“Ο γάμος είναι η μόνη περιπέτεια ανοιχτή και στους δειλούς” έχει αναφωνήσει ορθώς ο Βολταίρος. Κι όμως πολλοί είναι αυτοί που δείλιασαν να δώσουν μια ευκαιρία στο πρώτο μέρος του “The Marriage of Heaven & Hell” των Virgin Steele, εκεί στα μέσα των 90’s. Μα το πεπρωμένο δεν συγχωρεί την αναβολή και έτσι άμυνες κατέρρευσαν αποβαίνοντας αδύνατον να προβάλουν την οποιαδήποτε αντίσταση στο δεύτερο επικολυρικό κεφάλαιο που τους επιφύλασσε τον Φλεβάρη του 1996 η αμερικάνικη τριάδα με μπροστάρη τον ιεροφάντη David DeFeis που δεν είχε υψωμένο μόνο το λάβαρο των ουρανών και των ταρτάρων. Είχε και του δημιουργικού οίστρου.
Βλέπετε όσο προχωρούσε η δεκαετία του ’90, ξέφτιζε σιγά σιγά το ηρωικό heavy metal όπως ένα καταπονημένο, από τις ακατάπαυστες μάχες, φλάμπουρο. Δεν ήταν ποτέ το κυρίαρχο ρεύμα, πολλώ μάλλον τώρα που το πράγμα έχει παραπάει. Οι καιροί αλλάζουν για μια ακόμη φορά και μαζί τους αναδιαμορφώνονται και οι μουσικές ορέξεις των νέων ηλικιακά ακροατών, αφήνοντας το είδος να μοιάζει με ξεχασμένο βασίλειο που το κατάπιε ο χάρτης της σύγχρονης εποχής. Οι έφηβοι “αιχμαλωτίζονται” από την ωμή και βίαιη ειλικρίνεια μιας μουσικής που δεν ονειρευόταν πια δράκους και στέμματα. Τα τραχιά χαμηλοκούρδιστα riff των Pantera και των Machine Head, τα αδιάκοπα blast beat του black metal μέχρι και οι αιθέριες φωνές του gothic metal συρφετού, ελκύουν σα μαγνήτης. Μέσα σε αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων στα σχήματα όπως οι Virgin Steele, έμενε ένα κομμάτι της πίτας σχεδόν συμβολικό – ψίχουλα για όσους συνεχίζουν να ορκίζονται στο σπαθί και το τσεκούρι. Παρά ταύτα κάτι δείχνει να κινείται από τη μεριά της Γηραιάς Ηπείρου. Η Ευρώπη εξελίσσεται σε ασφαλές “λιμάνι”, εκεί όπου το παραδοσιακό metal μαζί με το power αρχίζουν να βλασταίνουν ξανά βγάζοντας τα πρώτα άνθη τους με ονόματα όπως αυτά των Ιταλών Domine και Rhapsody αλλά και λίγο πιο πάνω, των Σουηδών Hammerfall. Αντιθέτως η απέναντι μεριά του Ειρηνικού έχει γυρίσει την πλάτη της στους θεούς και στους ήρωες. Το ενδιαφέρον έχει στερέψει ανεπιστρεπτί.

“Sound the trumpet, crack the mountain, let the arrow fly”
Την ώρα που γύρω του βασίλεια κατέρρεαν, μια κατάσταση ομολογουμένως αποκαρδιωτική που ωστόσο ουδόλως τον αγγίζει, o DeFeis υφαίνει τα δικά του σχέδια. Λίγο πριν ξεκινήσει το πλάνο για την τριλογία (!!!) του “Marriage of Heaven & Hell” έχει επιστρέψει για να καθίσει και πάλι στα έδρανα του Πανεπιστημίου με αντικείμενο τις σπουδές του στη μουσική και το upgrade του συνθετικού του επιπέδου. “Ήταν η έναρξη της αγαπημένης μου περιόδου με τους Virgin Steele. Ήμουν εμπνευσμένος και κατενθουσιασμένος” έχει αναπολήσει σε παλιότερη συνέντευξή του για εκείνα τα χρόνια το “μυαλό” πίσω από το Παρθένο Ατσάλι.
Ο DeFeis έχει ήδη κάνει μια εξαιρετική αρχή με το πρώτο μέρος του “Marriage of Heaven & Hell”, σφυρηλατημένο σχεδόν ταυτόχρονα με τον διάδοχό του. Η αρχική ιδέα ήταν να κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα αλλά λόγω κάποιων αναβολών έφτασαν στα δισκάδικα με ένα χρόνο διαφορά. Το σίγουρο είναι πως δε σκοπεύει να σταματήσει και δεν υπάρχει χώρος για δισταγμούς τώρα που η “πολεμική” μηχανή των Virgin Steele έχει μπει σε κίνηση ξανά. “Ήθελα να το πάω σε άλλο επίπεδο, να ανέβω και εγώ level συνθετικά, μαζί μου και η μπάντα” τον έχουμε ακούσει να λέει σε παλιές του δηλώσεις.

Παρά τον τίτλο και τις εύλογες υποθέσεις που μπορεί να κάνες κάποιος, μοχλός έμπνευσης για αυτή την τριλογία που θα έφθανε στην ολοκλήρωσή της με το “Invictus” του 1998, δεν ήταν το γνωστό ομώνυμο έργο του William Blake. Θα μπορούσε γιατί ήταν στο πεδίο συνθετικής δράσης και μελέτης του David DeFeis. Ο ίδιος αγνοούσε την ύπαρξή του, όπως έχει παραδεχθεί, μέχρι να του το αναφέρει ο ντράμερ Frank Gilchriest, ο ένας από τους τρεις που έπαιξαν στο δεύτερο μέρος και που παρέμεινε στις τάξεις των Virgin Steele μέχρι το 2010. Ο DeFeis έχει ήδη “ριχθεί στη φωτιά” του concept. Οι θεμέλιοι λίθοι έχουν τοποθετηθεί και το μεγαλύτερό του μέρος έχει ήδη γραφτεί. Έπειτα κάθεται να διαβάσει το έπος του Blake το οποίο δε του αλλάζει την πορεία αλλά του δίνει μια μικρή αχτίδα έμπνευσης όπως προσθέτει ο DeFeis και πιθανών να εννοεί π.χ. το τραγούδι “Devil/Angel” μεταξύ άλλων.
“Από την αρχή αναζητούσα έμπνευση σε διαμετρικά αντίθετους ορισμούς. Παράδεισος και Κόλαση είναι από τα κλασσικά παραδείγματα. Πιο είναι το πιο προφανές που προσπαθείς να ενώσεις; μα φυσικά τον Παράδεισο με την Κόλαση” έχει πει με λιτή ευθύτητα ο μαέστρος των Virgin Steele αποκαλύπτοντας τον πυρήνα του οράματός του. Στο πρώτο κεφάλαιο το Λιοντάρι των Virgin Steele γράφει τα περισσότερα τραγούδια. Ο δίσκος φοράει ανεξίτηλα τη σφραγίδα των ιδεών του. Σημαντική και ουσιαστική η συμβολή του Edward Pursino, του κιθαρίστα και μπασίστα στο στούντιο από τις πρώτες μέρες του Ατσαλιού. Οι δυο τους “παντρεύουν” πολλά συστατικά μεταξύ τους τα οποία δε χρειάζεται να είναι εκ διαμέτρου αντίθετα.
Ο ηρωισμός με το ρομαντισμό, η ευγένεια με τη βαρβαρότητα, στοιχεία φαινομενικά ετερόκλητα σφιχταγκαλιάζονται και σφραγίζουν τη σχέση τους με όρκους ακλόνητους σαν δύο παράνομοι εραστές που αψηφούν τον αποχωρισμό. Το ίδιο συμβαίνει και με το ατίθασο heavy metal που βρίσκει κοινό τόπο με τις πληκτροφόρες μελωδίες. Τα πλήκτρα παρότι ακούγονται κάπως “φθηνά” (αχ, το είχε η εποχή καθαρά για τεχνολογικούς λόγους) συνοδεύουν ιδανικά το metal εγχείρημα. Με το ρόλο ενός σημαντικού συμμάχου και χωρίς να κλέβουν την παράσταση, ανοίγουν το δρόμο για να παρελάσει το έπος του DeFeis. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στη φωνή του προμνημονευθέντα. Εις σάρκα μίαν φέρνει τα οργισμένα κοχλάζοντα φωνητικά ξεσπάσματα με τις δροσερές αγγελικές του στιγμές. Είναι ο ίδιος που μπορεί να ουρλιάξει σαν έκπτωτος ημίθεος και μερικές νότες αργότερα να σε τυλίξει με τη μελένια χροιά του. Με το που ανοίγονται οι ασκοί της μελωδίας, δίνεται το προνόμιο στον ακροατή να ακούει σε κάθε σύνθεση μια μεγάλη γκάμα πλούσιων φωνητικών γραμμών από το λαρύγγι ενός εκ των εμβληματικών φρόντμαν στη heavy μουσική.

Ερμηνεύοντας σε σημαντικό βαθμό σε πρώτο ενικό πρόσωπο, ο DeFeis δεν τραγουδά απλώς αλλά μεταμορφώνεται. Υποδύεται τον Endyamon που μοιράζεται την αθάνατη αγάπη του με την τραγική φιγούρα που φέρει το όνομα της Emalaith. Στο “Rising Unchained” το ταξίδι αλλάζει γεωγραφία και μυθολογία με αυτή των Βίκινγκ του Παγωμένου Βορρά να βρίσκεται στο προσκήνιο. Λίγο αργότερα, στο μέσο του δίσκου υψώνεται το κομμάτι για τον Προμηθέα (Prometheus the Fallen One), το οποίο στέκει σαν το πιο επικό του δίσκου λόγω διάρκειας και κυρίως δομής. Εδώ, οι κλίμακες κουβαλούν έντονα το άρωμα της Ανατολής που το διαφοροποιεί κάπως από το υπόλοιπο ασκέρι των συνθέσεων. Σε αυτό το σχεδόν οκτάλεπτο τραγούδι ο φρόντμαν εκδύει την κλασσική του παιδεία. Όπως ο ίδιος έχει πει, δε χρειάζεται να καταλάβεις την ιστορία, φτάνει να ταυτιστείς μαζί της με βάση τα δικά σου βιώματα.
Το “Prometheus…” εντούτοις δεν είναι ανεξάρτητη ιστορία από το concept. Είναι μέρος της αλυσίδας που σφίγγει το κοινό θέμα και στέκεται σαν intro για το ακόλουθο τραγούδι που έχει το όνομα της ηρωίδος (Emalaith) με τον Pursino να “παντρεύει” με τη σειρά και την κιθάρα του τα δυο πανέμορφα τραγούδια. Καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου παρατηρείς σε στίχους και μελωδίες να έχουν πέσει γέφυρες ζευγνύοντας το παρελθόν με το παρόν. Στο “Emalaith” εκτός από αυτό το κιθαριστικό παιχνίδι και τη συνομιλία του με το προηγούμενο track, ακούς σε ανύποπτο χρόνο τον DeFeis να αναρωτιέται σα περιπλανώμενος ήρωας σε ένα ρημαγμένο τόπο “Is there a life among these ruins?” ενώ μια στροφή πιο πριν αφουγκρασμένος τραγουδάει “I hear the weeping of the spirits”, εμφανής νύξη στα δυο τραγούδια του πρώτου part όπως και στο δίσκο του 1993. Δε σταματάν οι αναφορές στο “Emalaith”, ένα τόσο σημαντικό τραγούδι που έχει πολλά κοινά σημεία με το “I Will Come For You” που ανοίγει το “Marriage… part I”.

Εδώ επιστρέφουμε και πάλι στο “Prometheus…” που δομικά θυμίζει το έξοχο “Twilight of the Gods”, ενώ κάτι παραπλήσιο συμβαίνει και στο κομμάτι που κλείνει αυτή την επική συνουσία και είναι μια παραλλαγή του βασικού θέματος του οργανικού “The Marriage of Heaven & Hell” από το πρώτο μέρος της κυκλοφορίας του 1995. Κατά τη δική μου ανάγνωση είναι πως η συνειδητή ανάμειξη των μελωδιών και οι στιχουργικές ενδείξεις που αφήνει ανάμεσα στους δυο δίσκους, ισχυροποιούν τον ορισμό του concept, όπως το ίδιο γίνεται και με τον έρωτα του τραγικού ζευγαριού. Δίνει στο άλμπουμ πόντους ενδιαφέροντος και το κρατάει μακριά από τη μονοτονία.
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και ένα ακόμη στοιχείο που ανανεώνει την ακρόαση: είναι η πιο χαρντ-ροκιζουσα αισθητική σε τραγούδια όπως τα “Devil/Angel” και “Unholy Water” που ξυπνούν μνήμες από το παρελθόν και τις 80’s εποχές των Virgin Steele. Ίσως να ξίνισε σε αρκετούς, σαν κρασί που δεν ήξεραν ακόμη να εκτιμήσουν αλλά αυτό το hard & heavy συναίσθημα δύσκολα το ξεγράφεις τόσο από τον DeFeis που δηλώνει οπαδός των Led Zeppelin όσο και από τις παλιές καραβάνες που ανδρώθηκαν στην τιμημένη δεκαετία που το heavy metal ανέτειλε. Κι ας είμαστε ειλικρινείς: κανένας δε θα άντεχε να ακούει καθ’ όλο το άλμπουμ ένα “Victory is Mine” επί δέκα φορές.
Η δύναμη του concept αποκαλύπτεται και από μέσα από αυτό το τραγούδι που ενώ θα μπορούσε να διεκδικήσει τον ρόλο του χιτ και ψηλά στο playlist, επιλέγεται έντιμα να τοποθετηθεί σαν προτελευταίο στη λίστα του άλμπουμ εκεί όπου η αφήγηση κορυφώνεται πριν από την τελική κάθαρση. Πιστεύω πως δεν πρόκειται για τυχαία απόφαση. Είναι πράξη πίστης στην ιδέα και συνάμα άρνηση στο να θυσιαστεί η ιστορία στον βωμό της εμπορικούρας. Το “Victory is Mine’ δεν είναι απλά ένας γύρος θριάμβου που ο ήρωας ενώνεται με την ψυχή της αγαπημένης του εις τους αιώνες των αιώνων. Λίγο πριν το φινάλε οι Virgin Steele φωνάζουν νικητές σαν μουσικοί και συνθέτες, στεκούμενοι όρθιοι και περήφανοι.
Ο DeFeis το έχει πάρει προσωπικά το θέμα και το πάθος του ξεχειλίζει σε κάθε στίχο που βγαίνει από μέσα του. Σκαλίζει όρκους σε μάρμαρο και τους ποτίζει με αίμα σαν να είναι αυτός που είναι αδιαίρετος σε ένα δεσμό που αντέχει πέρα από τη σάρκα, πέρα από τη λογική. Στο τέλος στερήθηκε την αγάπη της ζωής του, προσδοκώντας εις μάτην ένα φωτεινό αύριο. Σε τοποθετεί σε τέτοια θέση να ορκίζεσαι στην πραγματοποίηση του θελήματός του όταν σαν τελευταία επιθυμία ζητάει “bury me beside the endless sea, raise my ashes to the wind” (Crown of Glory). Κι όταν στο “Emalaith” ορκίζεται πως “I’ll tear the walls of Erebus down” πιστεύεις κάθε λέξη του, βλέποντας τα τείχη του Άδη να ραγίζουν κάτω από το βάρος της οργής του. Όταν δε, απειλεί πως “I will return to wreak my vengeance” για να εκδικηθεί το θάνατο της αγαπημένης του στο ίδιο τραγούδι, παρεμφερή και διόλου τυχαία vibes αρχαιοελληνικής τραγικότητας ένιωσα στο “I will come for you” από το πρώτο “Marriage of Heaven and Hell”.
“Oh Emalaith, oh Emalaith,
Sworn by the light of the moon
I will be here with you soon”
Αυτοί οι δίσκοι είναι οι καλύτερες στιχουργικές στιγμές του DeFeis που γίνεται αφηγητής, πρωταγωνιστής και στο τέλος μάρτυρας ενός ρομαντικού έπους που ξετυλίγεται τραγούδι με το τραγούδι. Ας μου επιτραπεί να τολμήσω και λίγο μπαίνοντας σε παιχνίδια συγκρίσεων και να δηλώσω πως είναι επίσης δίσκοι για τους οποίους θα πέθαιναν να κυκλοφορήσουν οι Manowar στα 90’s. Πληροφοριακά κάπου στο ’94-’95 οι δυο μπάντες είχαν βγει στο δρόμο μαζί, με τους Uriah Heep να συμπληρώνουν το πάνθεον εκείνης της περιοδείας.
Το δεύτερο μέρος του “Marriage of Heaven and Hell” ήταν η ιδανική συνέχεια μιας μεγαλειώδους προσπάθειας ενός οράματος αρνούμενου να λυγίσει μπροστά στους κόντρα ανέμους των χαλεπών εκείνων καιρών για το παραδοσιακό Heavy Metal. Η περηφάνια πρέπει να είναι διπλή τόσο για τους δημιουργούς που τόλμησαν να ονειρευτούν μεγαλόπνοα, κρατώντας άσβεστη τη φλόγα όσο και για τους οπαδούς που ο δισταγμός τους μεταμορφώθηκε σε αφοσίωση και σαν φρουροί της πίστης στάθηκαν ακλόνητοι στο πλευρό αυτών των μεταλλικών συμφωνιών που κυκλοφόρησαν εκείνο τον τιμημένο Φεβρουάριο του 1996.
Κείμενο – Επιμέλεια: Γιώργος Γράντης

