαν μια ζωντανή ηχογράφηση σε χώρο όπου τα όρια ανάμεσα στο κοινό και τους μουσικούς έχουν χαλαρώσει. Αυτό το στοιχείο υπηρετεί πολύ καλά την ιδέα μιας μπάντας που αυτοπροσδιορίζεται ως συλλογικότητα και όχι ως απλώς μια jazz ορχήστρα. Η παραγωγή δεν επιδιώκει την «κρυστάλλινη» καθαρότητα ούτε τη στιλιζαρισμένη μοντέρνα ηχητική επεξεργασία. Μάλλον, καταγράφει κάθε ατέλεια ως οργανικό μέρος της μουσικής δράσης, μια επιλογή που τιμά το πνεύμα του αυτοσχεδιασμού αλλά μπορεί να δυσκολέψει τον ακροατή που περιμένει πιο στοχευμένη εμπειρία.
Το “Tales of No Consequence” είναι μια τολμηρή, ενδιαφέρουσα και σε κάποια σημεία αποκαλυπτική δουλειά. Επιχειρείται μια διαλεκτική ανάμεσα στις set φόρμες και τον αυτοσχεδιασμό. Αν και σε σημεία η συνοχή μένει «θολή» και μετεωρη, η πρωτοτυπία της πρότασης και η ποιότητα των εκτελεστικών στιγμών καθιστούν αυτή την κυκλοφορία αξιόλογη για όσους αναζητούν πραγματικά πειραματική μουσική.
Είδος: Avant-garde Jazz, Free Jazz
Δισκογραφική: Is It Jazz? Records
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 27 Φεβρουαρίου 2026
